Νίκος Δαββέτας: Λευκή πετσέτα στο ρινγκ

5 Οκτωβρίου 2016

Νίκος Δαββέτας 

Λευκή πετσέτα στο ρινγκ 

Εκδόσεις Κέδρος, 2006

 

Από ποιους γράφεται τελικά η ιστορία; Από τους νικητές ή μήπως κι από τους ηττημένους;
Νοέμβρης του 1999: Ένας «παροπλισμένος» ρεπόρτερ αναλαμβάνει να ερευνήσει μια πολιτική δολοφονία του 1944. Όσο όμως προχωρά η έρευνά του τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πως η αποκάλυψη της Αλήθειας δε συμφέρει κανέναν. Ούτε ακόμη κι αυτόν τον ίδιο! Τι θα κάνει λοιπόν; Θα αποκαλύψει τους πραγματικούς ενόχους ή θα σωπάσει;
Ένα μυθιστόρημα για όλους τους μικρούς εμφύλιους που συνεχίζονται μέσα μας…


Δημοσθένης Κούρτοβικ, tanea.gr

Το φάντασμα του Δεκέμβρη

(απόσπασμα από συγκριτική εξέταση του βιβλίου του Νίκου Δαββέτα Λευκή πετσέτα στο ρινγκ με εκείνο του Μάνου Ελευθερίου: Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές, εκδ. Μεταίχμιο)

Με την ενδεχόμενη εξαίρεση των τελευταίων χρόνων, τα Δεκεμβριανά έχουν απασχολήσει την πεζογραφία μας πολύ λιγότερο από τις άλλες φάσεις του Εμφυλίου. Για τους ιστορικούς παραμένουν το πιο δυσερμήνευτο κεφάλαιο αυτού του δράματος. Είναι επίσης το αγριότερο. Η ρευστότητα του μετώπου, η άναρχη φύση των οδομαχιών, η ανεξέλεγκτη δράση της ΟΠΛΑ και της Χ, η εύκολη προσκόλληση κάθε λογής αποβρασμάτων στη μια ή την άλλη παράταξη, το ξεκαθάρισμα προσωπικών λογαριασμών και η πραγμάτωση ιδιο(ευ)τελών σκοπών με πολιτική πρόφαση, οι σφαγιασμένοι πολίτες, οι αθώοι όμηροι, τα ανατιναγμένα σπίτια για την κατασκευή οδοφραγμάτων - όλα αυτά έκαναν τον Δεκέμβρη του ΄44 ένα κανιβαλικό όργιο, όπου οι στρατηγικοί στόχοι (αν υπήρχαν, πράγμα πολύ αμφίβολο στην περίπτωση της Αριστεράς) χάνονταν μέσα στην παραζάλη της χωρίς όρια βίας. Ίσως γι' αυτό οι συγγραφείς ήταν μάλλον απρόθυμοι να καταπιαστούν με αυτό το θέμα. Τα Δεκεμβριανά δύσκολα μυθολογούνται, τουλάχιστον με τους επικο-μελοδραματικούς ιδεολογικούς όρους που, με λιγοστές εξαιρέσεις, σφράγιζαν ως πρόσφατα τη λογοτεχνική επεξεργασία της εμφύλιας σύρραξης.

Στο Λευκή πετσέτα στο ρινγκ ο «πυγμάχος», ο δημοσιογράφος που επιφορτίζεται να διερευνήσει δύο δολοφονίες για ένα αφιέρωμα στα Δεκεμβριανά με αφορμή την 55η επέτειό τους, έχει ουσιαστικά παραιτηθεί εξαρχής από το «ματς»: διεξάγει την έρευνά του ανόρεχτα σε όλη την πορεία, χάνεται μέσα στα προσωπικά προβλήματά του και σε γνωριμίες που μένουν μετέωρες αφηγηματικά, και τελικά η συγκλονιστική, υποτίθεται, αποκάλυψη που τον κάνει να πετάξει «λευκή πετσέτα στο ρινγκ», η εμπλοκή ενός συγγενικού του προσώπου στη διπλή εκτέλεση, φαίνεται να είναι μάλλον η αφορμή παρά η αιτία. Στο μεταξύ όμως η αδιαφορία του για το θέμα της έρευνάς του έχει γίνει και αδιαφορία του αναγνώστη.

Μήπως όμως περί αυτού ακριβώς πρόκειται; Μήπως αυτό που θέλει να μας πει ο συγγραφέας είναι ότι τα γεγονότα εκείνης της εποχής δεν έχουν πια ψυχοκινητική δύναμη, ότι οι ερμηνείες τους ελάχιστη σχέση έχουν με τις σημερινές αγωνίες μας; Στο κάτω κάτω, το «γιατί» που κινεί την έρευνα μένει τελικά αναπάντητο. Δεν ανακαλύπτονται καν ενδείξεις υπέρ κάποιας εξήγησης των φονικών από εκείνες που θα μπορούσαν ν' αφήσουν ικανοποιημένους τους ερευνητές.

Ο δημοσιογράφος που αποτελεί τον κεντρικό χαρακτήρα της βιώνει την προσωπική μιζέρια του - το επαγγελματικό τέλμα, το φυλλορρόημα της ιδεολογικής πίστης του, την αποξένωση από τη γυναίκα του και τη διάλυση του γάμου του, την πορεία του προς τα γερατειά - καθώς και τη μιζέρια του περιβάλλοντός του σαν σωματικές καταστάσεις, σαν μια σειρά κλινικών συμπτωμάτων φθοράς. Η έρευνά του, παρά την απρόθυμη διεξαγωγή της, τον οδηγεί και αυτόν στη συνάντηση με τον κομματικό υπεύθυνο της διπλής δολοφονίας και, τελικά, του παρέχει πρόσβαση στο απόρρητο ημερολόγιο εκείνου, το οποίο αναμένεται να φωτίσει τα αίτια αυτής της παράλογης, όπως φαίνεται, ενέργειας.

Και στο σημείο αυτό ο Δαββέτας εισάγει το δικό του εντυπωσιακό εύρημα: το ημερολόγιο αποκαλύπτει μια απροσδόκητη αναλογία ανάμεσα στον συγγραφέα του και τον δημοσιογράφο, αφού το περιεχόμενό του, αντί για πολιτικές ή άλλες εξηγήσεις, δεν καταγράφει τίποτε άλλο από την πορεία μιας σωματικής δυσλειτουργίας - της χρόνιας δυσκοιλιότητας του δεκεμβριανού θύτη.

Ενδιαφέρουσες αλληγορίες, ερεθιστικοί υπαινιγμοί.

Εξακολουθώ να πιστεύω, ωστόσο, ότι τα Δεκεμβριανά ήταν μια υπόθεση με περισσότερο βάθος.

Και όχι μόνο για τους ιστορικούς.


Πέτρος Τατσόπουλος, εφημερίδα Τα Νέα

«Πού βρέθηκε τόσο μίσος;». Εξήντα δύο χρόνια μετά τον κόκκινο Δεκέμβρη το ερώτημα δεν έχει ακόμη απαντηθεί με τρόπο που να ικανοποιεί το δημόσιο αίσθημα. Ο 46χρονος ποιητής και πεζογράφος Νίκος Δαββέτας, αγέννητος εκείνο τον καιρό, ρίχνει ένα αιχμηρό βλέμμα στον «Εμφύλιο μέσα στον Εμφύλιο», μολονότι προσυπογράφει τη φαταλιστική γνωμάτευση του Άρη Αλεξάνδρου: «Όσα κι αν προσθέσω, θα πρόκειται πάντα για μια περίληψη του τελικού κειμένου».

Δεν προτάσσει τυχαία ο Νίκος Δαββέτας το μότο από το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου. Ασφαλώς και θα νιώθει κάποια οντολογική συγγένεια μαζί του, καθότι κι εκείνος είχε δημοσιεύσει ένα πλούσιο ποιητικό - αλλά και μεταφραστικό - έργο προτού στραφεί απρόσμενα και τόσο πετυχημένα προς την πεζογραφία. Το Κιβώτιο κυκλοφόρησε το 1974 σχεδόν ταυτόχρονα στα ελληνικά και στα γαλλικά και τάραξε εν μια νυκτί τα λιμνάζοντα ύδατα. Δεν είναι εύκολο να σας μεταφέρω την εντύπωση που έκανε στη γενιά του Δαββέτα και τη δική μου - κομματικοποιημένο φοιτηταριό ως επί το πλείστον - ένα βιβλίο σαν το Κιβώτιο. Στραβωμένοι από την εφηβεία μας με τα τέσσερα μαρξιστικά ευαγγέλια, το διαβάζαμε λες κι επρόκειτο για το πέμπτο απόκρυφο, το ευαγγέλιο της Μαγδαληνής ή του Ιούδα. Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια το Κιβώτιο έμοιαζε σαν μια εκτός τόπου και χρόνου βλάσφημη αποκάλυψη. Το εικοσιπεντάχρονο κυβερνητικό θέσφατο περί «συμμοριτοπολέμου» ερχόταν να αμφισβητήσει μια τότε εύρωστη κομμουνιστική αριστερά με το αντίρροπο μύθευμα για την «επανάσταση που χάθηκε». Αυτή τη διπολική μανέστρα χαλούσε το «Κιβώτιο» σε ημέρες που δεν υπήρχαν και πολλά ευήκοα ώτα διαθέσιμα για να συλλάβουν το αιρετικό μήνυμά του. Όταν τα ώτα επιτέλους ξεβούλωσαν, ο Εμφύλιος δεν ήταν πια της μόδας. Δεν έχουν πλέον ειπωθεί τα πάντα για τον Εμφύλιο; Ο Δαββέτας διαφωνεί και γράφει μια αδρή νουβέλα για να μας το αποδείξει.

«Είμαι καλά όταν δε ζω με τη δική μου ιστορία»

Η πλοκή της Λευκής πετσέτας στο ρινγκ - κίνηση που στο μποξ σηματοδοτεί την παραδοχή της ήττας - τοποθετείται στο τέλος του 1999, παραμονές του πολυαναμενόμενου Μιλένιουμ. Σύμφωνα με μια έρευνα εκείνη την εποχή, τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος θεωρούνται από την κοινή γνώμη ως το δεύτερο σημαντικότερο ιστορικό γεγονός που συνέβη στη χώρα μας κατά τον 20ό αιώνα (χάνουν την πρωτοκαθεδρία από τη Μικρασιατική Καταστροφή). Βάσει αυτού του γκάλοπ, η αρχισυνταξία του περιοδικού όπου εργάζεται ο δημοσιογράφος - αφηγητής της «Πετσέτας» αποφασίζει να δημοσιεύσει ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα με συνεντεύξεις από τους ένθεν κι ένθεν αφανείς πρωταγωνιστές του δράματος - ένα αφιέρωμα που να αποφεύγει ει δυνατόν τα τετριμμένα. Η ανάθεση του αφιερώματος πετυχαίνει τον δημοσιογράφο-αφηγητή σε μια δύσκολη καμπή της ζωής του. Καθώς καβαντζάρει τα σαράντα αισθάνεται τελματωμένος. Ο δεκάχρονος γάμος του με την κόρη ενός πασοκτζή επιχειρηματία, πρώην εαμίτη, που με την Αλλαγή έπιασε την καλή οδηγείται στο άδοξο τέλος του από αμοιβαία βαρεμάρα και ο ίδιος δημοσιογράφος βασανίζεται - πρόωρα για την ηλικία του - από συχνοουρία και λοιπές οδυνηρές παρενέργειες του διογκωμένου προστάτη του. Το αφιέρωμα είναι μια καλή αφορμή για να λησμονεί από καιρού εις καιρόν τις δυσλειτουργίες του σαρκίου και του ιδιωτικού του βίου: «Είμαι καλά όταν δε ζω με τη δική μου ιστορία».

Χρυσή ευκαιρία

Εις βάρος των αναγκών του αφιερώματος - όπως θα του τονίσουν επανειλημμένα ο αρχισυντάκτης και οι συνάδελφοί του - ο δημοσιογράφος θα εστιάσει (και θα εγκλωβιστεί) σε δύο δολοφονίες που έλαβαν χώρα κατά τα Δεκεμβριανά στον γενέθλιο συνοικισμό του, τον προσφυγικό Δήμο Σφαγείων, ενός τροτσκιστή διανοούμενου συνδικαλιστή κι ενός ουμανιστή γιατρού. Η έρευνα του δημοσιογράφου θα τον οδηγήσει σε ρηξικέλευθα συμπεράσματα, ασύμβατα τόσο με τις ορθόδοξες κι εκ των υστέρων ερμηνείες για τη μισαλλοδοξία του κόκκινου Δεκέμβρη όσο και με την κατοπινή παγιωμένη δημόσια εικόνα των επιζώντων εκ των πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών. Εν ολίγοις ο δημοσιογράφος αντιλαμβάνεται ότι ο ελληνικός εμφύλιος - ο ισπανικός εμφύλιος, κάθε εμφύλιος - δεν ήταν παρά μια κανιβαλιστική σύρραξη μεταξύ γειτόνων, χθεσινών ομοτράπεζων (εκπληκτικό το στιγμιότυπο με τα δυο αδέλφια που το πρωί πολεμούν αντικρυστά και το βράδυ επιστρέφουν σπίτι για να μοιραστούν το φαγητό της μάνας τους), που βρήκαν τη «χρυσή ευκαιρία» για να παρακάμψουν την απαγορευτική κοινωνική ιεραρχία, να λύσουν πολλές από τις προπολεμικές διαφορές τους - οικονομικές, ερωτικές, παντός είδους - κι ετεροχρονισμένα πια, με την πατίνα της λήθης, να εξιδανικεύσουν την ανθρωποσφαγή αφαιρώντας κάθε ενοχλητική ιδεολογική ακίδα.

Ιλαρό εύρημα

Και σε όλα αυτά, πού κολλάει ο διογκωμένος προστάτης; Με ένα ιλαρό εύρημα (δεν θα σας το πω) ο Δαββέτας ενώνει το - πραγματικό ή κατ' επίφασιν - ηρωικό παρελθόν αυτής της χώρας με το αξιοθρήνητο παρόν των συμπολιτών μας, εμάς των ιδίων, παγιδευμένων (οριστικά άραγε;) στις τιποτένιες μικροέγνοιες μας και σε κορμιά καταδικασμένα να φθαρούν (εξ ου και φθονούμε - παρέα με τον ήρωα - τα κορμιά των νέων, όλων όσων «δεν μας παίζουν» πλέον). Ωστόσο ο Νίκος Δαββέτας δεν υποκύπτει ούτε στον κυνισμό ούτε στον πεσιμισμό. Στο παιχνιδιάρικο τελευταίο του δισέλιδο κλείνει με νόημα το μάτι στους συνομηλίκους του και στην κοινή μας μοίρα. Όταν ρίξεις στο ρινγκ τη λευκή πετσέτα - σαν να μας λέει - δεν χρειάζεται υποχρεωτικά να μπήξεις τα κλάματα. Κάλλιστα μπορείς να βάλεις και τα γέλια.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ