Τα πλεονεκτήματα της... προδοσίας

3 Αυγούστου 2016

 

 

Γράφει ο Συγγραφέας-Σύμβουλος Αναπτυξης, Αντώνης Ανδρουλιδάκης 

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Ο Έρωτας υλοποιείται από τρεις, ορίζει η φροϋδική ψυχική ανάγνωση.  Η ανάγκη για ένα τρίτο πρόσωπο μοιάζει να έχει τις ρίζες της στο οιδιπόδειο τρίγωνο που ζήσαμε όλοι μας από τη στιγμή της γέννησης μας. Ο πατέρας και η μητέρα εμφανίζονται ξανά και ξανά μπροστά μας, όταν σαν ενήλικες «ξαναζούμε» την εμπειρία της παιδικότητας μας. Και είναι αρκετές οι περιπτώσεις,  που αυτή τριαδική σχέση δεν βιώνεται κρυφά,  ούτε μένει μια απλή φαντασίωση, αλλά γίνεται η οδυνηρή πραγματικότητα. Τα γράφω αυτά με την αγωνία ότι η σύντροφος μου θα μπορούσε να τα διαβάσει και να υποψιαστεί διάφορα, αλλά αυτό θα το αντιμετωπίσουμε αργότερα.

Κάθε προδοσία μας φέρνει αντιμέτωπους με το μεγάλο έλλειμμα. Το έλλειμμα του Οιδιπόδειου πρωταρχικού ερωτικού αντικειμένου, του πρώτου έρωτα στον οποίο εναποθέσαμε την απόλυτη πίστη μας.  Και πραγματικά, δεν γίνεται να μην πιστέψουμε σ΄ εκείνον που μας χάρισε τη ζωή.  Όλοι μας μεγαλώνουμε με αυτή την αυταπάτη, με την τυφλή εμπιστοσύνη σ’ αυτούς που μας έφεραν στον κόσμο. Είναι που κανείς μας δεν δέχεται πως τελικά γεννιόμαστε αβάσταχτα μόνοι μας, πως στην πραγματικότητα έχουμε εγκαταλειφθεί και κάπως έτσι σε κάθε δεσμό, σε κάθε σχέση, επιδιώκουμε, με τρόπο συχνά λυσσαλέο, να αναπαραγάγουμε την εμπιστοσύνη που για κάποιο λόγο κλονίστηκε στα παιδικά μας  χρόνια.

Νομίζω, πως και με τις συλλογικότητες  συμβαίνουν αντίστοιχα πράγματα.  Στην μνημονιακή πραγματικότητα νιώσαμε τόση αδυσώπητη εγκατάλειψη, που επιδιώξαμε σχεδόν με παράφορο τρόπο να αποκαταστήσουμε το πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα την κλονισμένη εμπιστοσύνη μας. Και όπως συχνά συμβαίνει και στις προσωπικές μας σχέσεις, έτσι όπως πέσαμε με τα μούτρα στην επιθυμία μας για απελευθέρωση από τον αρχικό δεσμό, ξαναζήσαμε ακόμη μια φορά την πρωταρχική απώλεια. Λες και μ’ έναν τρόπο αρνιόμαστε να μεγαλώσουμε και δεν μπορούμε να βρούμε τη δύναμη να δεχτούμε και να βιώσουμε πέρα για πέρα την απόλυτη εγκατάλειψη.

Ξέρεις, η απώλεια που τόσο φοβόμαστε,  έχει ήδη συντελεστεί. Όπως στο ατομικό επίπεδο δεν έχουμε πλέον πατέρα και μητέρα για να μας προστατεύσουν, έτσι και στο συλλογικό. Η χώρα που έγινε χώρος,  δεν έχει πλέον προστάτιδες δυνάμεις. Για την ακρίβεια,  δεν είχε ποτέ τίποτα περισσότερο από νταβάδες. Κι αν συντηρούμε μια τέτοια ελπίδα, αυτή δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση, τόσο έντονη,  που φτάνει στο σημείο να δημιουργεί εικόνες που διαιωνίζουν την ύπαρξη ενός καλού πατερούλη και μιας γλυκιάς μητέρας.  Μόνο που όλα αυτά τα έχουμε χάσει οριστικά.

Η δημοψηφισματική ανάθεση του ΟΧΙ, ο τρόπος που το χειρίστηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στη συνέχεια, ο τρόπος που «αντέδρασε» σε αυτό μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, αυτό αναδεικνύουν. Και χρειάζεται σίγουρα πολύ κουράγιο για να καταλάβουμε ότι δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ή ο Τσίπρας που μας πρόδωσε, ότι δεν είναι αυτός με τον οποίο οφείλουμε να συναντηθούμε και να συνομιλήσουμε, αλλά ο ίδιος ο συλλογικός μας εαυτός και ως προδομένος και ως προδότης. Στην πραγματικότητα, καθώς οικοδομήσαμε με το ΣΥΡΙΖΑ μια σχέση στην οποία επιχειρούσαμε να ξαναβρούμε την πρωταρχική χαμένη εμπιστοσύνη μας, είχαμε ήδη θέσει τις βάσεις για την προδοσία. Η δική μας αγωνία για την απώλεια ρίζωσε και αναπτύχθηκε καθιστώντας τον κάθε Τσίπρα σημαντικό και σπουδαίο για μας. Και βρεθήκαμε κυριολεκτικά,  στο έλεος του πρώτου τυχόντα.

Στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη τραυματίστηκε για μια ακόμη φορά το πιο τρωτό μας σημείο. Η πρωταρχική εμπιστοσύνη μας. Η εμπιστοσύνη ενός απροστάτευτου παιδιού που δεν μπορεί να κινηθεί στον κόσμο και να επιβιώσει παρά μόνο μέσα σε μια «μητρική» αγκαλιά. Από το κράτος-τροφό της δημοσιοϋπαλληλίας, το «μια βροχή κάνει και διαλύεται το κράτος», μέχρι το διαπιστωτικό «δεν υπάρχει κράτος», το ΕΣΠΑ και το Δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη, η νεοελληνική συλλογικότητα, αδυνατεί να τιθασεύσει το «ανυπεράσπιστο παιδί της» που έχει ενσωματώσει στον ψυχισμό της και αυτό βγαίνει διαρκώς στην επιφάνεια.

Αν μας πονάει η προδοσία όπως βιώθηκε μέσα από απόρριψη του ΟΧΙ, είναι, κυρίως, γιατί, όπως και κάθε προδοσία, μας  εξαναγκάζει να έρθουμε αντιμέτωποι με τις λιγότερο ελεγχόμενες πτυχές της συλλογικής μας συνείδησης. Γι’ αυτό και άλλωστε η συριζέϊκη διαστροφή της λαϊκής ετυμηγορίας, επιβραβεύτηκε στις κάλπες που ακολούθησαν.  Ήταν η ρητή επιβεβαίωση, όχι της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι δεν θέλαμε να δούμε μέσα μας.  Να δούμε τις περιοχές της συλλογικής μας «σκιάς».

Η στάση που ακολούθησε ο Λαός μας και συνεχίζει μέχρι και σήμερα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εναγώνια προσπάθεια να εμποδιστεί η εμφάνιση αυτών ακριβώς των σκοτεινών περιοχών της συλλογικής μας συνείδησης. Προτιμούμε να αποφεύγουμε μια βαθιά ερωτική σχέση με τον Τόπο και βιώνουμε ξανά και ξανά το «δεσμό μας» αυτό με όλη την ανωριμότητα και την ανεπάρκεια της παιδικής μας ηλικίας. Να γιατί παραδοθήκαμε τόσο εύκολα στην «αριστερή» αυταπάτη, που μοιραία συγκρούστηκε με τη σκληρή πραγματικότητα της πλάνης.

Όπως πολύ συχνά συμβαίνει και στις ερωτικές σχέσεις των ατόμων, τόσο ο προδότης όσο και ο προδομένος, δεν έχουν το θάρρος ή τη δύναμη να μεταμορφώσουν μια υφιστάμενη σχέση και προσδοκούν, προκαλώντας την Προδοσία, μια βίαιη σύγκρουση που θα ανατρέψει ριζικά  την κατάσταση. Κι’ όμως εδώ κανείς δεν αντιδρά. Ούτε ο προδότης, ούτε ο προδομένος. Φαίνεται πως ούτε η εξόφθαλμη απάτη είναι ικανή να σπάσει τα όρια. Γιατί προδομένος και προδότης είναι, ανεπίγνωστα ίσως, και συνυπεύθυνοι γι’ αυτό που συμβαίνει. Στην πραγματικότητα,  ο ΣΥΡΙΖΑ και η μετεξέλιξη του, είναι θύμα του προδομένου Λαού, που με τη σειρά του έχει γίνει κι αυτός προδότης. Η ασυνείδητη προσπάθεια να φορτωθούν όλα τα κακά και όλες οι αρνητικές πλευρές στην πλάτη εκείνου που διέπραξε την απάτη, αυτό αποδεικνύουν. Προφανώς,  αυτό δεν αθωώνει τον ΣΥΡΙΖΑ,  αλλά και δεν αφήνει στην απέξω την «νεοελληνική παιδικότητα».

Στην ψυχολογία, η εμπειρία της Προδοσίας μας δίνει την ευκαιρία να δοκιμάσουμε μια από τις βασικές λειτουργίες της ψυχικής μας ζωής.  Την ολοκλήρωση της αμφιθυμίας. Μέσα απ’ αυτήν την εμπειρία αγγίζουμε πολύ οδυνηρές πλευρές της ζωής μας. Πτυχές,  που συνδέονται με τη συνύπαρξη της αγάπης και του μίσους, που χαρακτηρίζει όλες τις σχέσεις και η εξισορρόπηση τους οδηγεί στην ενηλικίωση. Εκτός κι αν έχουμε αποφασίσει να μείνουμε πάντα παιδιά που γκρινιάζουν γιατί εγκαταλείφθηκαν και χρειάζονται απεγνωσμένα τη Γερμανίδα κουβερνάντα τους και τον Ελληναρά πατέρα τους που, φαντασιώνονται, ότι την πηδάει…

Όπως κι να το πει κανείς, η προδοσία της «αριστεράς» μας έχει φέρει και πάλι φάτσα κάρτα με τα θεμελιώδη μας ελλείμματα. Το ερωτικό μας έλλειμμα απέναντι στον Τόπο και σ’ αυτό που είναι και που είμαστε. Θα τα δούμε, ρε σεις ή θα μείνουμε να τα χώνουμε στον προδότη;

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ