Καβγάδες στο ζευγάρι για τα οικονομικά: Πώς πρέπει να λύνονται

18 Ιουλίου 2016

Διηγείται ο ψυχολόγος και συγγραφέας John Gray 

Μια μέρα η Μαίρη ψάχνει την αίτηση για να γράψει τα παιδιά στην πισίνα της περιοχής τους. Όσο ψάχνει το ξανασκέφτεται κι αρχίζει ν’ αμφιβάλει αν μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν αυτή την εποχή ένα τέτοιο έξοδο. Eπειδή ο αριθμός των μελών είναι περιορισμένος, πληρώνοντας προκαταβολικά, εξασφαλίζει κανείς την έγκριση της αίτησης, ενώ αν καθυστερήσουν, ίσως στο τέλος να μη βρουν θέση. Ρίχνοντας μια ματιά στην αλληλογραφία, πέφτει πάνω σ’ ένα λογαριασμό της πιστωτικής τους κάρτας ύψους 2.000 δολαρίων. Συνοφρυώνεται ακόμη περισσότερο και αναρωτιέται αν είναι η κατάλληλη στιγμή να πληρώσουν τόσα χρήματα για την πισίνα.

Μέχρι να επιστρέφει ο Μπιλ σπίτι, η Μαίρη είναι αναστατωμένη για τα καλά. Του λέει: «Σήμερα ήρθε ο λογαριασμός της κάρτας μας. είναι περίπου 2.000 δολάρια. Δεν ξέρω πώς θα μπορέσουμε να τον πληρώσουμε».

Εκείνος απαντά: «Θα τα καταφέρουμε, 'βχουμε αρκετό καιρό μέχρι τη λήξη». Υποθέτει πως η γυναίκα του θα νιώσει καλύτερα αφού της έδωσε μια λύση και κακώς βγάζει το συμπέρασμα ότι το μόνο πράγμα που την απασχολεί είναι τα χρήματα για την κάρτα.

Η Μαίρη όμως συνεχίζει: «Ήδη χρωστάμε το λογαριασμό της Express και όπου να ’ναι θα ’ρθει η δόση του δανείου». Ουσιαστικά εξακολουθεί την προσπάθειά της να μοιραστεί μαζί του τα διάφορα προβλήματά της.

Ο Μπιλ της απαντάει με ύφος εκνευρισμένο: «Μην ανησυχείς, έχουμε ακόμα δέκα μέρες μπροστά μας». ενοχλημένος που δεν δέχτηκε τη λύση του, αρχίζει πλέον να νιώθει σαν να του κάνουν επίθεση. Αναρωτιέται μέσα του: «Τα ’χει άραγε μαζί μου γιατί ξοδεύω πολλά λεφτά ή γιατί δεν κερδίζω αρκετά; Στο κάτω-κάτω κι εκείνη ξοδεύει όσα κι εγώ».

(Εκείνο που ο Μπιλ δεν καταλαβαίνει είναι ότι η Μαίρη συζητάει μεγαλόφωνα τις ανησυχίες της για τα οικονομικά τους, ώστε να νιώσει καλύτερα και να γράψει τα παιδιά στην πισίνα.

Στο σημείο αυτό της συζήτησης αισθάνεται πληγωμένη και μειωμένη από το σχόλιό του ότι δεν πρέπει ν’ ανησυχεί. Λέγοντάς της «μην ανησυχείς» προσπαθεί να την κάνει να νιώσει καλύτερα ή κάπως να τη “Βολέψει”. Είναι ο τρόπος του να λύσει το πρόβλημα και να νιώσει ο ίδιος καλύτερα. Εκείνο που δεν καταλαβαίνει είναι ότι αυτός ο τρόπος προσέγγισης κάνει τα πράγματα χειρότερα για κείνη.

Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η Μαίρη είναι να της πουν να μην ανησυχεί. Αυτό που εκείνη εισπράττει είναι ότι δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχεί, άρα είναι ανόητη, άρα δεν αξίζει σεβασμό, είναι παράλογη ή, κατά κάποιον τρόπο ανίκανη, ρσθάνεται ότι εκείνος είναι συγκαταβατικός μαζί της κι ότι  δεν του καίγεται καρφί για τα αισθήματά της. Εκείνο που είχε ανάγκη ήταν να καταλάβει εκείνος τις ανησυχίες της - αλλά όχι μόνο δεν πήρε το μήνυμα ότι εισακούεται, αλλά ένιωσε ριγμένη και ταπεινωμένη.

Παρ’ όλο που έχει πληγωθεί, συνεχίζει να μοιράζεται τις χρηματικές ανησυχίες της μαζί του και του λέει: «Θυμάσαι ότι έχουμε υποσχεθεί στα παιδιά να πάμε το καλοκαίρι στη Ντίσνεϊ Λαντ;».

Όλο και πιο θυμωμένος, ο Μπιλ της απαντάει: «Το ξέρω, το ξέρω. Θα είναι θαύμα». Παρεξηγώντας τον πληγωμένο τόνο της φωνής της, σκέφτεται, «Πώς τολμάει να με κατηγορεί ότι είμαι ασυνεπής πατέρας; Κρατώ πάντα τις υποσχέσεις μου στα παιδιά. Μήπως εννοεί ότι δεν είμαι καλός πατέρας; Μήπως με κρίνει; Γιατί δημιουργεί όλη αυτή την ιστορία;».

Ο Μπιλ εισέπραξε επίθεση και απόρριψη. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι η Μαίρη πιστεύει ότι είναι ένας θαυμάσιος πατέρας. Απλά εκείνη ανησυχεί για τα οικονομικά τους και έχει ανάγκη να το πει.

Η Μαίρη, νιώθοντας παραγκωνισμένη, συνεχίζει να μοιράζεται τις σκοτούρες της: «Χρωστάμε επίσης το λογαριασμό του νοσοκομείου για τη Λώρα».

Ο εκνευρισμός του Μπιλ όλο και μεγαλώνει και της λέει: «Άκου, σου είπα και προηγουμένως ότι αυτό το μήνα θα πάρω ένα επίδομα. Γι’ αυτό μην δημιουργείς θέμα». 6ίναι ενοχλημένος και θυμωμένος γιατί πιστεύει ότι τον κατηγορεί ότι είναι ανεύθυνος και άσχετος. €ισπράττει την ανησυχία της σαν επίθεση.

Η Μαίρη του λέει με αβέβαιη φωνή: «Κι αν δεν πάρεις το επίδομα;».

Της απαντάει: «Ανησυχείς υπερβολικά».

Του λέει: «'βχεις υποσχεθεί στους γονείς σου ότι θα τους επισκεφτείς. Πότε σκοπεύεις να πας;».

«Παράτα με!», ουρλιάζει ο Μπιλ, που αισθάνεται πια ότι τον καταδιώκουν και τον ανακρίνουν λες και είναι κακό παιδί. Δεν αισθάνεται πως τον αγαπούν ή τον εκτιμούν. Αγανακτισμένος, σκέφτεται: «Γιατί μου λέει ότι δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου;».

Εκείνη επιμένει: «Οι φόροι θα έρθουν σε δύο μήνες. Σκέφτηκες πώς θα τους πληρώσουμε; Πόσα χρωστάμε φέτος;».

βκείνος περνάει στην άμυνα: «Ασφαλώς και το έχω σκεφτεί. Θα τα βγάλουμε πέρα μια χαρά. Πάντα τα βγάζουμε». Μέσα του όμως μουρμουρίζει (μάλλον μουγκρίζει τώρα): «Μήπως φαντάζεται πως είμαι ηλίθιος; Ασφαλώς κι έχω υπολογίσει τους φόρους μου».

Εκείνη του λέει: «Ελπίζω να μπορέσουμε να πληρώσουμε τη συνδρομή της πισίνα για φέτος το καλοκαίρι. Νομίζω όμως ότι έχω χάσει την αίτηση συμμετοχής. Μήπως την είδες;».

Ο Μπιλ είναι πια τόσο θυμωμένος που ούτε να της μιλήσει δεν θέλει. Κάποια στιγμή της λέει με απόγνωση: «Όχι, δεν την είδα... Αν όμως πιστεύεις ότι έχουμε πέσει τόσο έξω, γιατί ψάχνεις να Βρεις κι άλλους τρόπους για να ξοδέψουμε χρήματα!».

Το αποτέλεσμα αυτής της συζήτησης είναι ότι η Μαίρη νιώθει πληγωμένη κι ο Μπιλ ούτε που θέλει να της μιλήσει. Κάτι που μπορούσε να είναι μια απλή συζήτηση, κατέληξε σε γερό καβγά.

Αν ο Μπιλ είχε καταλάβει την ανάγκη της Μαίρης να μιλήσει λίγο ώστε να νιώσει καλύτερα, δεν θα έσπευδε να ξεδιαλύνει και να λύσει το πρόβλημά της. Ας δούμε πώς θα μπορούσε να έχει αίσιο τέλος αυτή η συζήτηση.

Λέει η Μαίρη: «Σήμερα ήρθε ο λογαριασμός της κάρτας μας. Είναι περίπου 2.000 δολάρια, ούτε που ξέρω πώς θα τον πληρώσουμε».

Ο Μπιλ κουνάει το κεφάλι του και λέει: «Μμμ, είναι κάμποσο». Από μέσα του σκέπτεται: «Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι που πράγματι την ανησυχεί. Συνήθως το πρώτο πράγμα που λέει όταν κάτι την απασχολεί, είναι μάλλον επουσιώδες. Ίσως έχει ανάγκη να μιλήσει για λίγο. Θα δοκιμάσω να την ακούσω χωρίς να την διακόψω».

Η Μαίρη τότε συνεχίζει: «Ήδη χρωστάμε και την Express και η δόση του δανείου όπου να ’ναι θα φανεί».

Ο Μπιλ γνέφει καταφατικά και λέει: «Μμ, δίκιο έχεις». Από μέσα του σκέφτεται: «Μαντεύω πως θέλει να μιλήσει για τα οικονομικά μας. Να μην ξεχαστώ και την διακόψω. Είμαι σίγουρος πως μπορώ να την υποστηρίξω αν συγκροτήσω τα σχόλιά μου και προσπαθήσω να καταλάβω πώς αισθάνεται».

«Θυμάσαι ότι έχουμε υποσχεθεί στα παιδιά να πάμε στη Ντίσνεϋ Λάντ αυτό το καλοκαίρι. Ακόμη χρωστάμε τον λογαριασμό του νοσοκομείου της Λώρας».

Ο Μπιλ γνέφει καταφατικά και λέει: «Χρωστάμε πολλά».

εκείνη του λέει: «Τι θα γίνει αν δεν πάρεις το επίδομα;»

Ο Μπιλ απαντά: «Αν δεν πάρω το επίδομα, θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα”. Με κάθε απάντησή του ο Μπιλ θυμάται να μην υποβαθμίζει τις ανησυχίες της. Αν δεν ήταν προσεκτικός στη στήριξή του, θα μπορούσε εύκολα να την πατήσει κάνοντας ένα μειωτικό σχόλιο, όπως: «Ουφ, ανησυχείς πάρα πολύ». Ή να της πει ανέμελα: «Αν δεν πάρω τώρα το επίδομα, θα το πάρω τον επόμενο μήνα ή τον μεθεπόμενο..., απλά οι λογαριασμοί θα περιμένουν». Ευτυχώς, έχοντας αρκετά εξασκηθεί στο ν’ ακούει, ο Μπιλ έμαθε να μη διακόπτει το ξέσπασμά της δίνοντας λύσεις και να μην την εξουδετερώνει με σχόλια.

Η Μαίρη τότε του λέει: «Σε δυο μήνες θα έρθει και η εφορία. Σκέφτηκες πώς θα την πληρώσουμε; Πόσα χρωστάμε φέτος;».

Της απαντάει: «Ξέρω ότι θα είναι πολλά». Σε κάθε περίπτωση, είναι προσεκτικός στα σχόλια που κάνει. Ο Μπιλ δέχεται ότι η Μαίρη έχει ανάγκη να νιώσει αναστατωμένη για λίγο. Ξέρει ότι το κάθε σχόλιό του σιγά σιγά την Βοηθάει να αισθανθεί καλύτερα, αρκεί να μην επιχειρήσει ο ίδιος να μειώσει τη σημασία της ανησυχίας της.

Τότε εκείνη παρατηρεί: «ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να πληρώσουμε τη συνδρομή για την πισίνα φέτος. Νομίζω όμως ότι έχασα την αίτηση συμμετοχής. Μήπως την είδες;».

«Μμμμ, όχι. Δεν την είδα πουθενά», της απαντάει σκεφτικός.

Μετά εκείνη τον ρωτάει: «Νομίζεις ότι πρέπει να κάνουμε τώρα την εγγραφή ή αργότερα;».

«Δεν είμαι σίγουρος», της λέει. «Ίσως θα ’πρεπε να περιμένουμε μέχρι να πάρω το επίδομά μου. Θα έχουμε ακόμα καιρό για να τα γράφουμε». Ο Μπιλ προσέχει να μην ακούγονται οι απαντήσεις του πολύ σίγουρες. Ένα μέρος του εαυτού του πιστεύει ότι στην πραγματικότητα η εγγραφή στην πισίνα είναι μικρό έξοδο που θα μπορούσαν εύκολα να το αντιμετωπίσουν. Ένα άλλο μέρος του, όμως, έχοντας ακούσει τις ανησυχίες τής Μαίρης, συνειδητοποιεί ότι ίσως να είναι καλή ιδέα να περιμένουν λίγο.

Η Μαίρη τότε του λέει: «Αυτό είναι λογικό». Τον αγκαλιάζει. «Σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Νιώθω πως στ’ αλήθεια με καταλαβαίνεις. Σ’ αγαπώ». Ο Μπιλ σκέφτεται μέσα του: «Ζήτω, καλά τα πήγα. Πάλι τα κατάφερα. Άμα μάθει κανείς ν’ ακούει, τα πράγματα γίνονται πολύ πιο εύκολα».

Στο παράδειγμα αυτό, ο Μπιλ έχει μάθει το μυστικό να καλυτερεύει την επικοινωνία τους: έμαθε να ακούει. Χρειάζεται χρόνος για να εκπαιδευτεί κανείς σ’ αυτή την τεχνική - όσος μας χρειάστηκε και για να μάθουμε να μιλάμε. Η Μαίρη χρειάζεται κι αυτή να μάθει να ακούει, διαφορετικά μπορεί να κάνει το ίδιο λάθος, δηλαδή να τον προσβάλει την ώρα που εκείνος μιλάει.

Απόσπασμα από το βιβλίο Τι θέλουν οι άνδρες τι θέλουν οι γυναίκες. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Θυμάρι για την ευγενική παραχώρηση του υλικού. 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ
Τα νέα της ημέρας
13:47 Τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ