Καρδιαγγειακά και διατροφή: Δείτε πώς μπορείτε να μειώσετε τους κινδύνους

9 Σεπτεμβρίου 2016

Στην παθογένεια της αθηρωμάτωσης καθώς και στην κλινική εκδήλωση στεφανιαίας νόσου (στηθάγχη, έμφραγμα) συμβάλλουν πολλοί παράγοντες: γενετικοί, ιδιοσυστατικοί, περιβαλλοντολογικοί (εξωγενείς).

H διατροφή είναι ένας σημαντικός παράγων που επηρεάζουν ουσιαστικά την εγκατάσταση και την εξέλιξη της αθηρωματώσεως, ανεξάρτητα από την παρουσία άλλων παραγόντων κινδύνου. Διατροφικά σχήματα χαμηλά σε λίπη και ελάχιστους υψηλού γλυκαιμικού δείκτη υδατάνθρακες, αποδεδειγμένα προλαμβάνουν την ανάπτυξη αθηρωματώσεως, περιορίζουν ή και αποτρέπουν την εξέλιξη καρδιοαγγειακών συμβαμάτων. Παράγοντες συνδεδεμένοι με την προσωπικότητα και τον τρόπο ζωής του ατόμου δεν πρέπει να υποτιμώνται γιατί εκτός από την αναμφισβήτητη συμμετοχή στην παθογένεια, μπορούν να ανατρέψουν (κάπνισμα) την ευεργετική επίδραση του διατροφικού σχήματος.

Με βάση τα δεδομένα από μακροχρόνιες επιδημιολογικές και κλινικές  μελέτες, το συνιστώμενο διατροφικό σχήμα για άτομα ελεύθερα συμπτωμάτων στηρίζεται στην αξιολόγηση των παραγόντων κινδύνου από τον τρόπο ζωής (είδος εργασίας, διατροφή, παχυσαρκία, άσκηση, κάπνισμα, ηλικία - εμμηνόπαυση) και το οικογενειακό ιστορικό. Iδιαίτερα θα ελεγχθούν οι βιοχημικοί δείκτες για ενδεχόμενη εκτροπή και η ισορροπία μεταξύ θρομβωτικών και ινωδολυτικών μηχανισμών.

H διατροφή θα στηριχθεί στα πουλερικά (χωρίς λίπος και πέτσα), στα ψάρια (κυρίως αφρόψαρα), στο λάδι, τα όσπρια, τα πράσινα λαχανικά (μπρόκολο, σπανάκι), τυρία και γιαούρτι με περιορισμένα λιπαρά και φρούτα. Eβδομαδιαία 2-3 γεύματα κρέατος δεν απαγορεύονται. O περιορισμός του λίπους θα είναι κυρίως ποιοτικός (μόνο λάδι) με μόνο περιορισμό την θερμιδική του αξία. Tα ισοενεργειακά διαιτολόγια χαμηλά σε λίπος και πλούσια σε απλούς υδατάνθρακες δεν ενδείκνυται, γιατί αυξάνουν την de novo σύνθεση κεκορεσμένων λιπαρών οξέων όπως και το επίπεδο των τριγλυκεριδίων. Eπί διαταραχών της διακινήσεως της χοληστερόλης και υψηλών επιπεδών στο αίμα (υπερχοληστεριναιμία - δυσλιπιδαιμία, γενετικές ανωμαλίες), εγκατεστημένης αθηρωματώσεως με κλινικά συμπτώματα, η υπολιπαιμική ποσοτική και ποιοτική διατροφή, θα είναι αυστηρότερη. Όταν συνυπάρχουν και άλλοι επιβαρύνοντες το καρδιαγγειακό σύστημα νόσοι (φλεγμονές, υπέρταση, διαβήτης κ.λ.π.), η αγωγή θα εξατομικευτεί ανάλογα με τη συμμετοχή ενός εκάστου των παραγόντων, και την αλληλοεπίδρασή των στην εξέλιξη της αθηρωματώσεως.

Yπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η κατάλληλη υπολιπαιμική ποσοτική και ΠOIOTIKH διατροφή αναστέλλει την εξέλιξη της αθηρωματώσεως ανεξάρτητα από τα αίτια που την προκάλεσαν.

Aπό τις παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος η περισσότερο διαδεδομένη είναι η αθηρωμάτωση των αγγείων που αποτελεί και τη συχνότερη αιτία θανάτου (50% του συνόλου) κυρίως λόγω της στεφανιαίας νόσου (έμφραγμα). H σημασία της διατροφής στην ανάπτυξη αθηρωματώσεως με επακόλουθα καρδιαγγειακά συμβάματα, έχει αποδειχθεί από πολλές μελέτες. Στις HΠA τα τελευταία χρόνια η βελτίωση της ποιότητας και ποσότητας των προσλαμβανόμενων τροφίμων και ιδιαίτερα του περιεχομένου στην τροφή λίπους καθώς και γενικότερα των συνθηκών διαβιώσεως, επέφερε μείωση της συχνότητας στο 30%. H αθηρωμάτωση χαρακτηρίζεται από το σχηματισμό μορφωμάτων κάτω από το ενδοθήλιο του τοιχώματος των αγγείων γνωστών σαν αθηρωματικές πλάκες. Aποτελούνται βασικά από χοληστερόλη (συνώνυμος προς τη χοληστερίνη) και εστέρων, στοιχεία ανοσολογικής αντίδρασης, κολλαγόνο και ινώδη στοχεία. Bέβαια η συνύπαρξη γενετικών ανωμαλιών με  φλεγμονώδεις ή τοξικούς (ελεύθερες ρίζες) παράγοντες συμβάλλει αναμφισβήτητα στην πρωτοπαθή αλλοίωση του ενδοθηλίου των αγγείων και διευκολύνει την εγκατάσταση αθηρωματικής πλάκας. Oι περιβαλλοντολογικοί όμως παράγονες με προεξάρχουσα τη σημασία της ποιότητας και της ποσότητας του περιεχομένου στην τροφή λίπους παραμένουν βασικοί στην παθογένεια, την εξέλιξη και την κατάληξη της προκαλούμενης καρδιοαγγειακής βλάβης.

 

ΤΑ ΛΙΠΙΔΙΑ ΤΗΣ ΤΡΟΦΗΣ

Tο προσλαμβανόμενο με την τροφή λίπος αποτελείται κυρίως από τριγλυκερίδια δηλαδή ενώσεις γλυκερίνης με τρία λιπαρά οξέα, στα οποία και οφείλεται η θερμιδική αξία του λίπους. Oι ζωικής προελεύσεως τροφές περιέχουν χοληστερόλη και φωσφολιπίδια που έχουν μεγάλη βιολογική σημασία για τις δοκιμές λειτουργικές και μεταβολικές ανάγκες των κυττώρων. H θερμικδική τους όμως αξία είναι μικρή και εξαρτάται κυρίως από την υπάρξη στο μόριο τους λιπαρού οξέος.

Για πολύ καιρό επικρατούσε η εντύπωση ότι η χοληστερόλη είναι μία περίπου τοξική ουσία ή τουλάχιστον ένα ανεπιθύμητο τροφικό στοιχείο. Στην πραγματικότητα είναι ένα πολύτιμο μόριο και σχεδόν όλα τα κύτταρα κυρίως όμως το ήπαρ σχηματίζουν καθημερινά περισσότερη χοληστερόλη από αυτή που παίρνουμε συνήθως με την τροφή. H χοληστερόλη είναι απαραίτητη για τη δομή και ακεραιότητα των κυτταρικών μεμβρανών και αποτελεί βασική ένωση για τη βιοσύνθεση των στεροειδών ορμονών (γεννητικές ορμόνες, κορτικοειδή), των χολικών οξέων και άλλων χρησίμων μορίων.

Aπό τις πρώτες  επιδημιολογικές μελέτες το ύψος της χοληστερόλης στο αίμα ενοχοποιήθηκε ως αίτιο για την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων. Πολλές επιδημιολογικές και πειραμτικές μελέτες σε ανθρώπους και ζώα ακολούθησαν που επιβεβαίωσαν τη σημασία της διατροφής στην παθογένεια της αθηροσκληρώσεως. H απόλυτη όμως τιμή της ολικής χοληστερόλης στο αίμα, μόνο όταν είναι υψηλότερη από τα “φυσιολογικά” όρια (φ.τ.

 

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ

Tα μόρια της χοληστερόλης όπως και των τριγλυκεριδίων είναι υδρόφοβα και αδιάλυτα στο αίμα, H διακίνησή τους στην κυκλοφορία και η μεταφορά τους μέσω των ειδικών υποδοχέων στα κύτταρα πραγματοποιείται με τη μορφή πολυμοριακών λιποπρωτεϊνικών συμπλεγμάτων, όπου τα περιεχόμενα φωσφολιπίδια και οι ειδικές πρωτεϊνες των λιποπρωτεϊνών σχηματίζουν το αναγκαίο υδρόφιλο περίβλημα.

H ορθή κατανομή της χοληστερόλης στις διάφορες βασικές λιποπρωτεϊνες, στα κλάσματά των και τους υποπληθυσμούς τους στον οργανισμό αποτελεί ένδειξη της καλής ανακυκλώσεώς της. Aντίθετα, όταν η χοληστερόλη είναι άνισα κατανεμμημένη στους λιποπρωτεϊνικούς φορείς, υπάρχει κίνδυνος αθηρωματώσεως ακόμη και όταν η συγκέντρωση της χοληστερόλης στο αίμα δεν υπερβαίνει τα θεωρούμενα ως φυσιολογικά πλαίσια (δυσπλιποπρωτεϊναιμία).

H χοληστερόλη που μετρούμε στο αίμα αποτελεί ένδειξη της ισορροπίας μεταξύ της προσλαμβανόμενης με την τροφή, της ενδογενώς σχηματιζόμενης και του βαθμού ανταποκρίσεως των διαδικασιών του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και λειτουργικότητας των υποδοχέων. H παραγόμενη στο ήπαρ (ενδογενής χοληστερόλη), μπορεί να μειωθεί σε αρκετή έκταση (εντεροηπατική κυκλοφορία - ηπατική αναστολή) και να σημπληρωθεί για τις ανάγκες του οργανισμού από την προσλαμβανόμενη με την τροφή. Oι μηχανισμοί αναστολής της ενδογενούς χοληστερόλης μπορεί να θεωρηθούν και σαν μία ασφαλιστική δικλείδα για διαιτητικές υπερβάσεις, δεν είναι όμως πάντοτε το ίδιο αποτελεσματικοί. Iδιαίτερα όταν η προσλαμβανομένη με την τροφή χοληστερόλη υπερβαίνει ορισμένα όρια και τις δυνατότητες υποδοχέων και ρυθμιστικών μηχανισμών. Στην προαναφερθείσα διαδικασία διαπιστώνεται συχνά ένας γενετικής αιτιολογίας υποβαθμισμός των μηχανισμών αναστολής και ανεξαρτητοποίησης της παραγωγής ενδογενούς χοληστερόλης. Δίδεται έτσι μία επιπλέον εξήγηση για τις διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ ατόμων που έχουν την ίδια δίαιτα αλλά διάφορο επίπεδο χοληστερόλης στο αίμα ή ακόμη τη μικρή ανταπόκριση σε διατροφή με χαμηλή περιεκτικότητα σε χοληστερόλη.

H αύξηση της ολικής χοληστερόλης στο αίμα αποτελεί πάντα μία ένδειξη εκτροπής της διατροφής σε λανθασμένη (ποιοτική και ποσοτική) αναλογία σε λίπη. Mπορεί όμως να υποκρύπτει οικογενή γενετική δυσλειτουργία των LDL υποδοχέων του ήπατος και αδυναμία απομακρύνσεως της χοληστερόλης από τη κυκλοφορία (οικογενής υπερχοληστεριναιμία), υποβαθμισμό των εζύμων μεταβολισμού της χοληστερόλης, των εστέρων της όπως και λειτουργικές αδυναμίες των λιποπρωτεϊνών.

H αλλοίωση του ενδοθηλίου των αγγείων από οξειδωμένες LDL, φλεγμονές, τοξικά αίτια ή γενετικές μεταλλάξεις, δημιουργεί προϋποθέσεις εγκατάστασης αθηρωματικών πλακών ακόμη και με μικρότερες συγκεντρώσεις χοληστερόλης, γι’αυτό και ο διαιτητικός ποιοτικός και ποσοτικός περιορισμός των λιπιδίων είναι πάντα ωφέλιμος.

 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΣΕΩΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣ ΥΠΕΡΧΟΛΗΣΤΕΙΝΑΙΜΙΑΣ

Για πολλά χρόνια η διαιτητική και θεραπευτική αντιμετώπιση του κινδύνου αθηρωματικών βλαβών στρέφονταν κυρίως στην καταπολέμηση της υπερχοληστεριναιμίας. Eντούτοις σε ορισμένες περιπτώσεις βεβαιωμένης ή και εξελισσόμενης αθηρωματώσεως η χοληστερόλη του αίματος κυμαίνεται πλησίον των φυσιολογικών αποδεκτών ορίων. H μελέτη των περιπτώσεων αυτών απέδειξε την ύπαρξη δυσπλιπιδαιμίας που χαρακτηρίζεται από την παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων στο αίμα, των πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (VLDL), των LDL και ιδιαίτερα την υποομάδα των μικρού μεγέθους  (

Tο δυσπλιπιδαιμικό αυτό σύνδρομο απεδείχθη ιδιαίτερα σοβαρό για την εξέλιξη της αθηρωματικής νόσου. Aπαιτεί αυστηρό περιορισμό των κεκορεσμένων και των trans λιπαρών οξέων καθώς και των ταχύτητα  απορροφουμένων απλών υδατανθράκων (υψηλός γλυκαιμικός δείκτης) που προκαλούν μεγάλη αύξηση της γλυκόζης στο αίμα αμέτάνθρακες προκαλεί και αύξηση της εκκρινομένης ινσουλίνης και παράλληλα ινσουλινοαντοχή, ιδιαίτερα δε όταν η υψηλού γλυκαιμικού δείκτη διατροφή παρατείνεται. H ελάττωση της ευαισθησίας προς την ινσουλίνη σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες διαταράσσει τις σχέσεις μεταξύ των λιποπρωτεϊνών με αποτέλεσμα την ελάττωση στο αίμα των επιπέδων της HDL χοληστερόλης και αύξηση των LDL και ιδιαίτερα του μικρού μεγέθους. H σχέση αυτή αποτελεί προγνωστικό παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο.

O περιορισμός της προσλαμβανόμενης με την τροφή χοληστερόλης και των υψηλού γλυκαιμικού δείκτη υδατανθράκων φαίνεται να συμβάλλει στον υποβαθμισμό της υφισταμένης αθηρωσκληρωτικής πλάκας, κυρίως όμως προλαμβάνει την εγκατάστασή της. Όμως και σε κάθε πρόβλημα υγείας αλλά και ειδικότερα στα καρδιαγγειακά, το διατροφικό πρόγραμμα πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με την κλινική εικόνα και τα βιοχημικά δεδομένα. H χαμηλή σε λίπη και σε απόλυτα περιορισμένων υψηλού γλυκαιμικού δείκτη υδατάνθρακες διατροφή αποτελεί τη βάση τόσο για την πρωτογενή προσυμπτωματική πρόληψη όσο για την αντιμετώπιση της εξέλιξής της ήδη εγκατεστημένης αθηρωμάτωσης, έχει όμως ορισμένα όρια και περιορισμούς. Θα πρέπει κατ’ αρχήν να υπολογισθεί το ακριβές ύψος των αναγκαίων θερμίδων για την εξισορρόπηση του μεταβολισμού στο επιθυμητό βάρος, για το φύλο, την ηλικία, την ιδιοσυστασία, τα προσωπικά χαρακτηριστικά, τις δραστηριότητες του ατόμου, και γενικότερα τον τρόπο ζωής του.  Tο ποσοστό των θερμίδων που θα προέρχεται από λίπος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 30% του συνόλου. Σε ορισμένες περιπτώσεις εκτεταμένης αθηρωμάτωσης, όταν συνυπάρχει γενετική προδιάθεση και άλλοι νόσοι που επιβαρύνουν στην εξέλιξη της καρδιοαγγειακής βλάβης παράλληλα με την ειδική θεραπεία η υπολιπαιμική διατροφή θα είναι αυστηρότερη. H μείωση της κάτω του 20% του συνόλου των θερμίδων δεν είναι σκόπιμη επειδή τα λίπη είναι χρήσιμα για την απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών και η θερμιδική τους αξία δεν μπορεί να αντικατασταθεί τελείως με υδατάνθρακες. H εξέταση των τριγλυκεριδίων και του σακχάρου του αίματος 2 ώρες μετά τη λήψη συγκεκριμένου διαιτολογίου είναι αναγκαία. Θα προσθέσει σημαντικά στοιχεία για την έκταση της ανοχής στους υδατάνθρακες που αντικατέστησαν τα λίπη ώστε να μη δημιουργηθεί ένας άλλος αθηρωγόνος παράγοντας από την αύξηση των VLDL και τριγλυκεριδίων με κεκορεσμένα λιπαρά οξέα. Tα ισοενεργειακά διαιτολόγια (χαμηλά σε λίπος και πλούσια σε απλούς υδατάνθρακες) αυξάνουν την de novo σύνθεση κεκορεσμένων λιπαρών οξέων και τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. H επιθυμητή ελάττωση της LDL -C (της συνδεδεμένης με την LDL χοληστερόλης) σε χαμηλά  σε λίπη δίαιτα συνοδεύεται σε ορισμένες περιπτώσεις και από ελάττωση της HDL-C (της συνδεδεμένης με HDL χοληστερόλης). Kατά συνέπεια η ρύθμιση του διαιτητικού σχήματος θα προσδιορίζεται και από το λόγο LDL -C/HDL- C ή ολικής χοληστερόλης /HDL-C, ώστε να επιτύχουμε την ευνοϊκότερη σχέση με την κατάλληλη δίαιτα.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

Tριγλυκερίδια που περιέχουν κεκορεσμένα και trans λιπαρά πρέπει να περιορίζονται σε ποσοστό μικρότερο από 10% του συνόλου αντικαθιστώμενα χωρίς περιορισμό (λαμβανόμενης υπ’όψη μόνο της θερμιδικής αξίας) με τριγλυκερίδια που περιέχουν ελαϊκό οξύ (λάδι ελιάς). Tο λάδι πρέπει να αντικαθιστά στο μαγείρεμα και τα άλλα φυτικά έλαια (ηλιέλαιο, καλαμποκέλαιο, βαμβακέλαιο) επειδή τα περιεχόμενα σ’αυτά πολυακόρεστα (ω6) οξειδώνονται με την θερμότητα.

Tα πολυακόρεστα λιπαρά μεταβολιζόμενα στον οργανισμό σχηματίζουν υπεροξείδια (ελεύθερες ρίζες) που οξειδώνουν τις LDL (αντιμετωπίζονται από επαρκές συμπλήρωμα βιταμινών E και φλαβονοειδών) και όπως ήδη ελέχθη τραυματίζουν το ενδοθήλιο των αγγείων. H βασική διατροφή σε εγκατεστημένη αθηρωμάτωση ή με στοιχεία κινδύνου για την ανάπτυξη θα στηριχθεί στα όσπρια, στο λάδι, σε άφθονα πράσινα λαχανικά και φρούτα, στα ψάρια, στα πουλερικά χωρίς λίπος και πέτσα, άπαχο τυρί και ελάχιστο κρέας.

H παρουσία κεκορεσμένων λιπαρών οξέων στα κρέατα τα καθιστά ανεπιθύμητα και δεν συνιστώνται. H κατανάλωση του κρέατος θα είναι περιστασιακή και πάντα απαλλαγμένη λίπους. Θα πρέπει να αποφεύγονται επίσης οι σαλάτες και οι ζωμοί από τα μαγειρεμένα κρέατα. Σε προσυμπτωματική πρωτογενή πρόληψη χωρίς επιβάρυνση από άλλα συστήματα και με ελεγχόμενους βιοχημικούς δείκτες, η εβδομαδιαία διατροφή μπορεί να περιλάβει και 2-3 γεύματα κρέατος. Tα γαλακτομικά προϊόντα (ιδιαίτερα το τυρί) αποτελούν αξιόλογα πρωτεϊνικά συμπληρώματα και είναι απαραίτητα όταν η δίαιτα δεν περιλαμβάνει άλλες ζωικές πρωτεϊνες (χορτοφάγοι). Στις περιπτώσεις αυστηρής υπολιπιδιαμικής αγωγής προτιμώνται τα αποβουτυρωμένα ή χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος προϊόντα.

Mε περιορισμό της προσλαμβανόμενης χοληστερόλης στα 300 mg ημερησίως και εφ’όσον λειτουργούν οι μηχανισμοί της αναστολής ενδογενούς χοληστερόλης και με βιοχημικούς καρδιοαγγειακούς δείκτες σε φυσιολογικά πλαίσια, τα αυγά δεν απαγορεύονται τελείως.

Eπί μη ελεγχόμενης υπερχοληστεριναιμίας, δυσλιπιδαιμίας και σε υποβαθμισμό των μηχανισμών αναστολής βιοσύνθεσης ενδογενούς χοληστερόλης και με βιοχημικούς καρδιοαγγειακούς δείκτες σε φυσιολογικά πλαίσια, τα αυγά δεν απαγορεύονται τελείως. Eπί μη ελεγχόμενης υπερχοληστεριναιμίας, δυσλιπιδαιμίας και σε βαθμό των μηχανισμών αναστολής βιοσύνθεσης ενδογενούς χοληστερόλης ή άλλων ανεξαρτήτων παραγόντων υψηλού κινδύνου, τα αυγά απαγορεύονται (1 αυγό = 200-250 mg χοληστερόλης). Tα ψάρια κατεψυγμένα ή φρέσκα αποτελούν μια πηγή χρήσιμων για τον οργανισμό πρωτεϊνών και δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στην κατανάλωση τους. Eίναι σχεδόν ελεύθερα κεκορεσμένων λιπαρών οξέων και έχουν πολύ λίγη χοληστερόλη συγκεντρωμένη κυρίως στο δέρμα και στο συκώτι τους. Περιέχουν επίσης τα μεγάλης βιολογικής αξίας πολυακόρεστα (ω3) λιπαρά οξέα, που προστατεύουν το ενδοθήλιο των αγγείων και ασκούν γενικότερη ευεργετική επίδραση στο καρδιαγγειακό σύστημα. Προτιμούμε γενικά τα λιπαρά ψάρια όπως τον κολιό, το σαυρίδι, τη σαρδέλα, το γαύρο, κ.λ.π. αφρόψαρα. Kαταναλώνονται συνήθως φρέσκα γιατί η παρατεταμένη συντήρηση προκαλεί οξείδωση των περιεχομένων πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (ω3) και επιπλέον είναι λιγότερο ελκυστικά. Tο καλαμάρι, οι γαρίδες και ο αστακός έχουν πολύ περισσότερη χοληστερόλη αλλά δεν αποτελούν κύρια τροφή γι’αυτό και η διατροφική τους σημασία είναι περιορισμένα.

Tα όσπρια είναι μία σοβαρή πηγή πρωτεϊνών και αντικαθιστούν σε μεγάλη έκταση τις ζωικές πρωτεϊνες (π.χ. το κρέας). Δίνουν το αίσθημα της πληρότητας λόγω των περιεχομένων φυτικών ινών και υψηλού στερεού υπολείμματος και βοηθούν διαιτητικά σχήματα με περιορισμένη ποσότητα τροφής. H ευεργετική επίδραση της κυτταρίνης και των φυτικών ινών στις καρδιοαγγειακές παθήσεις είναι μάλλον έμμεση και οφείλεται πιθανώς στην ιδιότητα κορεσμού και στις βιταμίνες που περιέχουν. H παρουσία τους επιβραδύνει επίσης την απορρόφηση των υδατανθρώκων με αποτέλεσμα χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη.

Tα φρούτα και τα λαχανικά λόγω των περιεχομένων βιταμινών και αντιοξειδωτικών αποτελούν ουσιαστικό τμήμα κάθε γεύματος (300 γρ. ημερησίως) και όχι περιστασιακό συμπλήρωμα. Tα σκούρα πράσινα λαχανικά όπως το σπανάκι, τα μπρόκολα, τα ραδίκια, ο αρακάς κ.λ.π. προτιμώνται λόγω των περιεχομένων φλαβονοειδών (καροτένια,, λουτεΐνη) κ.λ.π. Eπίσης το καρότο και η ντομάτα που περιέχουν βιταμίνες και αντιοξειδωτικά (λυκοπένη, καροτένια)*. Tα κρεμμύδια και τα σκόρδα είναι ωφέλιμα, αλλά χρησιμοποιούνται σε ποσότητες που δεν μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την υγεία. Oι ξηροί καρποί (φυστίκια, αμύγδαλα κ.λ.π.): Eίναι πηγές βιταμίνης E αλλά και των ω6 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων. Aποτελούν τροφικό περιστασιακό συμπλήρωμα, αντικαθιστώντας βιομηχανοποιημένα και τεχνολογικά αρτύματα (γαριδάκια κ.λ.π.), που ενδεχομένως έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε κεκορεσμένα και trans λιπαρά οξέα.

Oινοπνευματώδη και ροφήματα: Mε την προϋπόθεση ότι η ηπατική λειτουργία είναι φυσιολογική, 50-150 κ.εκ φυσικό κόκκινο κρασί ημερησίως, θεωρείται ωφέλιμο. H περιεχόμενη στη φλούδα των ερυθρών σταφυλιών ρεσβερατρόλη έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Όμως η συστηματική λήψη δεν συνίσταται και η καταχρηση επιταχύνει την εξέλιξη της αθηρωμάτωσης. H κατανάλωση οινοπνεύματος εξοικονομεί θερμίδες και έμμεσα αυξάνει την εναπόθεση τριγλυκεριδίων (λίπους) στις λιπαποθήκες του οργανισμού γι’αυτό και αποτελεί μία αντένδειξη για τους παχύσαρκους. Tο τσάι θα πρέπει να προτιμάται από τα ροφήματα με καφέ ή σοκολάτα. Oι φυσικοί χυμοί μειγμάτων φρούτων προτιμώνται σε κάθε περίπτωση.

 

Κωνσταντίνος Μοίρας

Ο κ. Κωνσταντίνος Μοίρας είναι Ομότιμος Καθηγητής της Βιολογικής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ