Οι ταινίες της εβδομάδας

7 Οκτωβρίου 2016

του Γιάννη Ζουμπουλάκη, tovima.gr

 

Γυναίκα αράχνη

Γυρισμένη εξ ολοκλήρου με τη ματιά του σκηνοθέτη Πολ Βερχόφεν κολλημένη σαν βδέλλα πάνω σε μια γυναίκα, η ταινία «Εκείνη» («Elle», Γαλλία / Γερμανία / Βέλγιο, 2016) είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά γυναικεία πορτρέτα που έχω δει τα τελευταία χρόνια στο σινεμά, δίπλα στις ηρωίδες της Πενέλοπε Κρουζ στο «Γύρνα πίσω» του Πέδρο Αλμοδόβαρ και της Ιζαμπέλ Ιπέρ στη «Δασκάλα του πιάνου» του Μίχαελ Χάνεκε.

Και εδώ η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι το εν λόγω γυναικείο πρόσωπο, είναι η «Εκείνη», η Μισέλ Λεμπλάν, ένας ρόλος που σου δίνει την εντύπωση κομμένου και ραμμένου για την Ιπέρ και μόνο την Ιπέρ: υποδύεται μια ψυχρή, αγέλαστη αλλά γοητευτική γυναίκα, μια γυναίκα αράχνη, μια killer, εντελώς αδιάφορη για επικοινωνία με τους γύρω της, στους οποίους μόνο αμηχανία και έκπληξη διαρκώς προκαλεί.

Ταπεινώνει τη μητέρα της (Τζουντίτ Μαγκρ) που «αγοράζει έρωτα», κόβει αγενώς τον αέρα των υπαλλήλων της στην εταιρεία παραγωγής νοσηρών play station που με επιτυχία διαχειρίζεται, αποκαρδιώνει διαρκώς τον όχι και τόσο έξυπνο γιο της (Γιονάς Μπλοκέ), χλευάζει τον εραστή της (Κρίστιαν Μπέρκελ), έρχεται σε σύγκρουση με την καταπιεστική νύφη της (Βιρζινί Εφιρά)· γενικώς κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αντιπαθητική σε όλους. Και τα καταφέρνει θαυμάσια.

Ακόμη και ο βιασμός που η Μισέλ στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας βιώνει μέσα στο ίδιο το σπίτι της είναι ένα συμβάν που δεν το μοιράζεται παρά ανεξήγητα το κρατά για τον εαυτό της, ίσως για να πάρει την εκδίκησή της έτσι όπως μόνο εκείνη θέλει.

Tο εύλογο ερώτημα είναι γιατί τα κάνει όλα αυτά, όμως ο Πολ Βερχόφεν, παρότι δίνει κάποια στοιχεία (η τραυματική παιδική ηλικία της), δεν δείχνει να ενδιαφέρεται γι' αυτή την απάντηση: δέχεται αυτή την παράξενη γυναίκα όπως είναι. Ο σκηνοθέτης του «Βασικού ενστίκτου» δείχνει καταγοητευμένος από το πρόσωπο της Ιπέρ και το παρακολουθεί με περιέργεια, σαν να μην ξέρει ούτε ο ίδιος πού θα καταλήξει αυτή η ιστορία που στηρίζεται στο μυθιστόρημα του Φιλίπ Τζιάν.

Και ναι ο σκηνοθέτης μας παρασύρει κοντά του, μπαίνουμε κι εμείς σε αυτό το μυστηριώδες, νοσηρό ταξίδι σεξουαλικών διαστροφών, «μαύρου» χιούμορ και ανεξήγητου πάθους που κλιμακώνεται αργά αλλά σταθερά κατά τη διάρκεια των 138 σαγηνευτικών λεπτών του ξεφεύγοντας από το θρίλερ εκδίκησης για να γίνει τελικά η απόλυτη ταινία για τη γυναίκα.

Ο ταλαντούχος κύριος Βασέρ

Μια ιδέα που ποικιλοτρόπως έχουμε ξανασυναντήσει στο σινεμά επανέρχεται στο καθηλωτικό θρίλερ του Γιαν Γκοζλάν «Ο συγγραφέας» («L' home ideal», Γαλλία, 2016) που αρχικώς θυμίζει πάρα πολύ την ταινία «Οι λέξεις» («The words») με τον Μπράντλεϊ Κούπερ (δεν έχει παιχτεί στις ελληνικές αίθουσες): Τι μπορεί να συμβεί όταν ένας άντρας αποφασίσει να οικειοποιηθεί και να εκμεταλλευτεί προς ίδιον όφελος το έργο κάποιου άλλου; Αυτός ο άντρας εδώ είναι ο Ματιέ Βισάρ (Πιερ Νινέ), ένας νεαρός συγγραφέας που επί χρόνια μάχεται για την επιτυχία που δεν έρχεται ποτέ.

Τελικά θα «κλέψει» την επιτυχία. Όταν ως μεταφορέας αδειάζει το σπίτι ενός ηλικιωμένου που πέθανε ανακαλύπτει το ημερολόγιό του από τον πόλεμο της Αλγερίας. Το υλικό είναι συναρπαστικό. Το αντιγράφει, το υπογράφει και η ζωή του αλλάζει: η «γυμνή γραφή» του ενθουσιάζει αναγνωστικό κοινό και κριτικούς, το βιβλίο γίνεται μπεστ σέλερ και εκείνος σταρ. Ως πότε όμως;

Οταν το πλήρωμα του χρόνου έρθει (γιατί πάντα έρχεται), ο συγγραφέας θα προσπαθήσει με νύχια και με δόντια να διατηρήσει τη θέση του ξεπερνώντας τα όριά του. Και αυτή ακριβώς η προσπάθειά του, με φόντο την ηλιόλουστη γαλλική Ριβιέρα, είναι το πραγματικά συναρπαστικό κομμάτι αυτής της ταινίας που φλερτάρει ανοιχτά με τον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ» της Πατρίσια Χάισμιθ (και των ταινιών που τον ακολούθησαν), κατορθώνοντας όμως να βρει στην πορεία τη δική της ταυτότητα.

Η αμαρτία της ομορφιάς

Βυθισμένο μέσα στους neon φωτισμούς ενός παγωμένου, «πλαστικού» Λος Αντζελες, το «The neon demon» (ΗΠΑ / Δανί /  Γαλλία, 2016), η τελευταία αμερικανική ταινία του Δανού σκηνοθέτη Νίκολας Γουίνφριντ Ρεφν, είναι ένα άκρως γοητευτικό στην όψη αλλά και άκρως ενοχλητικό στην καρδιά του φιλμ που κινείται στις επικίνδυνες σκιές του κόσμου της ομορφιάς.

«Η ομορφιά δεν είναι τα πάντα, είναι το μόνο πράγμα» λέει η Τζέσι (Ελ Φάνινγκ) που έχει έρθει από κάποια επαρχία του πουθενά στο φωτεινό Λος Αντζελες με όνειρο να γίνει φωτομοντέλο. «Δεν τραγουδώ, δεν χορεύω, δεν γράφω, δεν έχω κανένα χάρισμα. Αλλά είμαι όμορφη και μπορώ να βγάλω λεφτά!».

Έχει δίκιο. Και με το παραπάνω. Το πρόσωπό της είναι μαγικό, συναρπάζει, ερεθίζει, κάποιος το αποκαλεί «ήλιο μέσα στην καρδιά του χειμώνα». Ολοι το λατρεύουν· από τον αλλόκοτο σταρ φωτογράφο (Ντέσμοντ Χάρινγκτον) που αναλαμβάνει την πρώτη επαγγελματική φωτογράφισή της ως τη μυστηριώδη μακιγέζ της (Τζίνα Μαλόουν) αλλά και τον διάσημο μόδιστρο (Αλεσάντρο Νίβολα).

Την ίδια ώρα όμως είναι ένα πρόσωπο που μπορεί να προκαλέσει τον φθόνο και όχι μόνο των ανταγωνιστριών, ήδη έμπειρων μοντέλων, αλλά για πόσο, αλήθεια, μέσα σε αυτό το άρρωστο σύστημα όπου κανείς δεν έχει μεγάλη διάρκεια;

Ο Ρεφν είναι σκληρός αλλά συγχρόνως σαρκαστικός, ωμός αλλά και χιουμορίστας. Μια τίγρη μέσα στο δωμάτιο ενός μοτέλ, μια λεσβιακή σκηνή νεκροφιλίας και άλλες τέτοιες αλλοπρόσαλλες σκηνές εντάσσονται στην ταινία για να μας κάνουν να νιώσουμε ακόμη πιο άβολα, παρότι ένα χαμόγελο νιώθουμε να σχηματίζεται στο στόμα μας.

Κατά βάθος ο σκηνοθέτης του «Drive» αναζητεί ένα κάποιο ίχνος ανθρωπιάς μέσα σε μια εντελώς απάνθρωπη κατάσταση στην οποία ο χώρος της μόδας μοιάζει με απέραντο ψυχιατρικό ίδρυμα στο οποίο η απόλυτη νόσος είναι η ψύχωση με την ομορφιά.

Τυφλή απειλή

Επιτέλους! Επιτέλους μια αυθεντική ταινία τρόμου χωρίς πριονισμένα πόδια, χωρίς κεφάλια ανοιγμένα σαν καρπούζια, χωρίς ξεκοιλιάσματα. Λέγεται «Μην ανασαίνεις» («Don't breathe», ΗΠΑ, 2016) και τη σκηνοθέτησε ένα ταλέντο από την Ουρουγουάη ονόματι Φέντε Αλβάρεζ που έχει ήδη αποδείξει την αξία του στο συγκεκριμένο είδος με το ριμέικ του «The evil dead» του Σαμ Ράιμι.

Γυρισμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα σε ένα σπίτι, αυτό το κλειστοφοβικό, σκοτεινό θρίλερ εστιάζει στην προσπάθεια τριών κλεφτών (Ντίλαν Μινέτ, Τζέιν Λίβι, Ντάνιελ Ζοβάτο) να ξεφύγουν από το σπίτι που πήγαν να κλέψουν. Μόνο που η απειλή τους δεν είναι παρά ο ιδιοκτήτης του σπιτιού,  ένας κάποιας ηλικίας τυφλός βετεράνος πολέμου (Στίβεν Λανγκ) που γνωρίζει απ' έξω κι ανακατωτά κάθε σπιθαμή του χώρου του. Υπάρχει μόνο ένας ακόμη χαρακτήρας και ένα σκυλί που πραγματικά θα σας κόψει την ανάσα.

Αλλά θα μου πείτε πόσο μπορεί να κρατήσει όλο αυτό; Και όμως κρατά 88 ολόκληρα λεπτά χωρίς ούτε μία περιττή σκηνή, με ελάχιστο αίμα και πραγματικό τρόμο! Ο Αλβάρεζ αντιστρέφει τον «Τυφλό τρόμο» του Ρίτσαρντ Φλάισερ όπου η Μία Φάροου ήταν το τυφλό θύμα μέσα στο σπίτι του τρόμου και μετατρέπει έναν τυφλό σε απόλυτη απειλή! Ευφυές!

Υπάρχουν σκηνές κυριολεκτικής χορογραφίας μέσα στο σπίτι, η κάμερα του Αλβάρεζ κινείται με όρεξη αλλά και με οικονομία. Πραγματικά εξεπλάγην, ένιωσα σαν να ανακάλυπτα κάτι καινούριο στον τρόμο, όπως είχα νιώσει βλέποντας τη «Νύχτα με τις μάσκες» του Τζον Κάρπεντερ ή το «Ασε το Κακό να μπει» του Τόμας Αλφρεντσον.

Οι άνθρωποι, τίποτε άλλο

Η ιδιαιτερότητα της παραλίας στην Τεργέστη του ντοκυμαντέρ «Η τελευταία παραλία» (L' ultima spaglia, Ιταλία / Ελλάδα) είναι ότι τη χωρίζει ένας άχαρος τοίχος. Στη μια πλευρά πηγαίνουν γυναίκες, στην άλλη άντρες. Μαθαίνουμε ότι πρόκειται για ένα μνημείο από την εποχή που η Τεργέστη ήταν το βασικό λιμάνι της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.

Δεν παύει όμως να είναι ένα σκηνοθετικό εύρημα που βοηθά τους σκηνοθέτες Θάνο Αναστόπουλο και Ντάβιντε ντελ Ντέγκαν για κάτι διαφορετικό: η «Τελευταία παραλία» είναι μια χαλαρή, ξεκούραστη (και χωρίς ιδιαίτερο στόχο) «μελέτη» των ανθρώπων που συχνάζουν ή εργάζονται εκεί. Κάτι σαν μια περιήγηση στην καθημερινότητα των πρωταγωνιστών της, λουομένων κάθε ηλικίας, υπαλλήλων, τεχνικών, ναυαγοσωστών αλλά και γάτων.

Άνθρωποι καθημερινοί, με κανονικές ανάγκες, ελάχιστες απαιτήσεις, χιούμορ, όρεξη για ζωή. Αυτό είναι η ταινία. Και όσο για τον συμβολικό χαρακτήρα του τοίχου, είναι υπόθεση του κάθε θεατή αν θα τον νιώσει ή όχι. Ο ίδιος ο Αναστόπουλος πάντως είπε πριν από λίγο καιρό στο «Βήμα»: «Ξεκινήσαμε αυτή την ταινία πριν από τρία χρόνια νομίζοντας ότι κάνουμε μια κωμωδία για τον τελευταίο τοίχο στην Ευρώπη. Με λύπη μας την παρουσιάζουμε σε μια περίοδο που οι τοίχοι επιστρέφουν».

Το χάσαμε το τρένο!

Το ισχυρό χαρτί της ταινίας «Το κορίτσι του τρένου» («The girl on the train», ΗΠΑ, 2016) που σκηνοθέτησε ο Τέιτ Τέιλορ («Οι υπηρέτριες») είναι το μπεστ σέλερ της Πόλα Χόκινς που συνάντησε μεγάλη επιτυχία και στην Ελλάδα (εκδόσεις Ψυχογιός). Δεν το έχω διαβάσει, όμως κρίνοντας από την ταινία που το ακολούθησε υποψιάζομαι ότι θα με κρατούσε περισσότερο.

Στην ταινία η Εμιλι Μπλαντ υποδύεται μια προβληματική γυναίκα (παρανοϊκή άραγε; αλκοολική ίσως;), μπλεγμένη σε μια υπόθεση ερωτικής απιστίας και φόνου, την οποία βρήκα κυριολεκτικά ακατανόητη ως το τελευταίο τέταρτο, όπου τα πάντα ως διά μαγείας εξηγούνται χαρτί και καλαμάρι.

Ξαφνικά αυτό το εκνευριστικά δαιδαλώδες φιλμ που μετακινείται σαν μεθυσμένο στον χρόνο αποκτά μια γραμμική αφήγηση δίνοντας όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματα που ως τότε μου είχαν προκαλέσει πονοκέφαλο.

Και είμαι σίγουρος πως αν είχε γυριστεί γραμμικά από την αρχή θα ήταν πολύ καλύτερο.

Προβάλλονται επίσης

«Πελαργοί» («Storks», ΗΠΑ, 2016) των Νίκολας Στόλερ και Νταγκ Σουίτλαντ. Χαριτωμένο αλλά αποκλειστικώς για παιδιά κινούμενο σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η νέα γενιά πελαργών δεν μεταφέρει πια μωρά αλλά εμπορεύματα. Τι θα γίνει όμως όταν ένας πελαργός αποφασίζει να παραδώσει ένα μωρό με τη βοήθεια μιας ορφανής που μεγάλωσε στον κύκλο των πελαργών; Προβάλλεται σε 3D και 2D μεταγλωττισμένο στα ελληνικά.

«Αγανάκτηση» («Indignation», ΗΠΑ, 2016) του Τζέιμς Σάμους. Μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Φίλιπ Ροθ τοποθετημένου στην πουριτανική Αμερική της δεκαετίας του 1950, όπου ένας νεαρός Εβραίος (Λόγκαν Λέρμαν) προσπαθεί να αντεπεξέλθει.

«Η βάση των νεκρών» («Baza ludzi umarlych», Πολωνία, 1959) του Τσέσλαβ Πετέλσκι που μέσα από την ιστορία ενός δάσους στο  οποίο εργάζονται άνθρωποι του περιθωρίου, τραυματισμένοι από τη ζωή, συνδυάζει είδη του αμερικανικού κινηματογράφου όπως το γουέστερν και το φιλμ νουάρ με τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό». Πρώτη προβολή στην Ελλάδα.

«Un condor» (Ελλάδα, 2015) του Δημήτρη Κολόζη. Ντοκυμαντέρ που αναφέρεται στην επιστροφή ενός Χιλιανού στην πατρίδα του 38 χρόνια μετά την αυτοεξορία του.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ