Εξετάζεται νέο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

28 Αυγούστου 2016

Η δημοσιοποίηση των στατιστικών στοιχείων των φετινών πανελλαδικών εξετάσεων, που για την συντριπτική πλειοψηφία των υποψηφίων διεξήχθησαν με ένα αναμορφωμένο -σε σχέση με το παρελθόν- σύστημα εξέτασης και η συμπλήρωση του μηχανογραφικού, κατέδειξε ότι το υφιστάμενο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει αγγίξει τα όρια βιωσιμότητάς του. 

Η εισαγωγή υποψηφίων σε Σχολές με βαθμό 1,5 δεν είναι κάτι το καινούργιο και ούτε ευθύνη αποκλειστική του συστήματος εξέτασης, αλλά συνδυασμός τόσο των βαθμολογικών επιδόσεων όσο και του τρόπου συμπλήρωσης του μηχανογραφικού δελτίου από τους υποψηφίους. Εξάλλου το υφιστάμενο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν «φιλτράρει» τις επιδόσεις, όσο χαμηλές και αν είναι, καθώς το μέτρο της βάσης του «10» που απέκλειε την πρόσβαση σε υποψηφίους με μέσο όρο βαθμολογίας κάτω από τη βάση έχει εδώ και χρόνια καταργηθεί. 

Οι προτάσεις στο πλαίσιο του Εθνικού Διαλόγου

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας από το 2015 ξεκίνησε μια διαδικασία κατάθεσης προτάσεων, στο πλαίσιο του εθνικού διαλόγου για την Παιδεία, προκειμένου να βρεθεί η φόρμουλα για την κατάρτιση ενός νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που θα αντικαταστήσει τις περίφημες πανελλήνιες εξετάσεις. 

Ως διαγωνιστική διαδικασία οι πανελλήνιες, που έχουν επικρατήσει να λέγονται και πανελλαδικές, θεωρούνται ένας από τους πιο αξιόπιστους θεσμούς του ελληνικού κράτους με ελάχιστες –μετρημένες στα δάκτυλα του ενός μόλις χεριού- περιπτώσεις διαβλητού. Επομένως, το σύστημα που θα τις αντικαταστήσει θα πρέπει να έχει όλα τα εχέγγυα ώστε να είναι σαφώς πιο βελτιωμένο από το υφιστάμενο. 

Ο υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης δήλωσε την Τετάρτη που ανακοινώθηκαν τα στατιστικά των πανελληνίων ότι «έχουμε συνείδηση ότι το σύστημα των εισαγωγικών για τα Πανεπιστήμια έχει εξαντλήσει τη δυναμική του και στηρίζεται, δυστυχώς, σε μία παγκόσμια πρωτοτυπία που είναι η υποβάθμιση του σχολείου και η ενίσχυση της παράλληλης εκπαίδευσης, πράγμα που σημαίνει μία περαιτέρω οικονομική αιμορραγία της οικογένειας» προαναγγέλλοντας, μέσα από τη διαδικασία του εθνικού διαλόγου «να υπάρξει, χωρίς βιασύνη αλλά και χωρίς μεγάλες αναβολές, ένα νέο σύστημα επιλογής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο θα αναβαθμίζει το σχολείο. 

Συνεπώς το νέο σύστημα προϋποθέτει μια αναμόρφωση του Λυκείου και κυρίως των δύο μεγαλυτέρων τάξεών του. Επί πλέον η ευθύνη επιλογής για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση θα αποδίδεται στο σχολείο και όχι σε άλλα σχήματα εκτός του σχολείου».

Με αυτά τα δεδομένα και με οδηγό τα συμπεράσματα της πρότασης Λιάκου και το πόρισμα της επιτροπής Γαβρόγλου το υπουργείο Παιδείας φέρεται να προκρίνει τη λύση του «Εθνικού Απολυτηρίου» στα πρότυπα του International Baccalaureate. 

Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορούν και οι δηλώσεις του γενικού γραμματέα του υπουργείου Γιάννη Παντή. «Θα υπάρξει σύντομα μια πρόταση -ελπίζω μέσα στη χρονιά- που θα είναι πάνω στην εντολή που έχουμε από τον υπουργό. Θα πάμε δηλαδή, μέσω του σχολικού συστήματος, να μπαίνουν τα παιδιά στα πανεπιστήμια. Δεν θα χρειάζεται παράλληλο σύστημα», είπε μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού Πρακτορείου και συμπλήρωσε: «Θα αναβαθμιστεί ο ρόλος του Λυκείου. Με το απολυτήριο του Λυκείου και τον βαθμό ουσιαστικά θα μπορεί κάποιος να πηγαίνει στις σχολές εκείνες που θα έχει τη δυνατότητα λόγω βαθμού να μπει». 
 
Εθνικό Απολυτήριου στα πρότυπα του International Baccalaureate

Στο πλαίσιο του International Baccalaureate, το υπουργείο Παιδείας μελετάει τη δημιουργία ενός εθνικού απολυτηρίου που θα αποτελεί και το διαβατήριο για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. 

Ακόμα η πολιτική ηγεσία κρατάει κλειστά τα χαρτιά της σχετικά με τις λεπτομέρειες του νέου συστήματος εισαγωγής στα πανεπιστήμια, καθώς δεν είναι γνωστό αν η συμπλήρωση του μηχανογραφικού θα ισχύει και στο νέο σύστημα και αν θα υπάρξει αυτούσιο το σύστημα των βάσεων εισαγωγής. Αντίθετα, επιμένει στο επιχείρημα για μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην αναβάθμιση του Λυκείου.

Στον πυρήνα του -υπό μελέτη- νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα είναι:

• Ο βαθμός απολυτηρίου, που θα αποτελεί τον βαθμό με τον οποίο θα εισάγονται οι υποψήφιοι στις σχολές και

• Η μείωση των χρόνων φοίτησης στο Λύκειο κατά ένα με τη «μεταφορά» αυτού του έτους στο Γυμνάσιο που θα καταστεί από τριετούς σε τετραετούς φοίτησης. 

Επιπλέον, μελετάται να εισαχθεί ένας συντελεστής βαρύτητας για την κατάταξη των υποψηφίων, επί του γενικού βαθμού πρόσβασης, ή άλλων κριτηρίων επίδοσης. Το μέτρο αυτό εκτιμάται ότι θα εξασφαλίζει σε ΑΕΙ και ΤΕΙ φοιτητές με γενική αλλά και ειδική επάρκεια.

Από τη στιγμή που θα έχει ολοκληρωθεί το Νέο Λύκειο, ο συντελεστής βαρύτητας μπορεί να εφαρμοστεί επί του Εθνικού Απολυτηρίου και έτσι θα περάσουν οι πανελλήνιες εξετάσεις στην ιστορία. Ωστόσο, σύμφωνα με την πρόταση του Αντώνη Λιάκου, η υιοθέτηση του συντελεστή μπορεί να γίνει από τις επόμενες εισαγωγικές εξετάσεις.

Ωστόσο, η Επιτροπή στο πόρισμά της αναγνωρίζει ότι από το προτεινόμενο σύστημα ανακύπτουν σημαντικά προβλήματα:

1. Πώς θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η αντικειμενικότητα στη βαθμολόγηση;

2. Θα ισχύσουν μεταβατικές διατάξεις, ποιες είναι και ποιο το εύρος τους; 

3. Πότε θα ολοκληρωθεί το νέο σύστημα μετάβασης; 

Το σκεπτικό

Σύμφωνα με το σκεπτικό της Επιτροπής το υφιστάμενο σύστημα λειτουργεί επαρκώς μόνο για το ένα τέταρτο περίπου των υποψηφίων που μπορεί να πραγματοποιήσει τις πρώτες του επιλογές σημειώνοντας ότι «Το κόστος λειτουργίας του όμως είναι δυσανάλογα μεγάλο και βαραίνει συνολικά και στη σταδιοδρομία των νέων, και στην εκπαίδευση και στην κοινωνία. 

Δημιουργείται κάθε χρόνο ένα ντόμινο με τη μορφή χιονοστιβάδας. Αυτή η χιονοστιβάδα η οποία δημιουργείται από τους αποτυχόντες των τμημάτων υψηλής βαθμολογίας, κατρακυλά στα τμήματα χαμηλότερης βαθμολογίας, διώχνοντας από εκεί όσους τα είχαν προτιμήσει. 

Η χιονοστιβάδα διογκώνεται με νέους αποτυχόντες και κατρακυλώντας προς τα τμήματα χαμηλής βαθμολογίας διώχνει όσους επιθυμούν να σπουδάσουν σε αυτά, τοποθετώντας τυχαίως άλλους που αδιαφορούν πλήρως για αυτά.

Παραδείγματα:

Α. Σχολές υψηλής ζήτησης: Στο ΕΜΠ, Τμήμα μεταλλειολόγων: Το τμήμα πρόσφερε 63 θέσεις. Ως πρώτη επιλογή το είχαν επιλέξει 19 υποψήφιοι, ως δεύτερη 30, και ως τρίτη 31 (σύνολο 80 υποψήφιοι). Συνολικά όμως το τμήμα συγκέντρωνε 1362 προτιμήσεις από το μηχανογραφικό. Από αυτούς που τελικά φοίτησαν στο τμήμα, στις τρεις πρώτες προτιμήσεις τους το είχαν θέσει μόλις οι 18, και υπόλοιποι 45 επιτυχόντες προήλθαν από τη χιονοστιβάδα του μηχανογραφικού (22 εκ των οποίων είχαν δηλώσει το τμήμα από 7η και πέρα επιλογή).

Β. Σχολές χαμηλής ζήτησης: Στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας: Το τμήμα πρόσφερε 144 θέσεις. Ως πρώτη επιλογή το είχαν επιλέξει 20 υποψήφιοι, ως δεύτερη 56, και ως τρίτη 54 (σύνολο 130 υποψήφιοι). Συνολικά όμως το τμήμα συγκέντρωνε 4.470 προτιμήσεις από το μηχανογραφικό. Από αυτούς που τελικά φοίτησαν στο τμήμα, στις τρεις πρώτες προτιμήσεις τους το είχαν θέσει μόνο 11 φοιτητές και από τη χιονοστιβάδα του μηχανογραφικού προήλθαν οι υπόλοιποι 133 επιτυχόντες. (120 εκ των οποίων είχαν δηλώσει το τμήμα από 7η και πέρα επιλογή). Δηλαδή δεν σπούδασαν εκεί 130 από όσους το είχαν δηλώσει στις τρεις πρώτες τους επιλογές, και τελικά εισήχθησαν 120 που είχαν συμπεριλάβει το τμήμα μόνο για να συμπληρώσουν το μηχανογραφικό».


Πηγή: http://www.real.gr 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ