Οι ταινίες της εβδομάδας

23 Σεπτεμβρίου 2016

του Γιάννη Ζουμπουλάκη, tovima.gr

 

To κλασσικό γουέστερν του Τζον Στέρτζες «Και οι επτά ήταν υπέροχοι» (1960) δεν χρειάζεται ασφαλώς συστάσεις, όμως όσοι το έχουν δει θα πρέπει να το ξεχάσουν ενώ παρακολουθούν το εντελώς διαφορετικό όραμα του Αντουάν Φουκουά στη νέα εκδοχή της ταινίας που ξεχωρίζει στις αίθουσες.

Οι «Επτά υπέροχοι» του τίτλου, οι άντρες με άλλα λόγια που αναλαμβάνουν να προστατέψουν το μικρό χωριό που θέλει να καταπατήσει στον βωμό του καπιταλισμού ο πλουτοκράτορας άρχων του Κακού (Πίτερ Σάρσγκααρντ), είναι μια ομάδα αποτελούμενη από όχι και τόσο καλά παιδιά, που ωστόσο νιώθουν ότι αναλαμβάνοντας μια αποστολή (το λιγότερο) αυτοκτονίας θα ανάψει μέσα τους η τελευταία σπίθα της καλής πλευράς του εαυτού τους.

Τα λεφτά είναι αστεία, πόσο μάλλον για έναν ακριβοπληρωμένο κυνηγό επικηρυγμένων όπως ο Σαμ Τσίζολμ (Ντένζελ Ουάσιγκτον) που ηγείται της αποστολής. Αρκετοί υπέροχοι εκπροσωπούν τις καταπιεσμένες μειονότητες της Αμερικής, με πρώτο και κύριο τον μαύρο αρχηγό τους. Υπάρχει επίσης ο Ασιάτης (Μπιουν Χουνγκ Λι), ο Μεξικάνος (Μανουέλ Γκαρσία Ρούλφο) και ο Ινδιάνος (Μάρτιν Σενσμάιερ), ενώ στους λευκούς θα βρούμε ένα νότιο ήρωα πολέμου που σήμερα φοβάται και τον ίσκιο του (Ιθαν Χοκ), έναν χαρτοπαίκτη που μπορεί να σκοτώσει εν ψυχρώ (Κρις Πρατ) και έναν ιχνηλάτη που ως τώρα αφαιρούσε σκαλπ από κρανία (Βίνσεντ Ντ' Ονόφριο).

Μπορούν αυτά τα τομάρια να γίνουν ήρωες της αντίστασης; Ο Φουκουά πιστεύει πως, παρά τα ελαττώματά τους, κάτω από συγκεκριμένες καταστάσεις, πράγματι μπορούν. Και το λέει μέσα από μια άκρως διασκεδαστική ταινία, ικανή να προκαλέσει ευφορία ακόμα και σε θεατές που δεν έχουν επαφή με το είδος της.

Στην ουσία ο Αφροαμερικανός σκηνοθέτης πήρε το αρχέτυπο της αιώνιας μάχης του Καλού εναντίον του Κακού που πραγματευόταν κάπως σχηματικά η πρώτη ταινία και έχοντας υιοθετήσει το στυλιζάρισμα των γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε έστησε μια πολύ όμορφη στην όψη, διαφυλετική περιπέτεια με πολιτικό παλμό.

Νοσταλγώντας το φως

Με ένα ακλόνητο πείσμα σε όλη του την καλλιτεχνική διαδρομή ο Χιλιανός σκηνοθέτης Πατρίσιο Γκουζμάν δεν έπαψε να ασχολείται με τις συνέπειες που είχε η Χούντα του Αουγκούστο Πινοσέτ στον λαό της Χιλής. Το ντοκιμαντέρ του για τον Σαλβαδόρ Αλιέντε (2004) παραμένει κλασσικό, ενώ μόλις πέρσι είδαμε το «Μαργαριταρένιο κουμπί», όπου ο Γκουζμάν με ποιητικές εικόνες συνέδεσε τη γενοκτονία των ιθαγενών της παραθαλάσσιας Δυτικής Παταγωνίας με την τακτική της Χούντας του Πινοσέτ να πετά πολιτικούς πρόσφυγες στη θάλασσα.

Μια παρόμοια τακτική ακολουθεί στο ντοκιμαντέρ «Νοσταλγώντας το φως» («Nostalgia for the light»), που όμως γυρίστηκε πριν από το «Κουμπί» καθώς είναι παραγωγή του 2010 που μόλις σήμερα προβάλλεται στην Ελλάδα. Εδώ ο σκηνοθέτης συνδυάζει τις έρευνες που κάνουν οι αστρονόμοι στην έρημο Ατακάμα της Χιλής με την τραγωδία του απέραντου νεκροταφείου που η ίδια τοποθεσία έγινε κατά τη διάρκεια της Χούντας, όταν το κράτος «ξεφόρτωνε» εκεί τις σορούς των πολιτικών κρατουμένων. «Μακάρι το τηλεσκόπιο να κοιτούσε το έδαφος» αναφέρει η συγγενής ενός εκ των θυμάτων που (όπως πολλοί Χιλιανοί) δεν έχει σταματήσει την αναζήτηση του ανθρώπου της από τότε που η Χούντα έπεσε. Λιτή, ακριβής και με καλογραμμένο λόγο, η ταινία συγκινεί χωρίς να  καταφεύγει στον εξαναγκασμό συναισθημάτων και, όπως όλες του Γκουζμάν, μας υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να θυμόμαστε.

Σκυλιά του πολέμου

Εκτός από ένα σύντομο πέρασμα του Μπράντλεϊ Κούπερ, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας «Σκυλιά του πολέμου» («War dogs», ΗΠΑ, 2016) του Τοντ Φίλιπς είναι ότι μας υπενθυμίζει ότι στην Αμερική ακόμα και ένα μουρόχαβλο μπορεί να καταφέρει κάτι μεγάλο. Είναι αδύνατον να πιστέψεις ότι ένας αμόρφωτος χοντρομπαλάς που το μόνο που ξέρει είναι να μιμείται τον Αλ Πατσίνο στον «Σημαδεμένο» και ένας μασέρ που είναι επίσης καλός στο να... αυνανίζει κάποιους πελάτες του κατάφεραν για ένα διάστημα να πλουτίσουν, να γίνουν ένα από τα πιο επιτυχημένα ντουέτα εμπόρων όπλων στον κόσμο με την ευλογία της αμερικανικής κυβέρνησης.

Και όμως έγινε. Πρόκειται για τους Εφρέμ Ντιβερόλι (Τζόνα Χιλ) και Ντέιβιντ Πακούζ (Μάιλς Τέλερ) που κατάφεραν να κάνουν μια σχεδόν άγνωστη κυβερνητική πρωτοβουλία επιχείρηση 300 εκατ. δολαρίων. Καταγράφοντας την πορεία τους προς την επιτυχία και μετά στην καταστροφή, ο Φίλιπς δείχνει να έχει στο μυαλό του έντονα τον Μάρτιν Σκορσέζε, με την αεικίνητη κάμερα που σε ζαλίζει, το κοφτό μοντάζ, τη ροκ μουσική και την αυτοκαταστροφική τάση των χαρακτήρων. Είναι σαν να βλέπεις τον «Λύκο της Γουόλ Στριτ» με φόντο το εμπόριο όπλων και χωρίς τον Σκορσέζε στη σκηνοθεσία. Το αποτέλεσμα δεν είναι ακριβώς απογοητευτικό, συχνά όμως γίνεται κουραστικό και σώζεται επειδή ο Φίλιπς ξέρει να χειρίζεται το χιούμορ μεταξύ ανδρών («Hangover», «Μη σπρώχνεις, έρχομαι»).

Προσωπικά μυστικά

«Η ιδιωτική ζωή δεν είναι πλέον δικαίωμα αλλά προνόμιο» ακούμε να λέγεται σε κάποια σκηνή της περιπέτειας «Προσωπικά μυστικά» («I.T.», ΗΠΑ, 2016) του Τζον Μουρ. Πράγματι ο Πιρς Μπρόσναν ως δισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης αεροπορικής εταιρείας με πολλά προβλήματα θα έρθει σε σύγκρουση με έναν ψυχωτικό «μάγο» τεχνικό των κομπιούτερ (Τζέιμς Φρέτσβιλ) ο οποίος θα του κάνει τη ζωή ποδήλατο κλέβοντας όλα τα προσωπικά δεδομένα του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο τύπος θα «μπει» ως και στην ντουζιέρα της κόρης του πλουσίου προκειμένου να τον εκβιάσει.

Φυσικά ο Μπρόσναν δεν θα το αφήσει έτσι, αλλά η προσωπική προσπάθειά του να ξαναβρεί τη ζωή του παριστάνοντας ως και τον Τζέιμς Μποντ θα τροφοδοτήσει αυτό το καλογυαλισμένο θρίλερ με καταστάσεις που σε αναγκάζουν να πεις «μόνο στο σινεμά γίνονται αυτά τα πράγματα».

Επίσης στις αίθουσες

Η ταινία «Ο Κούμπο και οι δύο χορδές» («Kubo and the two strings», ΗΠΑ, 2016) του Τράβις Νάιτ. Κινούμενα σχέδια των στούντιο Leika που έχουν αφήσει το δικό τους στίγμα στον χώρο μέσα από ταινίες που καταπιάνονται με δύσκολα ζητήματα για τα παιδιά όπως η αναπηρία και ο θάνατος. Εδώ παρακολουθούμε την ιστορία του Κούμπο, ο οποίος όταν χάνει τη μητέρα του αρχίζει ένα ταξίδι αναζήτησης, στόχος του οποίου είναι η λύση του μυστηρίου του έκπτωτου σαμουράι πατέρα του. Μαζί του μια μαϊμού και ένα σκαθάρι.

Η ταινία «Η καρδιά του σκύλου» («Heart of a dog», Αγγλία, 2015) της Λόρι Αντερσον. Περισσότερο μια εύθραυστη αισθαντική εμπειρία και λιγότερο ένα ντοκιμαντέρ (όπως το αποκαλούν), η τελευταία ταινία της visual artist και τραγουδίστριας Λόρι Αντερσον είναι εμπνευσμένη από το χρονικό της σχέσης της με τον Αντερσον, το τεριέ σκυλάκι της που πέθανε το 2011. Μέσα από αυτή τη σχέση η Αντερσον συνθέτει ένα ψηφιδωτό από θραύσματα μνήμης, παρακολουθεί τη βουδιστική φιλοσοφία σχετικά με τη μεταθανάτια ζωή και υποκλίνεται σε καλλιτέχνες που έχει αγαπήσει. 

Η ταινία «Μαθήματα ζωής» («Les Heritiers», Γαλλία, 2015) της Μαρί Καστίγ Μανσιόν Σαρ. Το γνωστό θέμα της σχέσης δασκάλου - μαθητών αναπτύσσεται σε μία ακόμη ταινία στην οποία μια Γαλλίδα Καθηγήτρια Ιστορίας (Αριάν Ασκαρίντ) προσπαθεί να παροτρύνει τους μαθητές της να συμμετάσχουν σε έναν διεθνή διαγωνισμό με θέμα τι σημαίνει να είσαι έφηβος σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Η ταινία «Blair Witch, η επιστροφή» (ΗΠΑ, 2016) του Ανταμ Γουίνγκαρντ. «Συνέχεια» της υπερτιμημένης χειροποίητης ταινίας τρόμου «The Blair Witch Project» (1999), με τους Κόρμπι Ριντ, Γουές Ρόμπινσον, Βάλορι Κέρι.

Η ταινία «Pele: Η ιστορία ενός θρύλου» των Τζεφ και Μάικλ Ζίμπαλιστ. Μυθοπλαστική προσέγγιση της ζωής του Βραζιλιάνου ποδοσφαιριστή Πελέ με τη σφραγίδα δύο σκηνοθετών που έχουν διαπρέψει στον χώρο του ντοκιμαντέρ. Με τους Κέβιν ντε Πάουλα, Βίνσεντ Nτ' Ονόφριο κ.ά.

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ