Πώς τα μνημόνια άλλαξαν τις σχέσεις μας: Οι οριακοί και οι ναρκισσιστές εραστές

5 Οκτωβρίου 2016

ΟΛΕΘΡΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ (Vol. 1)

Γράφει ο Συγγραφέας-Σύμβουλος Αναπτυξης, Αντώνης Ανδρουλιδάκης 

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

         

          Η μνημονιακή πραγματικότητα επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει με καθοριστικό τρόπο την νεοελληνική συλλογικότητα. Οι επιδράσεις αυτές ισχύουν όμως, όχι μόνο στο επίπεδο της ευρύτερης κοινωνίας, αλλά και στη μικρή κλίμακα, σε επίπεδο παρέας, οικογένειας, αλλά και επαγγελματικών και διαπροσωπικών σχέσεων.  Και βέβαια, μπορεί ο Ναρκισσιστής άνθρωπος της μεταπολίτευσης να παρέδωσε τη θέση του στον Οριακό άνθρωπο των Μνημονίων, όπως έχουμε γράψει σε παλαιότερα άρθρα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ξαφνικά όλοι μας γίναμε ολοκληρωτικά Οριακοί. Αντίθετα, στοιχεία Ναρκισσισμού ενυπάρχουν σε όλους,  πολύ περισσότερο σε εκείνους που δεν έχουν αποδεσμευτεί ακόμη, πλήρως, από το μεταπολιτευτικό φαντασιακό του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ», επειδή δεν έχουν ακόμη υποστεί μια καθοριστική αλλαγή της οικονομικής τους πραγματικότητας ή για μια σειρά άλλους λόγους. Άλλο τόσο, χαρακτηριστικά Οριακότητας,  δηλαδή εδραίωση μιας μανιχαϊκής/ασπρόμαυρης λογικής που διαρκώς φοβάται «μην τυχόν»,  συναντώνται -και θα συναντώνται όλο και πιο- πολύ, καθώς οι παλιές ναρκισσιστικές ανάγκες θα μένουν, τώρα, όλο και περισσότερο ανεκπλήρωτες, λόγω της κρίσης κ.λπ. Για μεγάλο, δηλαδή, χρονικό διάστημα και οι δυο τύποι θα συνυπάρχουν στην νεοελληνική κοινωνία και θα σαρκώνονται, πότε περισσότερο ο ένας και πότε περισσότερο ο άλλος, στα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω μας.

          Το πρόβλημα τώρα, στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι ότι οι δυο αυτοί τύποι προσωπικότητας μοιάζει να έλκονται αμοιβαία, κάτω από ένα καθεστώς ενός ακατανίκητου «ερωτισμού»,  ενώ στην πραγματικότητα είναι, τις πιο πολλές φορές, εντελώς ασύμβατοι. Αυτό που μάλλον συμβαίνει είναι, ότι το Ναρκισσιστικό υπόλειμμα του ενός συγκρούεται με την Οριακή τάση του άλλου, δυναμιτίζοντας τις σχέσεις και προκαλώντας ένα χαοτικό τρόπο του σχετίζεσθαι, γεμάτο ψυχικό πόνο και απόγνωση. Και ίσως αυτό να δίνει μια κάποια απάντηση στο «γιατί» των έντονων διαπροσωπικών συγκρούσεων που δείχνουν να αυξάνονται ραγδαία, ιδιαίτερα ανάμεσα σε συντρόφους, αφήνοντας μας συχνά με την απορία του τι συμβαίνει και «πλακωνόμαστε όλο και πιο πολύ με ό,τι αγαπάμε». Το, ατυχώς, μακροσκελές αυτό άρθρο, επιχειρεί να δώσει μερικές απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Γιατί οι στενές διαπροσωπικές μας σχέσεις, γίνονται όλο και πιο ολέθριες, θυμίζοντας την ομότιτλη κινηματογραφική ταινία; 

          Για λόγους απλούστευσης της ανάλυσης μας, μπορούμε να θεωρήσουμε πως πρόκειται για μια Οριακή γυναίκα και ένα άνδρα Ναρκισσιστή, που είναι μάλλον και το πιο συνηθισμένο, αν και οι ρόλοι αυτοί μπορεί να αντιστραφούν και μάλιστα να αφορούν και σε ανθρώπους του ίδιου φύλου. Άλλωστε η επικράτηση της Οριακότητας είναι, έτσι ή αλλιώς, αυξημένη και στην ΛΟΑΤ κοινότητα, δεδομένου ότι τα θέματα των σχέσεων είναι καθολικά και πολλοί ομοφυλόφιλοι άνδρες και γυναίκες μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες όπως και τα ετερόφυλα ζευγάρια, λόγω των αντίστοιχων τραυμάτων της παιδικής τους ηλικίας, αλλά και των επιδράσεων της Μνημονιακής πραγματικότητας.

          Βέβαια, οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ένα διακριτό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο έλξης στη ζωής τους, που είναι πάντα στην αρχή ρομαντικά συναρπαστικό, αλλά αργότερα οδηγεί στην απογοήτευση και στον ψυχικό πόνο. Ό,τι κι αν τους συμβεί το πρότυπο παραμένει ανέπαφο, παρά τις υποσχέσεις, ακόμη και στον ίδιο τον εαυτό τους, ότι την επόμενη φορά θα το χειριστούν διαφορετικά.

          Και οι δυο αυτοί τύποι προσωπικότητας, φέρουν σχεδόν ταυτόσημα τραύματα κατά τη φάση ανάπτυξης της αίσθησης του Εαυτού και σε όλη την παιδική τους ηλικία, καθώς είναι «δημιουργήματα» του ίδιου μοντέλου οικογένειας που επικράτησε στη μεταπολίτευση. Και βέβαια δεν είναι απλά «κάτι φυσικό», ούτε η «χημεία» μας, το να μας ελκύει κάποιος με τον οποίο έχουμε κοινά ή κάποιος που αντανακλά χαρακτηριστικές πτυχές της προσωπικότητας μας. Αυτή η έλξη είναι πολύ κοντά σε ό,τι ορίζουν οι άνθρωποι όταν υποστηρίζουν με ενθουσιασμό ότι έχουν βρει την «αδελφή ψυχή».  Υπάρχει μια παρόμοια «δόνηση» ή ένας συγχρονισμός στον οποίο φαίνεται να μετέχουν και οι δύο, λόγω της πρωταρχικής σπουδαιότητας που έχει και για τους δυο το άγχος του Αποχωρισμού ή τα θέματα τα σχετικά με την Εγκατάλειψη. Ενώ, δηλαδή, η φύση αυτών των δυσκολιών της παιδικής ηλικίας ήταν όμοια και στις δυο προσωπικότητες, επέδρασσαν με διαφορετικό τρόπο στον καθένα και βέβαια τα σημάδια από εκείνα τα τραύματα παραμένουν επώδυνα στη θέση τους.

          Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ Ναρκισσισμού και Οριακότητας έγκειται κυρίως στο ότι ο εσωτερικός κόσμος ενός ατόμου με Οριακά χαρακτηριστικά τείνει να είναι χαοτικός και κατακερματισμένος, τόσο ώστε, μερικές φορές, υπάρχει πρόβλημα στο να διακρίνει κανείς μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Αυτή τη σύγχυση, άλλωστε, πιστοποιεί η τρέχουσα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Η περιορισμένη ικανότητα μιας οριακής προσωπικότητας  να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα, διαστρεβλώνει τις αντιλήψεις της και την οδηγεί σε ακραίες μορφές συναισθηματικής αντίδρασης, ως συνέπεια αυτών των στρεβλώσεων.

          Οι Ναρκισσιστές, από την άλλη, μοιάζουν να είναι υπερ-δοτικοί, προσκολλημένοι ακόμη στο υπερ-καταναλωτικό μεταπολιτευτικό πλαίσιο, αλλά συχνά αποφεύγουν την αυθεντική οικειότητα και την εγγύτητα, δεδομένων των φόβων τους.

          Κάπως έτσι, ένας «φροντιστικός» τύπος άνδρα μπορεί εύκολα να ελκυστεί από μια οριακή γυναίκα, αφού και οι δυο συμπίπτουν στα θέματα προσκόλλησης-εγκατάλειψης. 

          Με δυό λόγια, ο Ναρκισσιστής άνδρας της μεταπολίτευσης δεν ταιριάζει με την Οριακή γυναίκα των Μνημονίων. Προφανώς και αντίστροφα. Και δεν έχει καμιά σημασία πόσο ευφυής ή πόσο ισχυρός είναι αυτός. Εκείνη θα γυρίσει όλο τον κόσμο του ανάποδα, μέχρις εκεί όπου εκείνος θα γίνει σκιά του προηγούμενου εαυτού του. Η μεγαλομανία και το πομπώδες στυλ του Ναρκισσιστή, σ’ αυτού του είδους τη σχέση, λειτουργεί εναντίον του, επειδή έχει μια ακόρεστη ανάγκη να κερδίσει, λόγω της μειωμένης αυτοεκτίμησης που τον βασανίζει από την πρώιμη παιδική του ηλικία. Δεν θέλει να επιτρέψει στον εαυτό του να άγεται και να φέρεται από κανέναν και όπως δεν μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε απώλεια ελέγχου θα πολεμήσει κυριολεκτικά μέχρι θανάτου για να τον διατηρήσει. Δεν συνειδητοποιεί, όμως, ποτέ τι χάνει από την άποψη της καλής υγείας του, του επαγγελματικού μέλλοντος του ή της ίδιας της ποιότητας και του πλούτου της ζωής, ενόσω είναι εντελώς έξαλλος και μανιωδώς βυθισμένος στο πως να  ξεπεράσει αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση. Από την άλλη, μια Οριακή προσωπικότητα ξέρει πάντα καλύτερα αυτό το παιχνίδι.

          Ένας Ναρκισσιστής προσπαθεί αδιάκοπα να «σπάσει τον κώδικα» με την Οριακή ερωμένη του, εξ’ αιτίας των χρόνιων  λανθασμένων παραδοχών για τον εαυτό του. Κατά βάσιν, εξ’ αιτίας της εικόνας του τέλειου παιδιού που απαιτούσαν οι γονείς του και που κι εκείνος υιοθέτησε απ’ όταν ήταν μικρός. Η εικόνα αυτή «έλεγε», ότι μόνο αν και όσο πετύχαινε, θα μπορούσε να επιβραβευτεί. Η αποδοχή του, δηλαδή, από τους γονείς,  ήταν πάντα υπό όρους και προϋποθέσεις.  Αν αποτύγχανε στην εκπλήρωση των όρων αυτών, η απογοήτευση των γονιών του ήταν προφανής, γεγονός που του προκαλούσε βαθιά αισθήματα ντροπής. Με τον τρόπο αυτό, το παιδί μπαίνει στην ενηλικίωση με μια ετοιμότητα να επικρίνει τον εαυτό του, κάθε φορά που θα αισθανθεί ότι πέτυχε κάτι λιγότερο από τέλεια.

          Ο τελειομανής Ναρκισσιστής πιστεύει, έστω και αν ο ναρκισσισμός του δεν του επιτρέπει να το ομολογήσει ρητά, « Αν δεν είμαι καλά στη σχέση μου, αυτό πρέπει να είναι δικό μου λάθος». Η οριακή σύντροφος, αντίθετα, πιστεύει « Αν δεν είμαι καλά στη σχέση μου, είναι λάθος του άλλου». Αυτό δημιουργεί έναν ατέλειωτο κύκλο, μέσα στον οποίο η Οριακή γυναίκα οργίζεται ή αποσύρεται και ο Ναρκισσιστής επιχειρεί να «διορθώσει το πράγμα» με καλοπιάσματα, ψευδο-υποχωρήσεις, χειρισμούς, «διασώσεις» κλπ., προκειμένου να αποφύγει, να απομακρύνει, το χρόνιο συναίσθημα ντροπής που βιώνει εξ’ αιτίας της απόρριψης στην παιδική του ηλικία.

          Προφανώς,  δεν είναι ασυνήθιστο να εμπλέκονται σε σχέση και δυο άτομα με οριακά χαρακτηριστικά, οπότε πρόκειται και πάλι για ένα ακόμη εύφλεκτο μίγμα. Αντίστοιχα και εδώ, η παθολογία του ενός ελκύει τον άλλο και βέβαια η αμοιβαία βλάβη που υφίστανται και τα δύο μέρη σ’ αυτήν τη δυναμική, είναι πολύ σημαντική. Θα πρέπει, με την ευκαιρία, να σημειωθεί, ότι κάποιος που εμπλέκεται με ένα πρόσωπο με Οριακή συμπτωματολογία, άσχετα με τα όποια δικά του άλυτα ζητήματα, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αντίστοιχα συμπτώματα και ο ίδιος, λόγω της εγγύτατης έκθεσης του σ’ αυτά. Ίσως αυτό να μας δίνει μια ιδέα για τις αιτίες κάποιων συμπεριφορών γύρω μας. Καθώς η Οριακότητα στην νεοελληνική κοινωνία αυξάνεται, μεταδίδεται, κατά κάποιον τρόπο από τον ένα στον άλλο. 

          Το ίδιο πρόβλημα της «αμοιβαίας δυσλειτουργίας» ισχύει και για τη σχέση δυο Ναρκισσιστών. Καθένας τους έχει ζήσει με μια πυρηνική ανασφάλεια και αυτο-απόρριψη για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, εξ’ αιτίας των ανεπίλυτων τραυμάτων του γύρω από την αίσθηση του Εαυτού. Προφανώς, αυτή η πυρηνική ανασφάλεια έχει περαιτέρω διεγερθεί από την μνημονιακή πραγματικότητα.

 

          Όμως, η «ρίζα του κακού» βρίσκεται στον τραυματισμένο υπαρξιακό πυρήνα που υπονομεύτηκε και εκτροχιάστηκε στην έναρξη της διαδικασίας αυτοεκτίμησης στη βρεφική ηλικία και στη συνέχεια ενισχύθηκε και διαιωνίστηκε καθ’ όλη την παιδική ηλικία του ατόμου. Με απλούς όρους, τραυματισμένος πυρήνας σημαίνει ότι ο «άξονας» του τροχού μας έχει σπάσει ή έχει υποστεί βλάβη κατά κάποιο τρόπο. Όταν το ίδιο το κέντρο της ύπαρξης έχει παραβιαστεί, όλες οι ακτίνες που ξεκινούν από αυτό το σημείο θα είναι ευάλωτες να διαρραγούν, κάτω ακόμη και από την μικρότερη πίεση. Το πυρηνικό τραύμα προκαλεί επιπτώσεις σε κάθε πτυχή της ύπαρξης. Επηρεάζει την αυτοεκτίμηση μας και καθορίζει πως σκεφτόμαστε σε σχέση με την ανάληψη της ευθύνης του Εαυτού μας, τόσο στις προσωπικές, όσο και στις επαγγελματικές μας σχέσεις.          

          Ένας Ναρκισσιστής αντισταθμίζει συνήθως τα ελλείμματα στον πυρήνα της αυτοεκτίμησης του υποκύπτοντας σε διάφορους καταναγκασμούς, με τα αθλητικά, σχολικά ή επαγγελματικά υπερ-επιτεύγματα, προσεκτικά χορογραφημένα με γοητεία και χαρισματικότητα, συγκεντρώνοντας υλικό πλούτο, κοινωνική αναγνώριση κ.λπ.

          Ένας Οριακός, από την άλλη, αντισταθμίζει τα πυρηνικά του ελλείμματα, αλλά το κάνει με την εξαιρετική ικανότητα του να παραπλανά, γι’ αυτό και εδώ είναι το μόνο πεδίο όπου αισθάνεται αληθινά δεξιοτέχνης και γεμάτος αυτοπεποίθηση.  

          Τόσο ο Ναρκισσιστής, όσο και ο Οριακός αναζητούν συνεχώς μια αδιάκοπη ροή ναρκισσιστικής προσφοράς, δηλαδή συγκεκριμένα στοιχεία ότι είναι ελκυστικοί και άξιοι της προσοχής και της λατρείας κάποιου. Οι Ναρκισσιστές άνδρες έλκονται συχνά από πολύ μικρότερες στην ηλικία γυναίκες.  Πρόκειται για τη «γυναίκα-έπαθλο», όπως συνηθίζουμε να λέμε. Οι Οριακές γυναίκες επίσης, αντλούν την εκπλήρωση των ναρκισσιστικών τους αναγκών, αποπλανώντας επαγγελματικά επιτυχημένους και ευκατάστατους άνδρες ή κάποιους που μπορεί να ενισχύσουν την κοινωνική τους θέση. Οριακές γυναίκες, στη μέση ηλικία, μπορεί να ερωτευτούν άνδρες πολύ νεότερους.

          Ο γιός μιας Οριακής μητέρας, έλκεται συνήθως από γυναίκες που απηχούν χαρακτηριστικά που είδε και στη μητέρα του. Θα αναβιώσει ξανά και ξανά το τραύμα της παιδικής του ηλικίας, σχεδόν σε κάθε ρομαντική σχέση που εμπλέκεται στην ενήλικη ζωή του. Είναι κάπως παράλογο, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι πιο υγιείς ερωμένες, που δεν εμπνέουν έντονη λαχτάρα, οδυνηρή απογοήτευση ή άγχος, απορρίπτονται με μια αίσθηση πλήξης.

          Η Οριακή γυναίκα μεγάλωσε παρατηρώντας πως η μητέρα της συμπεριφερόταν στους άντρες. Έμαθε πως να ενεργεί με «γλυκύτητα», «αξιαγάπητα» και εν τέλει σαγηνευτικά για να χειραγωγήσει τους άλλους, ώστε να της δώσουν αυτό που ήθελε ή χρειάζονταν. Εν ολίγοις, παρατήρησε κατ’ επανάληψη αυτές τις τεχνικές από μια «σπουδαία δασκάλα» και τις υιοθέτησε. 

          Η Οριακή μητέρα είναι συχνά ζηλόφθονη απέναντι στο παιδί της και ο ανταγωνισμός της μαζί του μπορεί να ξεκινήσει από πολύ νωρίς και να επηρεάσει ή να εκτροχιάσει, ιδιαίτερα, τη σχέση πατέρα-κόρης.

          Μια ποικιλία από «προδοσίες» κατά την παιδική ηλικία προκαλούν βαθύ τραύμα στον υπαρξιακό πυρήνα μιας Οριακής προσωπικότητας και στη συνέχεια θα επηρεάσουν όλες τις ενήλικες προσπάθειες για σχέση.


          Οι Ναρκισσιστές έχουν ενσωματωμένη μια αίσθηση μεγαλείου. Αυτή είναι η άμυνα τους ενάντια στα συναισθήματα ανεπάρκειας και κατωτερότητας και αυτά τα ελλείμματα πυροδοτούν τις καταναγκαστικές τους συμπεριφορές να σώσουν, να οδηγήσουν, να διδάξουν, να συμβουλεύσουν και να καθοδηγήσουν τους άλλους. Ένας Ναρκισσιστής υποθέτει αυτόματα ότι ξέρει τι σκέφτονται και τι θέλουν οι άλλοι και μπορεί να εμφανιστεί ως η απόλυτη αυθεντία σε διάφορα θέματα. Ένας Ναρκισσιστής αρέσκεται να σας πει τι αισθάνεστε, αντί να σας ρωτήσει σχετικά. Οι Οριακοί, από την άλλη, έχουν τόσο εύθραυστη αίσθηση Εαυτού, ώστε αντιμετωπίζουν τη ματαίωση που νιώθουν από τον «ξερόλα» Ναρκισσιστή με την υποχώρηση ή την μανία. Αυτός μπορεί να τις θεωρεί περίπου τρελές ή πολύ εκρηκτικές, αλλά εκείνος είναι που ανεπίγνωστα άναψε το φυτίλι τους. Η συνεχιζόμενη ανάγκη του να είναι μια θέση πάνω και να έχει τον έλεγχο, αποτελεί τη βάση πολλών συγκρούσεων και μεγάλης πάλης σ’ αυτό το ζευγάρι. Η θλιβερή πραγματικότητα είναι, ότι συνήθως ο Ναρκισσιστής, καθώς μεγάλωνε,  παρατήρησε αυτά τα χαρακτηριστικά στους ναρκισσιστές γονείς του, και άθελα του μιμήθηκε και υιοθέτησε το παράδειγμα τους.

          Ένας Ναρκισσιστής θα προκαλέσει εύκολα τις αμυντικές συμπεριφορές και ενέργειες της Οριακής συντρόφου του, καθώς ο φόβος του απέναντι στην εγγύτητα ή στο να μην κυριαρχηθεί, αλλά και η περιπλοκότητα του Εαυτού του, θα πυροδοτήσουν σ’ εκείνην το άγχος της Εγκατάλειψης. Ωστόσο, αυτό έχει δύο όψεις: ενώ αυτή λαχταρά την προσοχή και την  αγάπη του, ταυτόχρονα βιώνει οδυνηρά συναισθήματα που συχνά συγχέονται και είναι συνυφασμένα με την αγάπη τους προς έναν αδιάφορο γονιό. Αυτά τα δραματικά συναισθήματα ενδυναμώνονται και εξισώνονται με μια διαστρεβλωμένη αίσθηση της αγάπης.

          Τόσο ο Ναρκισσιστής, όσο και ο Οριακός σύντροφος, συνδέουν ή και ταυτίζουν την Αγάπη με μια επώδυνη λαχτάρα. Αυτή είναι η ουσία ενός κύκλου «έλα εδώ-φύγε μακριά», ενός κύκλου χωρισμών και επανασυνδέσεων,  που τόσο συχνά βλέπουμε γύρω μας. Η αγάπη ισούται με τον πόνο και αντίστροφα.

          Όταν ο φόβος της εγγύτητας και της απώλειας του ελέγχου αυξηθεί, και οι δυο σύντροφοι, και ο Ναρκισσιστής και η Οριακή, μπορεί να βιώσουν το άγχος το οποίο υποχρεώνει τις ανάγκες τους να υποχωρήσουν. Η απόσταση μεταξύ τους μπορεί να πυροδοτεί κάποια ένταση, αλλά ένας τελειομανής Ναρκισσιστής κάνει το επιπλέον λάθος και βιώνει ντροπή. Αυτό λειτουργεί καταλυτικά στις ξέφρενες προσπάθειες του να την κερδίσει ξανά. Δεν είναι ότι την έχει ανάγκη – αυτός είναι που χρειάζεται αναστολή από την τοξική αίσθηση της αναξιότητας και της ερωτικής απόρριψης – είναι η ντροπή και τα συναισθηματικά της απομεινάρια που έχουν  εγχυθεί μέσα του και τα φέρει από την παιδική του ηλικία.

          Είναι οι Οριακές γυναίκες σε θέση να αγαπήσουν; Αυτό φαίνεται να είναι ένα βασικό μέλημα κατά τη διάρκεια ισχύος τέτοιου είδους σχέσεων, αλλά και αργότερα, όταν ο σύντροφος που έχει απορριφθεί χρειάζεται να ασχοληθεί με την ιδέα αν αγαπήθηκε πραγματικά.

          Οι Οριακές αισθάνθηκαν πόνο στη σχέση με την τόση λαχτάρα τους και τον αγώνα για την αγάπη των γονιών τους  σε όλη την παιδική τους ηλικία – και έμαθαν να ερμηνεύουν αυτά τα δύσκολα και δραματικά συναισθήματα σαν «Αγάπη». «Κυνηγώντας» συντρόφους που είναι συναισθηματικά ή σωματικά μη διαθέσιμοι, παντρεμένοι ή δεσμευμένοι, που διαμένουν σε άλλη πόλη κλπ,  κρατούν τη λαχτάρα τους για ζωή και αναχαιτίζουν τον εαυτό τους από να «αγκαλιάσει» κάποιον που θα ήταν σε θέση να προσφέρει αγάπη σε μια σταθερή βάση. Παρόμοια, οι Ναρκισσιστές προσελκύουν κάποιον που είναι λίγο μακριά και αυτό ανακουφίζει κάπως τις ανησυχίες τους να χάσουν τον έλεγχο. Η αναζήτηση για έναν σύντροφο ο οποίος θα είναι σε θέση να ξεπεράσει με μαγικό τρόπο αυτή την άμυνα, μπορεί να συνεχιστεί για μια ζωή, χωρίς όμως ποτέ να επιτευχθεί το μεγάλο ζητούμενο.

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ