Οι ταινίες της εβδομάδας

11 Αυγούστου 2016

του Γιάννη Ζουμπουλάκη, tovima.gr

Παρότι είναι Δεκαπενταύγουστος, οι διανομείς φορτώνουν τα σινεμά με έξι νέες ταινίες. Επικρατεί μετριότητα, αλλά κάποιες καλές στιγμές υπάρχουν

Αγελάδα σε καλλιστεία

Αεικίνητος και νευρικός σαν ένας άλλου τύπου Λουί ντε Φινές, ο Αλγερινός ηθοποιός Φατσάχ Μπουγιαμέντ είναι ο σταρ της ευχάριστης κομεντί «Μια αγελάδα στο Παρίσι» («La vache», Γαλλία, 2016) του συμπατριώτη του Μοχαμέντ Αμιντί. Ο ηθοποιός υποδύεται τον φτωχό, παντρεμένο και πατέρα αγρότη ο οποίος αποφασίζει να αφήσει για λίγο τον τόπο του, το χωριό Μπουαουάν της Αλγερίας, προκειμένου να παρουσιάσει την αγελάδα του Ζακλίν στη Διεθνή Εκθεση για Βοοειδή στο Παρίσι, εκεί όπου από νέος ονειρευόταν να λάβει μέρος. Η πορεία του με τα πόδια από τη Μασσαλία προς το Παρίσι φτιάχνει την εικόνα ενός γλυκύτατου road movie που ενδείκνυται για την εποχή. Οι στάσεις του Φατσάχ ταλαντεύονται με ευαισθησία και κατανόηση ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση. Θα γνωρίσει αλλόκοτους ανθρώπους, θα τραγουδήσει το «I will survive» με αραβικό τέμπο σε γαλλικό πανηγύρι, θα μπλέξει με τα ΜΑΤ σε διαδήλωση Γάλλων απεργών αγροτών, θα μπει στη φυλακή, θα φιλοξενηθεί από παρακμασμένο κόμη με καλή καρδιά και πολλά χρέη (Λαμπέρ Γουιλσόν), θα γίνει σταρ της τηλεόρασης όταν τα media αντιλαμβάνονται την περίπτωσή του. Ολα αυτά μας οδηγούν σε μια, αν όχι σπουδαία, σίγουρα εγκάρδια ταινία, η οποία μάλιστα αποτίει έναν σύντομο φόρο τιμής στην παλιά γαλλική αντιπολεμική κωμωδία του Ανρί Βερνέιγ «Ο αιχμάλωτος και η αγελάδα» (1952) με πρωταγωνιστή τον αμίμητο Φερναντέλ.

Τρέχοντας στο κενό

Στον «Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ» («La vie tres privee de monsieur Sim», Γαλλία, 2015) ο Μισέλ Λεκλέρ, νέος σχετικά Γάλλος σκηνοθέτης (δημιουργός της επιτυχίας και στην Ελλάδα «Πες μου το όνομα σου»), καταπιάστηκε με τον παράξενο κόσμο του Βρετανού συγγραφέα Τζόναθαν Κόου (το μυθιστόρημα κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Πόλις). Πρόκειται για μια δραματική κομεντί καλών προθέσεων, η οποία όμως εκεί που σου δίνει την εντύπωση ότι θα επιταχύνει... εκεί πατά διαρκώς φρένο. Ο κεντρικός ήρωας του Ζαν-Πιερ Μπακρί έχει σίγουρα ενδιαφέρον, ένας μεσήλικος που προσπαθεί να συγχρονιστεί με έναν νέο τεχνολογικό κόσμο τον οποίο δεν καταλαβαίνει - ως και ο γηραιός πατέρας του δείχνει να μην τον συμπαθεί. Τα ίδια και με την κόρη του και όσο για τη γυναίκα του ούτε λόγος, αφού είναι χωρισμένος. Χάλια και στη δουλειά του. Τον νιώθεις, τον καταλαβαίνεις, ο Μπακρί φαίνεται ιδανικός στον ρόλο, διαρκώς τσαλακωμένος, αξύριστος, στον πάτο αλλά όρθιος, δίνει διαρκώς προσπάθεια για να αποδείξει ότι ο κύριος Σιμ είναι πλάσμα ζωντανό. Τα πράγματα θα αλλάξουν για αυτόν φυσικά όταν μια άλλη γυναίκα εισχωρεί στη ζωή του (δροσερή πάντα με την παρουσία της η Βαλέρια Γκολίνο), όμως η αλήθεια είναι ότι η ταινία καθυστερεί πολύ στην εξέλιξή της, με αποτέλεσμα από κάποια στιγμή και μετά να μη σε ενδιαφέρει καν το πού θα καταλήξει.

Τουριστικό ανέκδοτο στην Τήνο

Η κουτοπονηριά και η καπατσοσύνη του Ελληνα έρχονται σε κόντρα με τη γερμανική μεθοδικότητα και αυστηρότητα στην καλών προθέσεων αλλά υπερβολικά αφελή κωμωδία «Ραντεβού στην Ελλάδα» («Highway  to Hellas», Γερμανία / Ελλάδα, 2016) που γυρίστηκε από τον Αρον Λέχμαν στην Τήνο. Η ιστορία αναφέρεται στην προσπάθεια ενός Γερμανού τραπεζικού υπαλλήλου (Κρίστοφ Μαρία Χερμπστ) να ελέγξει τα δάνεια που δόθηκαν σε ένα νησί ονόματι Παλλαδίκι με ανύπαρκτες (όπως φαίνεται) εγγυήσεις. Ομως το νησί, όπου σχεδόν όλοι όλως παραδόξως μιλούν γερμανικά, έχει τους δικούς του «κανόνες», το σαμποτάζ που οργανώνει εναντίον του επισκέπτη ο δήμαρχος (Ακύλλας Καραζήσης) πάει σύννεφο και ο φουκαράς ο υπαλληλάκος όχι μόνο δεν μπορεί να βγάλει άκρη αλλά κινδυνεύει να χάσει και τη δουλειά του από τη διαβολική προϊσταμένη του. Συν τοις άλλοις, ο ελληνικός αέρας τον παρασύρει βγάζοντας στη φόρα μια αθέατη πλευρά του σε αυτό το τουριστικό ανέκδοτο, στο οποίο συμπρωταγωνιστούν οι Αδάμ Μπουσδούκος, Γιώργος Κοτανίδης, Ερρίκος Λίτσης και Γεωργία Τσαγκαράκη.

Ανία στο Καράκας

Χαρακτηριστική περίπτωση ταινίας που μπορεί να μείνει στην ιστορία για ένα μεγάλο κινηματογραφικό βραβείο που δεν άξιζε, το «Από μακριά» («Desde alla», Bενεζουέλα / Μεξικό, 2015), ο περυσινός Χρυσός Λέων του Φεστιβάλ Βενετίας, αναφέρεται στην περίπτωση της ιδιόρρυθμης σχέσης ανάμεσα σε έναν πάμπλουτο (Αλφρέδο Κάστρο) και τον νεαρό που πολιορκεί (Λουίς Σίλβα). Η ιδέα βρίσκεται στο ότι ο μεγαλύτερος πλούσιος αρκείται στη θέα «από μακριά» του «θηράματός» του. Και κάπου εκεί η ιδέα τελειώνει και μαζί της η ταινία του Λορέντσο Βίγας από τη Βενεζουέλα, διότι η μεγάλη ανατροπή που θα συμβεί προς το τέλος σε καμμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την ανία την οποία ο θεατής θα αναγκαστεί να υποστεί βλέποντας τους δύο άντρες μέσα σε ένα δωμάτιο, στον δρόμο, στα εστιατόρια και σε άλλα σημεία του Καράκας να προσπαθούν είτε να αποβάλουν την αμηχανία τους είτε να κρύψουν τα μυστικά τους είτε να προκαλέσουν ο ένας κακό στον άλλον, χωρίς στην ουσία να γίνεται απολύτως τίποτε.

Σπανιόλικες κωμωδίες

Ο «Ερωτας α λα καταλανικά» («Ocho Apellidos Catalanes», Ισπανία, 2015) του Εμίλιο Μαρτίνεθ Λαθάρο  είναι η συνέχεια της ισπανικής κωμωδίας του ιδίου «Ερωτας α λα ισπανικά» που πριν από μερικά χρόνια έσπασε ταμεία στην πατρίδα της, κάτι που συνέβη πέρυσι και με αυτήν που βλέπουμε τώρα. Ακολουθώντας κατά γράμμα τη συνταγή της επιτυχίας,  τον συνδυασμό εθνικισμού, έρωτα και πλάκας, η δεύτερη ιστορία εκτυλίσσεται στην Καταλωνία, όπου οι πρωταγωνιστές της προηγούμενης, ο Ράφα (Ντάνι Ροβίρα) και η Αμάγια (Κάρα Ελεχάντε), παρότι έχουν πια χωρίσει, εξακολουθούν να ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον. Ο Ράφα θα έχει μπόλικη δουλειά αφού η Αμάγια πρόκειται να παντρευτεί έναν Καταλανό, κάτι που δεν θα ήθελε με τίποτε ο πατέρας της.

Πιασάρικο και το θέμα της πλαδαρής αισθηματικής κομεντί του Αριέλ Γουίνογκραντ «Χωρίς παιδιά» («Sin hijos», Αργεντινή / Ισπανία, 2015), με κεντρικά πρόσωπα έναν χωρισμένο (Ντιέγκο Περέτι), τρελά αφοσιωμένο στην κόρη και στη δουλειά του, και μια ομορφούλα (Μαριμπέλ Βερντού) αλλά προφανώς δύσκολη γυναίκα που δεν θέλει με τίποτε σχέση με κάποιον που έχει παιδιά. Επειδή ο πρώτος τη θέλει, θα αποκρύψει το γεγονός ότι είναι πατέρας και το ένα ψέμα θα φέρει το άλλο ως την τελική έκρηξη που φυσικά μεταφράζεται στο «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Και το πρόβλημα της ταινίας; Θυμίζει ξενέρωτη αμερικανική κωμωδία της δεκαετίας του 1980, ενώ το θέμα της είναι ισχυρό, αλλά δεν έχει την «αλμοδοβαρική» τρέλα που χρειαζόταν για να γίνει ενδιαφέρον.

Σε επανέκδοση «Η εκδίκηση είναι δική μου» (ΗΠΑ, 1961) του Μάρλον Μπράντο. Ο κακοποιός Ρίο (Μάρλον Μπράντο) εξαπατάται από τον συνεργάτη του Νταντ (Καρλ Μάλντεν), περνά από επίγεια κόλαση και αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του. Ιδιαίτερα βίαιο για την εποχή του γουέστερν και η μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε ο Μάρλον Μπράντο αντικαθιστώντας τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ που έτσι εγκατέλειψε την Αμερική για την Αγγλία. Η έλλειψη σκηνοθετικής εμπειρίας του Μπράντο φάνηκε στη διάρκεια, που ξεπέρασε τις τέσσερις ώρες προτού την αναλάβει το ψαλίδι της Paramount. Ο Μπράντο δεν έμεινε ικανοποιημένος αλλά τελικά η ταινία, ένα επικό γουέστερν με αντιηρωικό χαρακτήρα, κέρδισε μια θέση στην ιστορία.

Τέλος, δύο ταινίες στον Ζέφυρο: από τον σεναριογράφο του «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ» Αλέν Ρομπ Γκριγέ η αντιπολεμική / σουρεαλιστική αλληγορία «The man who lies» (Γαλλία / Τσεχοσλοβακία, 1968) με πρωταγωνιστή τον Ζαν-Λουί Τρεντινιάν.

Και από τον Μαγυάρο σκηνοθέτη Λ. Βάιντα το «Θαύμα του Μαρσελίνο» («Marcelino pan y vino», Ουγγαρία, 1955) που αναφέρεται στην ανατροφή ενός ορφανού παιδιού σε μοναστήρι.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ