Ειδικές αναπτυξιακές διαταραχές: Ποια είναι τα αίτιά τους;

11 Οκτωβρίου 2016

Ειδικές αναπτυξιακές διαταραχές σχολικών ικανοτήτων

Γράφει η Ελένη Λαζαράτου

Αναπλ. Καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής

Αποτέλεσμα εικόνας για ελένη λαζαράτου

Οι μαθησιακές διαταραχές είναι από τις πιο συχνές στην παιδοψυχιατρική κλινική πράξη. Πολυάριθμα αιτήματα αφορούν παιδιά, τα οποία αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κατάκτηση σχολικών δεξιοτήτων. Επίσης, σε πολλά από τα παιδιά που προσέρχονται με αρχικό αίτημα προβλήματα συμπεριφοράς στο χώρο του σχολείου ή δυσκολίες σχετικές με την άσκηση των σχολικών τους καθηκόντων στο σπίτι διαγιγνώσκονται μαθησιακές διαταραχές.

Ο όρος ειδικές μαθησιακές διαταραχές  αναφέρεται σε μια ομάδα διαταραχών που εκδηλώνονται με σημαντικές δυσκολίες στην κατάκτηση και χρήση του λόγου, του διαβάσματος, του γραψίματος, της κρίσης ή των μαθηματικών ικανοτήτων. Αυτές οι διαταραχές είναι εγγενείς στο άτομο και αποδίδονται σε δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Στην ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών και διαταραχών συμπεριφοράς της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ICD 10, 1992) οι ειδικές αναπτυξιακές διαταραχές των σχολικών ικανοτήτων διακρίνονται σε έξη διαγνωστικές υποκατηγορίες: α) ειδική διαταραχή της ανάγνωσης, β) ειδική διαταραχή του συλλαβισμού, γ) ειδική διαταραχή των αριθμητικών ικανοτήτων, δ) μεικτή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων, ε) άλλες αναπτυξιακές διαταραχές των σχολικών ικανοτήτων, στ) αναπτυξιακή διαταραχή των σχολικών ικανοτήτων μη καθοριζομένη.

Σύμφωνα με την τελευταία έκδοση του αμερικάνικου διαγνωστικού και στατιστικού εγχειριδίου των ψυχικών διαταραχών DSM-5 οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες κωδικοποιούνται σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την εμφάνιση ελλειμμάτων α) στην αναγνωστική ικανότητα και συγκεκριμένα στην  φωνολογική ενημερότητα και απόδοση, στην άνεση και την ταχύτητα του ρυθμού με τον οποίο διαβάζει ένα παιδί καθώς και στην κατανόηση αυτού που διαβάζει β) στη γραπτή έκφραση του λόγου όπως αυτά διαπιστώνονται μέσα από λάθη στην ορθογραφία, στον τονισμό και την γραμματική  αλλά και στην οργάνωση και τη σαφήνεια του γραπτού κειμένου γ) στα μαθηματικά είτε αφορούν στην κατανόηση των μαθηματικών εννοιών και πράξεων, στην σωστή και άνετη απόδοση των μαθηματικών υπολογισμών και την μνημονική αποθήκευση των αριθμητικών παραστάσεων είτε στη μαθηματικολογική σκέψη γενικότερα όπως στη σχέση αιτίας-αιτιατού. Περαιτέρω κωδικοποίηση προσδιορίζει το βαθμό της βαρύτητας των δυσκολιών σε ήπιο, μέτριο και σοβαρό.

Επιδημιολογία

Η επίπτωση των ειδικών αναπτυξιακών μαθησιακών διαταραχών εξαρτάται από τις διαγνωστικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται και κυμαίνεται μεταξύ 3-15% στο μαθητικό πληθυσμό. Οι περισσότερες μελέτες προτείνουν ποσοστό επιπολασμού 4-8% για την δυσλεξία και 6% για την δυσαριθμησία. Η διαταραχή γραπτής έκφρασης, ως μοναδικό σύμπτωμα, είναι σχετικά σπάνιο γιατί συνήθως συνυπάρχει με διαταραχή ανάγνωσης ή/και άλλες δυσκολίες μάθησης.  Τα προβλήματα γραφοκινητικού συντονισμού είναι πιο εμφανή στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς από τις άλλες ειδικές μαθησιακές δ/χες και εμφανίζονται σε περίπου 7% των παιδιών.   Στον γενικό πληθυσμό το ποσοστό των παιδιών σχολικής ηλικίας που εμφανίζει δυσγραφία ανέρχεται στο 10-30%.  Η συχνότητα εμφάνισης μέτριων έως σοβαρών δυσκολιών στη γραφή σε τυπικά παιδιά δημοτικού σχολείου στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα υψηλή (29% στη Β΄ δημοτικού και 28% στη Δ΄ δημοτικού).

Οι μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζονται  συχνότερα στα αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια, σε αναλογία 4 προς 1 αν και πρόσφατες έρευνες το αμφισβητούν .  Ο λόγος που πιθανόν εξηγεί αυτή τη διαφορά είναι ότι οι δάσκαλοι παραπέμπουν για μαθησιακή εκτίμηση τα αγόρια γιατί παρουσιάζουν σε μεγαλύτερα ποσοστά διαταρακτική συμπεριφορά. Τα κορίτσια με αντίστοιχα μαθησιακά προβλήματα αλλά χωρίς προβλήματα συμπεριφοράς δεν επισύρουν την προσοχή.

Μαθησιακές διαταραχές  συχνά ανευρίσκονται και σε άλλα μέλη της οικογένειας ή μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.

  

Αιτιοπαθογένεια

Οι αιτίες που οδηγούν στην εμφάνιση των ειδικών μαθησιακών διαταραχών δεν έχουν πλήρως αποσαφηνισθεί αν και έχει γίνει σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια.  Αποδίδονται σε δυσλειτουργία των γνωσιακών διαδικασιών, ιδιοσυστασιακής και νευροβιολογικής αρχής.

Οι μαθησιακές δυσκολίες σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να προέρχονται από εξελικτικές - αναπτυξιακές δυσλειτουργίες σε κρίσιμους τομείς των γνωσιακών διαδικασιών, όπως ελλειμματική ικανότητα προσοχής, ελλείμματα κατά τη διαδικασία απομνημόνευσης, διαταραχές στο λόγο, διαταραχές κατά την εκτέλεση ανώτερων νοητικών λειτουργιών (π.χ. στην αφαιρετική λειτουργία ή στη διαδικασία αναζήτησης της σχέσης αιτίου-αιτιατού), είτε σε δομικές ανεπάρκειες του εγκεφάλου στην οργάνωση των γνωστικών διαδικασιών.

Με δεδομένη την σημαντική ετερογένεια των παιδιών με μαθησιακή δυσκολία είναι πολύ πιθανό να ευθύνονται περισσότεροι του ενός μηχανισμοί για την εμφάνιση της

Με τα σημερινά ερευνητικά δεδομένα η εμφάνισή τους αποδίδεται σε γνωσιακά ελλείμματα ως προς τη φωνολογική ενημερότητα δηλ. την ικανότητα αναπαράστασης και επεξεργασίας των ήχων που συνθέτουν μια γλώσσα. Σύμφωνα με τη φωνολογική θεωρία, πρόκειται για διαταραχές που αφορούν κυρίως την ανάπτυξη του λόγου και λιγότερο άλλα γνωσιακά ελλείμματα (π.χ. στην οπτικοχωρική αντίληψη). Η μειονεκτική ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων αποτελεί άλλωστε σημαντικό προγνωστικό παράγοντα για την μετέπειτα εμφάνιση μαθησιακών διαταραχών. Ωστόσο, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα γνωσιακά ελλείμματα που σχετίζονται με τη φωνολογική επίγνωση οφείλονται σε πρωτογενή νευροβιολογικά ελλείμματα στην επεξεργασία ακουστικών ερεθισμάτων . Οι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής (θεωρία του μεγαλοκυτταρικού συστήματος) επικαλούνται νευροανατομικά ευρήματα που υποδεικνύουν ότι τα άτομα με μαθησιακές διαταραχές εμφανίζουν  διαφορετικό μέγεθος των κυττάρων του μεγαλοκυτταρικού συστήματος στο ΚΝΣ συγκρινόμενα με το φυσιολογικό πληθυσμό. Το μεγαλοκυτταρικό σύστημα θεωρείται ότι εμπλέκεται στην επεξεργασία ερεθισμάτων με ταχεία χρονική διαδοχή (οπτικών και ακουστικών).

Από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην εκδήλωση μαθησιακών διαταραχών υπάρχει γενική συναίνεση πως η κληρονομική προδιάθεση παίζει σημαντικό ρόλο. Ειδικά η δυσλεξία έχει έναν κληρονομικό παράγοντα ο οποίος συμβάλλει σε ποσοστό περίπου 50-80%. Εννέα περιοχές του γονιδιώματος και έξι υποψήφια γονίδια βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό διερεύνηση. Γενετικοί δείκτες για τη δυσλεξία έχουν ταυτοποιηθεί στα χρωμοσώματα 6, 15, 18. Μελέτες διδύμων έδειξαν ότι η επίπτωση ήταν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη στους μονοζυγωτικούς από ότι στους διζυγωτικούς.  O κίνδυνος εμφάνισης δυσλεξίας σε παιδί του οποίου ένας από τους δύο γονείς είναι δυσλεκτικός είναι 35-40% αν είναι αγόρι και περίπου 20% αν είναι κορίτσι

Σε νευροανατομικό επίπεδο στα παιδιά με δυσλεξία το κροταφικό πεδίο είναι ασυνήθιστα συμμετρικό, σε σχέση με τα παιδιά που δεν έχουν δυσλεξία, και έχουν βρεθεί δομικές ανωμαλίες στην κροταφική περιοχή του αριστερού ημισφαιρίου. Οι έρευνες για την δυσαριθμησία   δείχνουν ότι η μαθηματική ικανότητα εμπλέκει τρία διαφορετικά σημεία του εγκεφάλου: η έννοια του αριθμού την ενδοβρεγματική αύλακα, περιοχή η οποία σχετίζεται με τη θέση και το χώρο, τα αριθμητικά ψηφία αναγνωρίζονται στον οπτικό φλοιό και οι αριθμητικές λέξεις σε γλωσσικές περιοχές του αριστερού ημισφαιρίου

Τα αποτελέσματα που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα, από  ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες δείχνουν ότι υπάρχουν ποιοτικές διαφορές στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες από τα φυσιολογικά. Οι διαφορές είναι μεγαλύτερες στη δραστηριότητα του αριστερού ημισφαιρίου στη βρεγματική, στη μέση κροταφική και στη πλάγια μετωπική φλοιώδη περιοχή ενώ καταδεικνύεται σχετική μείωση της μετωπιαίας δραστηριότητας που φυσιολογικά παρατηρείται κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων που απαιτούν προσοχή.

Η έρευνα των νευροβιολογικών παραγόντων που επηρεάζουν τις μαθησιακές διαδικασίες στηρίζεται στο γεγονός ότι στα περισσότερα άτομα επικρατεί το αριστερό ημισφαίριο. Εν τούτοις οι θεωρίες της «πλαγίωσης» αναγνωρίζουν ότι πολύπλοκες διαδικασίες, όπως π.χ. η ανάγνωση, απαιτούν την συνεργασία και των δύο ημισφαιρίων. Χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα που αφορούν την αριστεροχειρία. Βρέθηκε ότι τα δυο τρίτα των αριστερόχειρων έχουν, ως προς τις γλωσσολογικές λειτουργίες, αριστερή αντιπροσώπευση όπως και οι δεξιόχειρες. Το υπόλοιπο ένα τρίτο έχει αμφίπλευρη ή δεξιά αντιπροσώπευση. Συχνά τα δυσλεκτικά παιδιά είναι αριστερόχειρες και παρουσιάζουν διαταραχή στην οργάνωση του χώρου που αναγνωρίζεται αρκετά εύκολα στη ζωγραφική τους. 

 

 


ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
akis3 adTechParam +146657+28669 - adTechUnit 0
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ