Boris Cyrulnik "Τρέξε να σωθείς, η ζωή σε καλεί"

12 Ιουλίου 2016

Boris Cyrulnik, Τρέξε να σωθείς, η ζωή σε καλεί

μετάφραση: Άννα Πλεύρη-Γιοβάνα Βεσσαλά

Εκδόσεις Κέλευθος, σελ. 298

Ένα βιβλίο που σε καλεί προς τη ζωή, ένα εξώφυλλο που σε καλεί στο φως, ένας τίτλος που σε καλεί στην ανάγνωση. Ο Boris Cyrulnik, νευροψυχίατρος, Καθηγητής στην Τουλόν, ρωσο-πολωνικής εβραϊκής καταγωγής, οι γονείς του οποίου εκτοπίστηκαν το 1942 και εξοντώθηκαν από τους Ναζί, ενώ ο ίδιος γλίτωσε τη σύλληψη την τελευταία στιγμή, το 1944, χάρη στη δασκάλα του που τον έκρυψε, διαπραγματεύεται τον θάνατο από την πρώτη σελίδα: «Όταν είσαι έξι χρονών, η λέξη 'θάνατος' δεν έχει ακόμη ωριμάσει μέσα σου».

Ολόκληρο το βιβλίο, με μια γραφή συνειρμική όπως η ψυχανάλυση, και ταυτόχρονα συγκροτημένη χρονολογικά, αποτελεί μια προσπάθεια επεξεργασίας του ακραίου, άφατου αυτού συμβάντος, που σε αφήνει «άναυδο» για να ξαναμπεί ο γράφων μέσα στη ζωή διαμέσου της αφήγησης και της γραφής, που κάνει τον «παγωμένο» χρόνο του τραύματος και του θανάτου να επανεκκινηθεί (Βλ. εκδ. Μέθεξις, Ιστορία και τραύμα, Francoise Davoine, Jean-Max Gaudillere).

Ο Boris Cyrulnik μιλά διεξοδικά γι' αυτό: «Η τραυματική μνήμη συντίθεται από ένα συνονθύλευμα εναργών εικόνων που τις περιβάλλει μια άλως λέξεων και αβέβαιων συναισθημάτων, τα οποία πρέπει να τα τροποποιήσουμε για να μην μας προκαλούν κατάθλιψη. Σε αυτή τη φάση αναδόμησης, η δημιουργικότητα μας προσφέρει το εργαλείο της ανθεκτικότητας». Αναφέρεται στην διαίρεση του εγώ ή του αντικειμένου, τον διχασμό έναντι της απειλής που κάνει τα δύο μέρη να συνυπάρχουν αγνοώντας το ένα το άλλο.

Προβληματική που γίνεται εξαιρετικά επίκαιρη στην παρούσα φάση της μαζικής έλευσης των προσφύγων, οι οποίοι έχουν ζήσει ακραίες τραυματικές καταστάσεις αλλά αμέσως μετά προσπαθούν να επιβιώσουν, να παίξουν με τα παιδιά που τους έχουν μείνει, να γελάσουν, να σταθούν κάπου και να αναπνεύσουν (δεν αισθάνεσαι τίποτα όταν βρίσκεσαι σε ψυχική αγωνία, μόλις που αναπνέεις (σελ. 146, αναφορά στον S. Ferenczi, Le traumatisme, Paris, Payot, 2006). Σε μια δεύτερη φάση όταν πλέον έχουν ηρεμήσει, η τραυματική μνήμη αναδύεται μέσα από τα όνειρα, τα σκίτσα, τις φοβίες, τον θυμό.

Η διαφορά με την ιστορία του Cyrulnik είναι η μοναχικότητα μέσα στην οποία εκείνος έζησε το τραύμα, κρυμμένος, αφανισμένος. «Η συλλογική εμπειρία του πολέμου υπήρξε επιβαρυντική, ταπεινωτική και καταπιεστική». Αυτή την εμπειρία δυσκολεύτηκε να την επεξεργαστεί μόνος, παιδί μέσα σε διαρκείς μετακινήσεις και αλλαγές κρυψώνας.

Το ζήτημα της σιωπής και της μνήμης έρχεται και επανέρχεται: «Οι μακρές περίοδοι αμνησίας μου αντιστοιχούσαν σε στιγμές της ζωής, όπου όλα γύρω μου ήταν μουδιασμένα. Η πιθανή κατάθλιψη της μητέρας μου, οι αισθητηριακές απομονώσεις, η απουσία ερεθισμάτων, δεν καταχώριζαν τίποτα στη μνήμη μου!». Ο συγγραφέας έγινε ψυχίατρος για να αγγίξει και να θεραπεύσει όλα αυτά τα ανείπωτα. Το πιο σημαντικό απ’ όλα, ο θάνατος των γονιών του, ο οποίος δεν έχει υπάρξει ως «γεγονός». Απλά εξαφανίστηκαν. Ο πατέρας του κατατάχθηκε στο στρατό όταν ήταν δύο ετών, επέστρεψε ελάχιστα και έκτοτε δεν τον ξαναείδαν ποτέ. «Η μνήμη μου πέφτει σε νάρκη […] η μνήμη μου έσβησε όταν έσβησε η μητέρα μου».

Οι αναμνήσεις που φέρουν οι άλλοι ως πρόσωπα και αίσθηση στη ζωή μας εξαφανίζονται. Αν η μητέρα συνέχιζε να υπάρχει, θα τροφοδοτούσε με το λόγο και τις μνήμες της το μικρό παιδί, σε σχέση με τον πατέρα του και την ιστορία του, όπως συμβαίνει συχνά με το πένθος. Η μητέρα του όμως εξαφανίστηκε, αφήνοντάς τον στην Πρόνοια για να σωθεί. Μαζί της χάνεται το «σώμα» των αναμνήσεων. Κάτι απομένει «μετέωρο». Από κει και πέρα η ζωή του συγγραφέα-ψυχιάτρου είναι μια σειρά από θραυσματικές παραμονές και μνήμες, οι οποίες όμως ανασυντίθενται με γλαφυρότητα στην διάρκεια της γραφής, και της αφήγησης, που δείχνει να είναι απόλυτα θεραπευτική. Φέρει τον θάνατο ως γεγονός στο προσκήνιο.

Μια ομιλία η οποία τότε μάλλον έδειχνε απαγορευμένη. «Όταν αφηγείσαι κινδυνεύεις, όταν σιωπάς απομονώνεσαι». Θέτει το θέμα του περίγυρου, που δεν είναι έτοιμος να ακούσει κάτι για το τραύμα και οδηγεί σε σιωπή. «Όταν μιλάς σε αποκλείουν, όταν σιωπάς δέχεσαι τον ακρωτηριασμό ενός μέρους της ψυχής μας». Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Η κατάληξη αυτής της αμφισημίας είναι η τροποποίηση της ιστορίας. Αναγκάζεται κανείς να φτιάξει μια δική του εκδοχή της ιστορίας, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Ο Cyrulnik φέρνει έτσι στην επιφάνεια ένα πολύ σημαντικό ζήτημα: αυτό της ιστορικής αλήθειας, η οποία αλλοιώνεται από το ψυχικό τραύμα, από το σταμάτημα του χρόνου στις ζοφερές εικόνες, με την υιοθέτηση πιθανά μιας παραμορφωμένης αφήγησης που απαλύνει το άγχος.

Η γραφή, η εξιστόρηση, οι ομάδες λόγου, η ψυχανάλυση είναι πράξεις που επανεφευρίσκουν κάτι από την αλήθεια μέσα στο λόγο, στον ιστό της συλλογικής αφήγησης και τελικά εγγράφουν κάτι στον κοινωνικό δεσμό. Αφού πρώτα περάσει ο χρόνος της άρνησης, που όπως λέει ο συγγραφέας είναι αναγκαίος. Δεν είναι τυχαίο που στην Ελλάδα έχει πρόσφατα ανοίξει τόσο έντονα η συζήτηση και η δημοσιοποίηση ιστοριών που έχουν να κάνουν με κατοχή και εμφύλιο.

Η ατομική και συλλογική επεξεργασία της ιστορίας είναι θεραπευτική, ο χρόνος ξεκινά και πάλι να κυλά, και μάλιστα σε άλλες διαστάσεις. Η ζωή προχωρά και ο θάνατος που παραμόνευε κρυφά έρχεται στο προσκήνιο. Δεν έχει λόγο πλέον να μηχανορραφεί και να αιφνιδιάζει. Μοιάζει να βρίσκει τη θέση του στη ζωή.

Επηρεασμένος από δύο συγγραφείς με παρόμοια βιώματα και κοντινές ημερομηνίες γέννησης, Boris Cylulnik, 26 Ιουλίου 1939, Georges Perec, 7 Μαρτίου 1936 (ο οποίος επίσης έχασε τους Εβραίους γονείς του σε ηλικία 6 ετών) ο Ελληνας ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Θανάσης Τζαβάρας (3 Ιουνίου 1939) αναφέρεται στο θέμα αυτό στο έργο του Ταξίδι από τα Κύθηρα: «Εισάγοντας τον θάνατο στη ζωή και ενσωματώνοντας τα νοήματά του μέσα στον καθημερινό του βίο, η παράταση της ζωής δεν έχει μόνον την διάσταση του πεπερασμένου χρόνου αλλά και την δημιουργική προοπτική της ποιοτικής μετάλλαξης».

Έχοντας έρθει σε επαφή με αυτό το έσχατο γεγονός από μωρό παιδί, όπου η ζωή του κινδύνεψε τις πρώτες δεκαπέντε μέρες, και έχοντας συναντηθεί ξανά και ξανά μαζί του, διαδρομή που περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο του με την παραμονή του στην εντατική σε κώμα επί μακρόν το 2002, επισημαίνει την αξία που ξαφνικά παίρνει η ζωή, η κάθε μέρα και στιγμή. Ο χρόνος διαστέλλεται, η συμφορά μπορεί να γίνει ευκαιρία για να νοιώσει κανείς την αιωνιότητα και την χαρά. Ξαναβρίσκει εκεί τον B. Cyrulnik: «το γεγονός ότι βρισκόμουν διαρκώς κοντά στον θάνατό μου είχε προσδώσει ένα νοσηρό σθένος: είχα γίνει μύστης. Πέθανα και ξαναγύρισα».

Ίσως στον αποχαιρετισμό του τον Γενάρη από κάπου να μειδιούσε, με όσους έκλαιγαν έναντι του κερδισμένου ποιοτικού προσωπικού χρόνου που είχε χαρεί ο ίδιος. Χρόνος που κυλά σε άλλη διάσταση από τον κοινωνικό-ιστορικό χρόνο και μπορεί να τον επηρεάζει επίσης. Μέσα από αυτή την «εκ των υστέρων» αναφορά στον B. Cylulnik, υπό το πρίσμα του Θ. Τζαβάρα, ίσως ο τίτλος αποκτά ένα νέο νόημα σε σχέση με το θέμα του χρόνου: Τρέξε να σωθείς όταν ο θάνατος παραμονεύει στο παρόν, και σπεύδε βραδέως προς τη ζωή που σε καλεί να επεξεργαστείς τα παρελθόντα βιώματά σου για έναν βίο έμπροσθεν ανοιχτό.

της Βέρα Παύλου, ψυχαναλύτριας 

Πηγή: avgi-anagnoseis.blogspot.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ