"Η φάρσα περί Κοσκωτά μπορεί να γίνει τραγωδία"

23 Σεπτεμβρίου 2016

«Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ σκάβουν με επιμέλεια έναν λάκκο, στον οποίο τελικά θα πέσουν οι ίδιοι μέσα», δηλώνει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης, σε συνέντευξη που παραχωρεί στο tvxs.gr, για τις επιθέσεις που δέχεται η κυβέρνηση αναφορικά με τα δάνεια της Τράπεζας Αττικής. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ «δεν έχουν ακόμα καταλάβει ότι σε κάποια θέματα δεν είναι κατήγοροι, αλλά κατηγορούμενοι», γιατί «για μακρά περίοδο, η Τράπεζα Αττικής λειτούργησε ως “παραμάγαζό” τους και εδώ υπάρχουν τεράστιες ευθύνες, οι οποίες ακόμα δεν έχουν καταλογιστεί», αναφέρει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και καταγγέλλει «πως κάποιοι πίστεψαν ότι με άξονα την Τράπεζα Αττικής, μπορούν να στήσουν επικοινωνιακά ένα σκηνικό που να θυμίζει εποχή Κοσκωτά, για να πλήξουν την κυβέρνηση. Όπως όμως προειδοποιεί «η φάρσα Κοσκωτά μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία».

Ο κ. Δραγασάκης αναφέρεται και στον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες και δηλώνει ότι αυτός αποτελεί μια σημαντική στιγμή στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση του φαινομένου της διαπλοκής, κυρίως διότι αποκάλυψε τι δεν γινόταν επί 27 χρόνια.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναφέρεται και στην ανάγκη δημιουργίας ενός παράλληλου τραπεζικού συστήματος και καλεί κάποιους να πάρουν απόφαση ότι «το χρηματοδοτικό σύστημα στην Ελλάδα θα ανοίξει και θα έρθει πιο κοντά στις κοινωνικές ανάγκες».

Ο κ. Δραγασάκης ερωτάται και για τη στάση του ΣΕΒ για τον οποίο τονίζει ότι πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να είναι μια ιδεολογική «γιάφκα» της Δεξιάς και άντρο του νεοφιλελευθερισμού ή συλλογική έκφραση μίας νέας κοινωνικά υπεύθυνης επιχειρηματικότητας.

«Επικοινωνιακό σκηνικό»

Στην ερώτηση «τι κρύβεται πίσω από τον πόλεμο για την Attica Bank;» και το πρόσφατο σχόλιο της αντιπροεδρίας ότι υπάρχουν «κέντρα και δυνάμεις που επιδιώκουν το κλείσιμο ή την εξαγορά της τράπεζας έναντι ευτελούς τιμήματος», ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης απαντά, ότι μόνο τον τελευταίο χρόνο, καταγράφηκαν πάνω από 1.000 στοχευμένα αρνητικά δημοσιεύματα για την Τράπεζα Αττικής. «Θα ήταν αφελές να πιστέψουμε ότι πίσω από αυτά υπάρχει πάντα “αθώο” δημοσιογραφικό ενδιαφέρον», αναφέρει και προσθέτει πως «από ιστορική άποψη, πάντως, αυτό που ζούμε είναι μία “φάρσα”, διότι κάποιοι πίστεψαν ότι με άξονα τη μικρή αυτή τράπεζα, μπορούν να στήσουν επικοινωνιακά, ένα σκηνικό που να θυμίζει εποχή Κοσκωτά, για να πλήξουν την κυβέρνηση. Το δράμα, όμως, είναι ότι αυτή η “φάρσα” μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε τραγωδία. Διότι ακόμη και μια μικρή φωτιά μπορεί εύκολα να γίνει πυρκαγιά στο εύφλεκτο έδαφος του χρηματοπιστωτικού τομέα».

Ο ρόλος της ΤτΕ

Αναφορικά με τον ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδας και το αν αυτή έχει ανταποκριθεί σωστά στον εποπτικό της ρόλο στην Attica Bank, δεδομένου ότι υπουργοί της κυβέρνησης, όπως ο Χρήστος Σπίρτζης, αποδίδουν ευθύνες στον Γιάννη Στουρνάρα για τα δάνεια που έδωσε η Τράπεζα Αττικής, ο Γιάννης Δραγασάκης υπογραμμίζει πως εκείνο που προέχει είναι η στήριξη της Τράπεζας Αττικής. «Κάθε πράγμα στην ώρα του. Τώρα, εκείνο που προέχει είναι η στήριξη της Τράπεζας Αττικής και το κλείσιμο των διοικητικών εκκρεμοτήτων στο τραπεζικό σύστημα. Και τα δύο απαιτούν τη στενή, διαρκή και ειλικρινή συνεργασία της Τράπεζας της Ελλάδας με την εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας. Και σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και η πρόσφατη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδας», σημειώνει ο Γιάννης Δραγασάκης και προσθέτει ότι έχει ολοκληρωθεί η ανασυγκρότηση της διοίκησης της Τράπεζας Αττικής. Επικαλείται ταυτόχρονα, την ανακοίνωση της ΤτΕ ότι η Τράπεζα Αττικής έχει δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας σημαντικά υψηλότερο από το ελάχιστο αποδεκτό όριο και η ρευστότητά της υποστηρίζεται κανονικά από το πλαίσιο παροχής ρευστότητας του ευρωσυστήματος. Επομένως, οι καταθέσεις στην Τράπεζα Αττικής είναι απολύτως ασφαλείς και οι προοπτικές της είναι θετικές.

Τα δάνεια της Τράπεζας Αττικής

Για την κατηγορία που απευθύνει η ΝΔ στην κυβέρνηση ότι επιχειρεί να στήσει τη «δική της τράπεζα» και, μέσα από αυτήν, «το δικό της κανάλι», ο Γιάννης Δραγασάκης σχολιάζει ότι «η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ σκάβουν με επιμέλεια ένα λάκκο, στον οποίο τελικά θα πέσουν οι ίδιοι μέσα».

«Όπως διαβεβαίωσε η Τράπεζα Αττικής, το δάνειο του κ. Καλογρίτσα είναι ενήμερο και καλυμμένο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο, με τα δάνεια της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Ούτε κάλυψη έχουν, ούτε εξυπηρετούνται. Πρέπει να διαθέτουν αρκετό θράσος για να λένε όσα λένε και να μην απαντούν για το εάν και πότε θα εξοφλήσουν τα δάνειά τους τα δύο αυτά κόμματα», αναφέρει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και συμπληρώνει πως ΝΔ και ΠΑΣΟΚ «δεν έχουν ακόμα καταλάβει ότι σε κάποια θέματα δεν είναι κατήγοροι, αλλά κατηγορούμενοι», γιατί «για μακρά περίοδο, η Τράπεζα Αττικής λειτούργησε ως “παραμάγαζο” του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΝΔ και εδώ υπάρχουν τεράστιες ευθύνες, οι οποίες ακόμα δεν έχουν καταλογιστεί».

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπογραμμίζει στο σημείο αυτό, πως αυτές οι πρακτικές έχουν πάρει τέλος και με την παρούσα κυβέρνηση δεν πρόκειται να επαναληφθούν.

«Πρέπει να σας πω ότι έχω ζητήσει από τις διοικήσεις όλων των τραπεζών, μεταξύ αυτών και της Τράπεζας Αττικής, αν υπάρξει οποιαδήποτε απόπειρα κυβερνητικής παρέμβασης στο έργο τους, να με ενημερώνουν. Και θέλω να διαβεβαιώσω ότι στο διάστημα που είμαστε στην κυβέρνηση δεν είχα καμμία τέτοια ένδειξη ή ενημέρωση». Σύμφωνα με τον ίδιο, πλέον ο στόχος πρέπει να είναι, κοινοί κανόνες, καθολικής εφαρμογής και διαφάνεια παντού: «Θέλω να τονίσω ξανά, ωστόσο, ότι πρέπει να δούμε ως πολιτικό σύστημα και κοινωνία το ζήτημα ευρύτερα, να υπερβούμε τη λογική των “δικών μας” καναλαρχών, των “δικών μας” επιχειρηματιών, των “δικών μας” τραπεζιτών. Ο στόχος πρέπει να είναι: κοινοί κανόνες καθολικής εφαρμογής, διαφάνεια παντού, έλεγχος και λογοδοσία για όλους».

Ο διαγωνισμός για τα κανάλια

Ερωτηθείς για τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες και για το αν αυτός ανταποκρίνεται στη δέσμευση της κυβέρνησης να χτυπήσει τη διαπλοκή, ο Γιάννης Δραγασάκης αναφέρει ότι «το φαινόμενο που στη χώρα μας ονομάστηκε “διαπλοκή” δεν είναι στατικό, αλλά εκφράζει τη διαρκή τάση του κεφαλαίου και τη μόνιμη επιδίωξη των εκφραστών του να διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία, επιδιώκοντας προνομιακές σχέσεις, ασφαλή κέρδη και πολιτική προστασία. Η αντιμετώπιση επομένως του φαινομένου αυτού απαιτεί αντίστοιχα μόνιμη προσπάθεια και διαρκή θωράκιση».

Σημειώνει επίσης ότι ο διαγωνισμός για τις άδειες ήταν μια σημαντική στιγμή σε αυτή την προσπάθεια, κυρίως διότι αποκάλυψε τι δεν γινόταν επί 27 ολόκληρα χρόνια. Όπως όμως δηλώνει, «η αποδόμηση του παλιού δεν αρκεί για τη διαμόρφωση του νέου τοπίου. Απέχουμε ακόμη πολύ από αυτό, αλλά η κυβέρνηση έδειξε ήδη ισχυρή βούληση και αποφασιστικότητα. Και ζουν στα σύννεφα όσοι πίστεψαν ότι μπορούν, έστω και καταβάλλοντας ένα σημαντικό ποσό, είτε να συνεχίζουν τις ίδιες αυθαιρεσίες, είτε να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη».

Όπως διευκρινίζει, «η προσπάθεια για τη διαφανή και δημοκρατική ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου θα συνεχιστεί με την ίδια αποφασιστικότητα, αρχίζοντας από την υλοποίηση των ποιοτικών κριτηρίων που προβλέπει ο νόμος και με κριτήριο πάντα την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και της αξιοπρέπειας των πολιτών από την προκλητική στάση και τη σκανδαλώδη παραπληροφόρηση των περισσότερων καναλιών και καναλαρχών».

Κοινοί κανόνες για όλους

Αναφορικά με τον ισχυρισμό επιχειρηματιών ότι υφίστανται πολιτική δίωξη από την πλευρά της κυβέρνησης, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης απαντά πως το σχήμα είναι αντίστροφο. «Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν διώκει κανέναν επιχειρηματία αλλά, αντίθετα, οικονομικά συμφέροντα που αισθάνονται ότι χάνουν την ευνοϊκή μεταχείριση που τους επεφύλασσε το προηγούμενο καθεστώς, προσπαθούν, επιστρατεύοντας κάθε αθέμιτο μέσο, να συκοφαντήσουν την κυβέρνηση. Αυτό, ωστόσο, ήταν δεδομένο και προβλέψιμο. Διότι η μετάβαση σε ένα ρυθμισμένο περιβάλλον με κανόνες κοινούς για όλους δεν αποτελεί μια αυτόματη, κοινωνικά ουδέτερη διαδικασία, αλλά, στη διαμορφωμένη κατάσταση στη χώρα μας, συνιστά ένα βαθύ μετασχηματισμό, μια ανακατανομή ισχύος και επιρροής. Ακριβώς για αυτό έχουν σημασία, όχι μόνο η αποδόμηση του παλιού, αλλά και οι όροι διαμόρφωσης του νέου πλαισίου που αποτελεί το στοίχημα της επόμενης φάσης».

Ερωτηθείς για τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Τράπεζα Αττικής ως επενδυτικό εργαλείο, ο Γιάννης Δραγασάκης σημειώνει ότι ο ειδικός ρόλος της συγκεκριμένης τράπεζας θα καθοριστεί από τη νέα διοίκηση μέσα από διάλογο με τον βασικό μέτοχο και όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες.

Το παράλληλο τραπεζικό σύστημα

Ο κ. Δραγασάκης ερωτάται και για την ανάγκη δημιουργίας ενός παράλληλου συστήματος τραπεζών, το οποίο δεν θα τελεί υπό την εποπτεία της ΕΚΤ. «Το παράλληλο ή συμπληρωματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ένα γενικότερο ζήτημα. Δεν είναι, απλά, μία δική μου ιδέα, αλλά μία πραγματικότητα σε όλη την Ευρώπη. Σε όλες τις χώρες, πέρα από τις συστημικές τράπεζες, υπάρχουν και λειτουργούν και μη συστημικές. Και πέρα από τα κλασσικά, παραδοσιακά, τραπεζικά ιδρύματα, που γνωρίζαμε ως τώρα, αναπτύσσονται και νέα χρηματοδοτικά σχήματα, διότι υπάρχουν συγκεκριμένες ανάγκες χρηματοδότησης, οι οποίες πρέπει να καλυφθούν». «Παρά τη λυσσώδη αντίδραση ορισμένων, το παράλληλο σύστημα θα διαμορφωθεί και στην Ελλάδα.»

Αυτό το παράλληλο τραπεζικό σύστημα θα αποτελείται, όπως αναφέρει: α) από μη συστημικές τράπεζες, όπως η Αττικής, αλλά και άλλες που μπορεί να ιδρυθούν, β) από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο αν και μικρό, εξυπηρετεί συγκεκριμένες τοπικές αναπτυξιακές ανάγκες, γ) από συνεταιριστικές τράπεζες, αλλά και άλλες τράπεζες ειδικού σκοπού που ενδεχομένως θα δημιουργηθούν, δ) από μία «βεντάλια» αναπτυξιακών χρηματοδοτικών ταμείων που στο πλαίσιο ενός αναβαθμισμένου ΕΤΕΑΝ, αυτόνομα ή και σε συνεργασία με τις υφιστάμενες τράπεζες, θα επιτελούν λειτουργίες αναπτυξιακής τράπεζας, ε) από άλλους αυτόνομους δημόσιους, ιδιωτικούς ή μεικτούς θεσμούς και χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το υπό ίδρυση ταμείο για τη χρηματοδότηση της έρευνας και της αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας, διάφοροι θεσμοί κεφαλαίων, συμμετοχών κλπ.

«Ο στόχος είναι να δημιουργήσουμε δημόσια εργαλεία και θεσμούς που να μπορούν να κινητοποιούν και ιδιωτικούς πόρους, εγχώριους αλλά και ξένους, και να τους κατευθύνουν σε αναπτυξιακούς στόχους», εξηγεί ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και ξεκαθαρίζει: «Βεβαίως, σε ορισμένες περιπτώσεις οι εξελίξεις δεν ήταν τόσο γρήγορες όσο θα επιθυμούσαμε, διότι παρεμβαίνει και η διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, αλλά ας το πάρουν απόφαση κάποιοι ότι το χρηματοδοτικό σύστημα στην Ελλάδα θα ανοίξει, θα έρθει πιο κοντά στις κοινωνικές ανάγκες, θα γίνει πιο πλουραλιστικό, και πιο φιλικό ιδιαίτερα στη νέα κοινωνικά υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, δίνοντας ευκαιρίες στον επιχειρηματικό κόσμο που νιώθει αποκλεισμένος από τη λειτουργία του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος».

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναφέρεται και στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και χαρακτηρίζει επιτυχία το ότι ολοκληρώθηκε έγκαιρα η ανακεφαλαιοποίηση, πέρυσι, γιατί με όσα έχουν συμβεί, με το Βrexit και την κατάσταση στην Ευρώπη, θα είχαμε βρεθεί σε πολύ δυσχερή θέση αν δεν είχαμε ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες. «Αποφύγαμε έγκαιρα, υπενθυμίζω, τον κίνδυνο για κούρεμα καταθέσεων, απειλή που μετά την ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής Οδηγίας, ορισμένες χώρες αντιμετωπίζουν».

Στην ερώτηση πότε θα επαναλειτουργήσει με πραγματικούς όρους το τραπεζικό σύστημα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναφέρει ότι τα κλειδιά είναι δύο: Τα κόκκινα δάνεια και οι καταθέσεις. «Εάν υπάρχει συσσώρευση κόκκινων δανείων και εκροή καταθέσεων δεν μπορούμε, στην πραγματικότητα, να μιλάμε για τράπεζες. Άρα, οι τράπεζες θα ανακτήσουν τον ρόλο τους ως χρηματοδότες της οικονομίας, στο μέτρο που θα μειώνεται ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και θα επιστρέφουν οι καταθέσεις. Και από αυτήν την άποψη έχουμε θετικά σημάδια. Το δεύτερο τρίμηνο του 2016, για πρώτη φορά, σταματά η αύξηση των κόκκινων δανείων και αρχίζει μία μικρή μείωσή τους. Παράλληλα, έπειτα από την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης παρατηρείται μια σταθερή επιστροφή καταθέσεων. Αρκετοί τραπεζίτες μου μεταφέρουν την εκτίμηση ότι στο τέλος του 2016 και στις αρχές του 2017 θα μπούμε, για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης, σε μία φάση πιστωτικής επέκτασης».

Ο έλεγχος των τραπεζών

Αναφέρεται και στον έλεγχο των τραπεζών και, όπως σημειώνει, είναι γεγονός ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση και ένα από τα χαρακτηριστικά της φάσης αυτής είναι ο έντονος ανταγωνισμός για τον έλεγχο της κάθε τράπεζας ξεχωριστά και των όρων λειτουργίας συνολικά του τραπεζικού συστήματος. Ιδιομορφία αυτού του ανταγωνισμού είναι ότι δεν είναι στενά οικονομικός αλλά είναι οικονομικοπολιτικός, λόγω της ενεργού παρέμβασης των δανειστών και των ευρωπαϊκών θεσμών, συχνά με διαφορετικές ή και αντιφατικές επιδιώξεις. «Ο ανταγωνισμός όμως αυτός δεν έχει κριθεί, είναι σε εξέλιξη και η έκβαση του θα καθοριστεί από τη δυνατότητά μας να συγκροτήσουμε ένα ευρύ εσωτερικό μέτωπο κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου, με ευρεία πολιτική στήριξη και στόχο ένα βιώσιμο τραπεζικό σύστημα, που θα λειτουργεί με ενιαίους και διαφανείς κανόνες, χωρίς προνομιούχους και αποκλεισμένους, προς όφελος της κοινωνίας».

Για το χρέος

Στην ερώτηση αν τελικά υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα σε εκείνον και τον Πρωθυπουργό για το χρονοδιάγραμμα λύσης στο χρέος, και αν υπάρχει διαφορετική προσέγγιση ως προς τον οδικό χάρτη και τις προσδοκίες, ο κ. Δραγασάκης δεν διστάζει να δηλώσει πως «οι προσδοκίες έχουν πάντα και ένα στοιχείο υποκειμενισμού, όμως η κυβέρνηση είναι ενιαία και συλλογικά διεκδικεί να πετύχει στον παρόντα χρόνο, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τη μείωση του χρέους, στη βάση της απόφασης του Eurogroup της 25ης Μαΐου». «Στη βάση αυτή, όπως έχουν τονίσει ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών, αλλά και ο επικεφαλής του ESM επιδιώκουμε μία πρώτη έξοδο στις αγορές εντός του 2017».

«Ακόμη όμως κι όταν φτάσουμε κι εμείς στο επίπεδο χωρών όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, που μπορούν να δανείζονται και μάλιστα με χαμηλό επιτόκιο, δεν θα πούμε ότι τελειώσαμε με το πρόβλημα του χρέους». «Θα διεκδικούμε και τότε, μία λύση τόσο για το ελληνικό όσο και για το χρέος των άλλων κρατών-μελών, σε κλίμακα Ευρώπης, αφού πάγια θέση μας είναι και παραμένει ότι το δημόσιο χρέος πέρα από τις ιδιαίτερες εθνικές του διαστάσεις, είναι τελικά ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα και απαιτεί μια κοινή ευρωπαϊκή λύση στη βάση της αμοιβαιοποίησης».

Για τον ΣΕΒ

Κληθείς να κάνει μια αποτίμηση του τελευταίου εβδομαδιαίου δελτίου του ΣΕΒ, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης απαντά: «Το θέμα είναι πολύ απλό. Ο ΣΕΒ πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να είναι. Θέλει να είναι μια ιδεολογική “γιάφκα” της Δεξιάς και άντρο του νεοφιλελευθερισμού ή συλλογική έκφραση μίας νέας κοινωνικά υπεύθυνης επιχειρηματικότητας, στην οποία, μάλιστα, αναφέρονται ενίοτε ο Πρόεδρός του και ορισμένα στελέχη του; Η επιλογή και η ευθύνη είναι αποκλειστικά δική τους».

 

Πηγή: ΑΠΕ, ΜΠΕ 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Όσκαρ Ουάιλντ
Η Σκέψη της ημέρας
17:58 Όσκαρ Ουάιλντ