Διαταραχές της γεύσης: Αίτια, διάγνωση και θεραπεία

25 Αυγούστου 2016

Η γεύση αποτελεί μία από τις αισθήσεις, μέσω της οποίας αντιλαμβανόμαστε ποικίλα ερεθίσματα, όπως το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό. Τα ερεθίσματα αυτά γίνονται αντιληπτά, κυρίως στη ραχιαία επιφάνεια, στην κορυφή και στα πλάγια χείλη της γλώσσας, καθώς και σε άλλες ανατομικές περιοχές της στοματικής κοιλότητας όπως στη μαλακή υπερώα, στην επιγλωττίδα, στο φάρυγγα, κ.λπ. Ειδικότερα ένα πικρό ερέθισμα γίνεται αισθητό από ειδικούς υποδοχείς που βρίσκονται στο πίσω τριτημόριο της γλώσσας και στην υπερώα, ενός ξινού από υποδοχείς που βρίσκονται κατά μήκος των χειλέων της γλώσσας και στην υπερώα, του γλυκού από υποδοχείς στην κορυφή της γλώσσας, ενώ οι υποδοχείς για ένα αλμυρό τρόφιμο βρίσκονται στην πρόσθια άνω επιφάνεια της γλώσσας.

Όταν τρώμε ένα τρόφιμο δημιουργούνται ερεθίσματα στις γευστικές κάλυκες. Αυτές αποτελούν μορφώματα, που έχουν σχήμα απιοειδές και βρίσκονται στο επιθήλιο του στοματικού βλεννογόνου και κυρίως στη γλώσσα, στις περιοχές που υπάρχουν θηλές (περικεχαρακωμένες, φυλλοειδείς, μυκητοειδείς). Στις γευστικές αυτές κάλυκες καταλήγουν ίνες από το γλωσσοφαρυγγικό νεύρο και μέσω αυτών διαβιβάζονται στον εγκέφαλο τα ερεθίσματα που ερμηνεύουν τη γεύση ενός τροφίμου. Επιπλέον συμμετέχουν, ανάλογα με την ανατομική περιοχή του στόματος, νευρικές ίνες του προσωπικού νεύρου, καθώς και του πνευμονογαστρικού. Υπάρχουν γευστικοί κάλυκες, που αντιδρούν σε ένα από τα αναφερθέντα ερεθίσματα (πικρό, ξινό, γλυκό, αλμυρό), υπάρχουν όμως και γευστικοί κάλυκες που αντιδρούν σε περισσότερα του ενός ερεθίσματα.

 

Εκτίμηση – Αξιολόγηση της γευστικής ικανότητας ενός ατόμου

Eκτός από τα παραπάνω ερεθίσματα, που διεγείρουν τις γευστικές κάλυκες, υπάρχουν και άλλα ερεθίσματα, όπως της αφής, του πόνου, της οσμής, της θερμοκρασίας, που εμπλέκονται στην τελική αίσθηση που δημιουργεί το συγκεκριμένο τρόφιμο στον άνθρωπο. Όμως και ο υποκειμενικός παράγοντας καθορίζει το τι θεωρεί κάποιος γευστικότερο μεταξύ διαφόρων τροφίμων και έτσι πολλές φορές οι απόψεις για τη γευστικότητα μίας συγκεκριμένης τροφής διαφέρουν μεταξύ των ανθρώπων 

Για την υποκειμενική εκτίμηση της γευστικής ικανότητας σε ένα άτομο χρησιμοποιούνται διάφοροι μέθοδοι. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ερωτηματολόγια, με τα οποία διερευνάται η εξασθένιση της γευστικής ικανότητας, όπως υποκειμενικά την ερμηνεύει ένας ασθενής. Βέβαια κατά την αναλυτική συμπλήρωση του ιατρικού και οδοντιατρικού ιστορικού καταγράφονται καταστάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την γεύση, όπως η τυχόν ύπαρξη και ο βαθμός ξηροστομίας, καθώς και οι διατροφικές συνήθειες που έχει το άτομο. Οι υποκειμενικές αυτές εκτιμήσεις, που δίνονται από τα ερωτηματολόγια, έχουν αρκετούς περιορισμούς, αφού επηρεάζονται από την προσωπικότητα των ανθρώπων.

Το γεγονός αυτό οδήγησε τους επιστήμονες στην αναζήτηση και εφαρμογή τεχνικών για τη μέτρηση, με αντικειμενικά κριτήρια, της γευστικής ικανότητας. Με τις μεθόδους αυτές υπολογίζεται η γευστική ικανότητα ενός ανθρώπου, αξιολογώντας την ανταπόκρισή του, μετά την εφαρμογή χημικών ουσιών ή ηλεκτρικού ερεθίσματος σε καθορισμένες περιοχές του στόματος. Με τη μέθοδο μέτρησης της γεύσης με χρήση χημικών ουσιών (chemical gustometry) χρησιμοποιούνται διάφορες χημικές ουσίες ως γευστικά ερεθίσματα και αναζητείται η χαμηλότερη συγκέντρωση μίας γευστικής ουσίας (γευστικού ερεθίσματος), που γίνεται αντιληπτή και αναγνωρίζεται ως γευστικό ερέθισμα, τουλάχιστο σε ποσοστό 50% των τεστ που γίνονται στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Οι συνηθέστερες χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για τις μετρήσεις αυτές είναι το χλωριούχο νάτριο για την αίσθηση του αλμυρού, η σουκρόζη, η γλυκόζη, η γλυκερόλη και η φρουκτόζη για την αίσθηση του γλυκού, το κιτρικό και χλωριούχο άλας για το ξινό και το θειϊκό άλας κινίνης για το πικρό. Κατά τις δοκιμές τοποθετούνται μικρές ποσότητες των ουσιών αυτών με τη βοήθεια μικρού τεμαχίου βαμβακιού ή με τη μορφή σταγόνας ή με μικρά τεμάχια χαρτιού σε διάφορες περιοχές της γλώσσας.

Επίσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν τεχνικές απεικόνισης (π.χ. τομογραφία με χρήση ποζιτρονίων ή μαγνητική τομογραφία), με τις οποίες παρατηρούνται οι αλλαγές στον εγκέφαλο ύστερα από την εφαρμογή ενός παράγοντα, που προκαλεί ερεθισμό σε αισθητικούς υποδοχείς της γεύσης. Οι τεχνικές αυτές εμπερικλείουν μεγάλο κίνδυνο εσφαλμένης εκτίμησης, όμως αν συνδυαστούν και με τις πληροφορίες που δίνονται από τον ασθενή μπορούν να οδηγήσουν σε χρήσιμα συμπεράσματα.

 

Διαταραχές της γεύσης

Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που παραπονιούνται για κάποιο πρόβλημα γευστικότητας κατά τη λήψη της τροφής τους. Οι δυσμενείς αυτές καταστάσεις αποτελούν διαταραχές της γεύσης και ταξινομούνται ως εξής:

Αγευσία (ageusia): Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται η κατάσταση εκείνη στην οποία απουσιάζει η αίσθηση της γεύσης. 

Υπογευσία (hypogeusia): Στις περιπτώσεις υπογευσίας διαπιστώνεται μειωμένη γευστική ικανότητα στο άτομο.

Δυσγευσία (dysgeusia): Στη δυσγευσία το άτομο παραπονιέται για αλλοίωση στην αντίληψη της γεύσης. Η δυσγευσία μπορεί να προκύψει από χημικές ενώσεις που βρίσκονται για μεγάλο χρονικό διάστημα στη στοματική κοιλότητα του ασθενή. 

 

Τα αίτια

Στα συνηθέστερα αίτια, που έχουν ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση των διαταραχών αυτών, ανήκουν:

Η γήρανση του ατόμου. Πολλοί επιστήμονες προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τους μηχανισμούς που επηρεάζουν τη γευστική ικανότητα στα ηλικιωμένα άτομα. Τα αποτελέσματα ερευνών έδειξαν ότι η οσφρητική ικανότητα μειώνεται και επιπλέον οι περιοχές του εγκεφάλου, που συνδέονται με την αίσθηση της όσφρησης, παρουσιάζουν νευροπαθολογικές αλλαγές με την αύξηση της ηλικίας. Μάλιστα οι αλλαγές αυτές είναι εντονότερες στους ηλικιωμένους που πάσχουν από τη νόσο Alzheimer. Έτσι το ηλικιωμένο άτομο δεν έχει τη σωστή μυρωδιά ενός τροφίμου. Επιπλέον έχει ενοχοποιηθεί και η λήψη πολλών φαρμάκων που γίνεται από τα άτομα μεγάλης ηλικίας, αρκετά από τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τη γευστική ικανότητα. Η απώλεια των δοντιών και η ύπαρξη οδοντοστοιχιών στο στόμα επηρεάζουν τη διέγερση των γευστικών καλύκων, κυρίως στην περιοχή του ουρανίσκου, όπου εδράζεται η βάση της οδοντοστοιχίας της άνω γνάθου. Εκτός όμως από τους ανωτέρω συμβάλουν και άλλοι παράγοντες στην εμφάνιση διαταραχών στη γεύση σε ηλικιωμένους ασθενείς, όπως οδοντιατρικά προβλήματα (τερηδονισμένα δόντια και αυξημένος αριθμός τερηδόνας στις ρίζες των δοντιών, ύπαρξη περιοδοντικής νόσου, ξηροστομία, κ.ά.), κοινωνική και ψυχολογική απομόνωση, φυσική ανικανότητα του ατόμου, κοινωνικο – οικονομικές στερήσεις, περιβαλλοντικοί παράγοντες, κ.λπ.

 

Ακτινοβόληση στη περιοχή της κεφαλής και του λαιμού για τη θεραπεία καρκίνου. Μπορεί η ακτινοθεραπεία να προκαλέσει αγευσία, υπογευσία ή δυσγευσία. Σε πολλές περιπτώσεις στους ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο της στοματικής κοιλότητας, της κεφαλής, του λαιμού, του οισοφάγου, του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, τους στήθους, κ.λπ. διαπιστώνεται δυσγευσία, μειωμένη κατανάλωση τροφής και απώλεια του σωματικού βάρους ως επακόλουθο της μειωμένης πρόσληψης θρεπτικών συστατικών. Ειδικά για τους ασθενείς με καρκίνο στην περιοχή της κεφαλής ή του λαιμού, παρατηρούνται συχνά διαταραχές σε γευστικά ερεθίσματα ακόμα και πριν από την έναρξη των ακτινοβολιών ή της χημειοθεραπείας. Όταν οι διαταραχές της γεύσης εμφανίζονται από τα αρχικά στάδια της ακτινοθεραπείας, αιτιολογούνται από την επερχόμενη καταστροφή του στοματικού βλεννογόνου και των γευστικών καλύκων από τις ακτινοβολίες και σχετίζονται με τη δόση της ακτινοβολίας που λαμβάνει ο ασθενής, το μέγεθος του καρκινικού όγκου και της ακτινοβολούμενης περιοχής, την τεχνική ακτινοβόλησης που εφαρμόζεται από τον γιατρό.

Η ύπαρξη γενικευμένων ασθενειών, όπως η αναιμία ή ο σακχαρώδης διαβήτης. 

Διαταραχές στο ήπαρ ή στους νεφρούς.

Τα νοσήματα των ενδοκρινών αδένων.

Οι ορμονικές διαταραχές που συμβαίνουν στην περίοδο της εγκυμοσύνης ή της εμμηνόπαυσης.

Το σύνδρομο Sjögren – η ύπαρξη ξηροστομίας. 

Πυογενετικές μολύνσεις του στόματος και κυρίως φλεγμονή στην περιοχή της παρειάς. 

Τραύματα στην περιοχή της στοματικής κοιλότητας

Οι υποβιταμινώσεις – έλλειψη στοιχείων (π.χ. ψευδαργύρου). 

Παθήσεις του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.

Η κακή στοματική υγιεινή

Η χρόνια κατανάλωση αλκοολούχων ποτών.

Το κάπνισμα πολλών τσιγάρων.

Η λήψη φαρμάκων.

Μολύνσεις της μύτης και των παραρρινικών κόλπων

Ασθένειες του μέσου ωτός

Χειρουργικές επεμβάσεις σε ανατομικές περιοχές που νευρώνονται από το γλωσσοφαρυγγικό νεύρο ή επεμβάσεις στην περιοχή της χορδής του τυμπάνου.

Η ύπαρξη ψυχολογικών νοσημάτων.

 

Η διάγνωση

 

Η διάγνωση διαταραχής της γεύσης μπορεί να γίνει κατά τη λήψη του ιατρικού και οδοντιατρικού ιστορικού από τον οδοντίατρο, καθώς και κατά την κλινική εξέταση του ασθενή. Με την κατάλληλη και εφικτή παρέμβαση θα μπορέσει να αποκατασταθεί ή να βελτιωθεί η αίσθηση της γεύσης σε πάσχοντες, συμβάλλοντας θετικά στην ποιότητα της ζωής τους. Ο γιατρός θα πρέπει να εφαρμόσει την κατάλληλη στρατηγική, συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη, ώστε να βοηθήσει ασθενείς με αυξημένα προβλήματα υγείας να υιοθετήσουν διατροφικές συνήθειες και να συμμορφωθούν σε διαιτητικές συστάσεις (π.χ. ελάττωση στην πρόσληψη μαγειρικού άλατος ή λιπαρών τροφών) που μειώνουν την ωραία γεύση των τροφών, συμβάλουν όμως στη βελτίωση της υγείας των ασθενών και στην αποφυγή δυσμενών επιπτώσεων σ΄ αυτήν.

 

Νικολέτα Θάνου

Η Νικολέτα Θάνου είναι Οδοντίατρος Υγιειονολόγος με ειδίκευση στην Κοινωνική Προληπτική Οδοντιατρική

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ