Θανάσης Τζαβάρας: Ταξίδι από τα Κύθηρα

16 Οκτωβρίου 2016

Θανάσης Τζαβάρας
Ταξίδι από τα Κύθηρα
Θέμα: Βιογραφίες-Απομν/ματα-Μαρτυρίες
Εκδότης: Συνάψεις Κοινός Τόπος Ψυχιατρικής

 

του Γιάννη Μπασκόζου, tovima.gr (20/02/2011)

'Ο Διάβολος στην Εντατική'

Ο ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Θανάσης Τζαβάρας άνοιξε την πόρτα της Κόλασης αλλά πρόλαβε να την κλείσει γρήγορα και να μείνει απέξω. Εζησε εκατόν πέντε ημέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Ευαγγελισμού, σαράντα από αυτές σε καταστολή και αργότερα με τραχειοστομία. Δηλαδή πέρασε τρεισήμισι μήνες μεταξύ ζωής και θανάτου μέσα σε μια κατάσταση αμφίθυμη, ψυχικά διαταραγμένη και πολύπλοκη, αλλά καλλιτεχνικά ενδιαφέρουσα. Το ταξίδι του αυτό προς την Κόλαση καταγράφεται με ειλικρίνεια, ένα ταξίδι γεμάτο φαντασιώσεις, οράματα και ψευδαισθήσεις που θα ζήλευαν καλλιτέχνες των παραισθήσεων όπως ο Σαλβαντόρ Νταλί και ο Μαρσέλ Ντυσάν.

Ο Θανάσης Τζαβάρας βρίσκεται για διακοπές στα Κύθηρα, όταν παθαίνει κρίση. Διαπιστώνεται πνευμονικό οίδημα και επιβάλλεται να μετακινηθεί από το Κέντρο Υγείας Κυθήρων- «ένα ξενοδοχείο τρίτης κατηγορίας που μου θύμισε την παρθενική μου νύχτα σε βρώμικο ξενοδοχείο την 1η Απριλίου του 1955 στην Ελασσόνα»- στην Αθήνα. Τα ελικόπτερα δεν πετάνε, η Ολυμπιακή έχει πρόβλημα, οπότε τον φορτώνουν ετοιμόρροπο σε ένα αυτοκίνητο του ΕΚΑΒ λέγοντάς του: «Μην ανησυχείς Σπάρτη- Αθήνα, σε μιάμιση ώρα θα είμαστε στον Ευαγγελισμό»! Φυσικά ανησυχεί αλλά βρίσκεται ήδη στο οξυγόνο και οι αισθήσεις του έχουν αρχίσει να χαλαρώνουν. Φτάνουν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και αμέσως τίθεται σε καταστολή. Πέντε εβδομάδες μετά ξυπνάει και προσπαθεί να πιάσει επαφή με το περιβάλλον . Είναι, όπως γράφει ο ίδιος, «η πιο πλούσια σε παραγωγικές φαντασιώσεις, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις περίοδος, που, λόγω της παιδείας μου, με παρέπεμπαν ευθέως σε παραλήρημα και οργανική ψύχωση».

Οι φαντασιώσεις του Θ. Τζαβάρα είναι αρκούντως καλλιτεχνικές, ο ίδιος τις παρομοιάζει με το σενάριο της ταινίας «Ηellzapoppin» (1941, Ρotter), όπου σε έναν χώρο που παραπέμπει στην Κόλαση ο Διάβολος συναντάται με τον σερίφη της Αριζόνας (!) ανάμεσα σε άπειρα καλαμπούρια και σκηνές αμιγούς τρέλας. Ο Θ. Τζαβάρας διηγείται πώς η ΜΕΘ μετατρεπόταν σε ένα ονειρικό σκηνικό, όπου το νοσηλευτικό προσωπικό αποτελείται από πονηρά πλάσματα, κυρίως τσιγγάνες, με έναν τρομερό αρχηγό που καθοδηγούσε τους πάντες και που στην πορεία έπαιζε και πολιτικό ρόλο. Υπήρχε ακόμα ένας πονηρός δικηγόρος εκ των υστέρων αναγνωρίζει σε αυτόν το πρόσωπο ενός μαθητή του από τα σεμινάρια στου Γουδή- ο οποίος είχε στήσει στο υπόγειο του νοσοκομείου μηχανισμό αντιγραφής των επίσημων εγγράφων του κράτους, υπονομεύοντας τη νόμιμη κυβέρνηση Σημίτη. Φυσικά αυτό το ιλαροτραγικό σκηνικό στον Θ. Τζαβάρα δημιουργεί φόβο και άγχος. Τα παραληρήματα συνεχίζονται και ο ασθενής βλέπει έναν παπά που είναι ταυτόχρονα χριστιανός και μουσουλμάνος και τον μεταφέρει σε ονειρικά μέρη. Ρωτάει τη νοσοκόμα πού τον πάνε, αυτή απλώς χαμογελάει. Οταν συνέρχεται από την καταστολή μέσα στη ΜΕΘ, ακούει αεροπλανάκια να προσγειώνονται στον διάδρομο και νομίζει ότι τον επισκέπτεται ο Αntoine Saint Εxupery, ενώ άλλοτε νομίζει πως βρίσκεται σε ένα πλοιάριο που κόβει βόλτες στη διαδρομή Χαλκίδα-Αιδηψός. Συνεχίζουν να τον πολιορκούν πολιτικές φαντασιώσεις ότι μια παγκόσμια τεχνοκρατική συνωμοσία ελέγχει όλον τον κόσμο κτλ.

Ο Θ. Τζαβάρας καταγράφει επίσης τις αντιδράσεις φίλων και συγγενών, όπου στην προσπάθειά τους να εφεύρουν αντιφοβικά ενεργήματα καταφεύγουν στις εκκλησιές και στα ξωκλήσια, ανάβουν κεράκια σε κάθε ερημιά, κάνουν δεήσεις, επικαλούνται ζωντανούς κρυστάλλους, ρέικι και άλλα μαγικά και εξωτικά τερτίπια για να παρακαλέσουν μια ανώτερη δύναμη να τον προστατέψει από το κακό. Παρατηρεί επίσης ότι οι φίλοι του επιστήμονες προσπαθούν να εξηγήσουν την περίπτωσή του με ψυχοσωματικές ή ψυχαναλυτικές θεωρίες και αυτός, ένας ψυχαναλυτής, τους οικτίρει.

Ο Θ. Τζαβάρας σε αυτό το βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί σε νέα έκδοση με πολλές προσθήκες, γράφει και καταγράφει με ειλικρίνεια, μονολογεί, εξιστορεί, κρίνει, κοροϊδεύει τον εαυτό του, μιλάει για τους φίλους του και τη γυναίκα του, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Το οργανικό ψυχοσύνδρομο, η αίσθηση του αβοήθητου στη ΜΕΘ, το άγχος του θανάτου, η διαταραχή των γνωστικών λειτουργιών γίνονται αφορμή για μια ενδοσκόπηση που προσφέρεται μέσα από αυτό το βιβλίο στους φίλους, αντίδωρο για την αγρύπνια τους, αλλά και δείγμα ευγνωμοσύνης για τους γιατρούς που τον συνέδραμαν. Παράλληλα ο Θ. Τζαβάρας καταλαβαίνει ότι όλα αυτά σηματοδοτούν ένα καινούριο κεφάλαιο για τη ζωή του ή, όπως λέει ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, «... ακόμη και η ζωή μου αποκτά σημασία, όταν τη διηγούμαι σε κάποιον...».

της Φωτεινής Τσαλίκογλου, tanea.gr (02/05/2009)

'Η αρρώστια είναι το μαγικό βουνό μας'

Το στοίχημα της βιωματικής γραφής είναι ένα δύσκολο εγχείρημα όταν είσαι αποφασισμένος να μην ενδώσεις στο δέλεαρ μιας ναρκισσιστικής αγιογραφίας. Ο πόνος εξευγενίζει, εξανθρωπίζει, ανυψώνει, όμως όλα αυτά τα ηθικοπλαστικά ιδεώδη δεν είναι στις προθέσεις του συγγραφέα. Είναι σκληρός με τη σκληρή πραγματικότητα ενός αβοήθητου, σε κατάσταση στέρησης οργανισμού, ενός οργανισμού έκθετου σε έναν τρόμο. Τον τρόμο της ανάδυσης του «ψυχωτικού πυρήνα του εαυτού μας», ενός πυρήνα που καιροφυλακτεί, έτοιμος να κάνει αισθητή την παρουσία του και να εκραγεί σε ακραίες, απειλητικές για την ύπαρξη συνθήκες. Μια τέτοια ακραία συνθήκη έζησε ο συγγραφέας. Σε κατάσταση στέρησης και φαρμακευτικής καταστολής, διασωληνωμένος και καθηλωμένος στον στρεσογόνο θάλαμο της Εντατικής, παύεις να είσαι εσύ. Κάποιος ή κάτι άλλο έρχεται στη θέση σου. Θρυμματίζονται όλες οι πρότερες βεβαιότητες και μια άλλη αίσθηση της πραγματικότητας παίρνει το πάνω χέρι. Με αφοπλιστική αμεσότητα, με το αφιλόκερδο βλέμμα μιας αθωωτικής εγρήγορσης, ο Τζαβάρας σε αυτό το ταξίδι μεταμορφώνει τον αναγνώστη σε συνταξιδιώτη. «Πηγαίνω στην Κόλαση αλλά περίμενέ με, θα γυρίσω πίσω να αφηγηθώ το ταξίδι». Έτσι είναι σαν να λέει στον αναγνώστη κλείνοντάς του το μάτι. Με αυτή την έννοια τολμώ να πω ότι ήταν κάπου μοιραίο να καταφέρει να γυρίσει πίσω ο συγγραφέας. Από την πρώτη κιόλας στιγμή είχε μαζί με την Ελένη αποφασίσει τα της αφηγηματικής αποτύπωσης της περιπέτειάς του. Και τέτοιες γενναίες αποφάσεις δεν μπορεί παρά να σε αποζημιώνουν. Η φύση (ο Θεός, το πεπρωμένο ή η τύχη αν προτιμάτε) μοιάζει να είναι συνήθως γενναιόδωρη απέναντι σε τέτοιες επιλογές.

Σε κάθε σελίδα συναντιέσαι με την αγωνία και το άρρητο αίτημα ενός πάσχοντος σώματος, ενός αβοήθητου οργανισμού να μη χάσει την ηθική υπόστασή του, να μην αφυδατωθεί η υποκειμενικότητά του, να μη μετατραπεί σε άβουλο αντικείμενο.

«Είμαι κι εγώ Θεός, είμαι ήρωας, είμαι φιλόσοφος, είμαι δαίμονας και είμαι κόσμος, κάτι που συνιστά τον πιο περιφραστικό τρόπο για να πω ότι δεν υπάρχω». Αυτή την ιδιότυπη συνθήκη αθανασίας που περιγράφει ο Μπόρχες μοιάζει να έζησε και να αποτυπώνει στο έργο του ο Θ. Τζαβάρας. Διασωληνωμένος, κοιμώμενος, τελών εντούτοις σε μια ιδιάζουσα αφύπνιση, ο συγγραφέας αφήνεται ολόκληρος στο επινοείν, στο ανακαλύπτειν, που δεν είναι άλλο από το ενθυμείσθαι...

Όμως η δύναμη του βιβλίου αυτού δεν εξαντλείται στην αυτοαναφορικότητά του. Είναι ταυτόχρονα και ένα συγκλονιστικό δοκίμιο για τη νόσο, τον θάνατο, τις σχέσεις αρρώστου-νοσηλευτή, την ψυχοσωματική προβληματική. Τη σημασία της παρουσίας των δικών σου ανθρώπων. Η αγωνία της γραφής, το μέλημα των λέξεων που κάνουν τα απόντα πράγματα ωσεί παρόντα, είναι εμφανής από την πρώτη μέχρι την τελευταία γραμμή. Η αρετή της ποιητικότητας, που δεν είναι προνόμιο της λογοτεχνικής γραφής, διατρέχει το κείμενο και μας θυμίζει μαζί με τον Τόμας Μαν ότι η αρρώστια είναι το μαγικό βουνό του ανθρώπου. Ένα βιβλίο δώρο στον κάθε άρρωστο. Δηλαδή στον καθένα μας.

του Γιάννη Σταυρακάκη, efsyn.gr (26.01.2016)

'Θανάσης Τζαβάρας, 1939-25.01.2016'

Εκτός από λύπη και θλίψη για την απώλεια ενός ξεχωριστού φίλου, ενός άξιου κλινικού και δασκάλου της ψυχανάλυσης, η είδηση για τον θάνατο του ψυχίατρου και ψυχαναλυτή Θανάση Τζαβάρα προκάλεσε πάνω απ’ όλα έκπληξη. Οχι μόνο γιατί ο Θανάσης ήταν ακόμα ακμαίος πνευματικά.

Αλλά και γιατί είχε κατορθώσει, με τον σπάνιο και τολμηρό αναστοχασμό του πάνω στο ζήτημα του θανάτου –και μάλιστα όχι μόνο του θανάτου εν γένει, αλλά και του ίδιου του δικού του θανάτου–, να δημιουργήσει την εντύπωση ότι είχε γεφυρώσει το κατώφλι ανάμεσα στη ζωή και το επέκεινα. Και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε για πάντα να θρονιαστεί ανάμεσά τους, τρώγοντας και πίνοντας, κουβεντιάζοντας με φίλους και αφηγούμενος, όπως πάντα, τις πιο γοητευτικές ιστορίες.

Γιατί ο Τζαβάρας, χωρίς αστεία, ενσάρκωσε με τον πιο σαφή και αμετακίνητο τρόπο το φροϋδικό παράδειγμα. Ως γνωστόν, ο Freud παραλαμβάνει το παλιό λατινικό γνωμικό «Si vis pacem, para bellum» («Αν θέλεις την ειρήνη, προετοιμάσου για τον πόλεμο») και το μετουσιώνει σε μια προσωπική ηθική προστακτική: «Si vis vitam, para mortem» («Αν θέλεις τη ζωή, προετοιμάσου για τον θάνατο).

Πιστός στη θεωρητική επεξεργασία του, ο Freud θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο, το 1939, έχοντας συμφωνήσει με τον γιατρό του, Max Schur, την πραγματοποίηση ενεργού ευθανασίας. Ο Θανάσης Τζαβάρας, πιστός και ο ίδιος στο παραπάνω φροϋδικό ήθος, δεν θα αναδείξει απλώς στα κείμενά του τη στάση του Freud (από τους λίγους ψυχαναλυτές που το έχουν κάνει), ούτε και θα αρκεστεί να αντιμετωπίσει με τους ασθενείς του το φάσμα του θανάτου και τις προκλήσεις της ζωής – εκείνης που φεύγει και εκείνης που έρχεται στον κόσμο και καλείται να πορευτεί εντός του.

Οταν θα βιώσει και ο ίδιος μια σοβαρή περιπέτεια υγείας, που θα τον φέρει στο χείλος του θανάτου, θα βρει το κουράγιο και το θάρρος να εξιστορήσει την ψυχο-σωματική αλλά και ψυχο-κοινωνική πορεία από τη μεταφορά στο νοσοκομείο και την τρίμηνη παραμονή στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Ευαγγελισμού πίσω στον κόσμο, αλλά με μια σοφία παραπάνω, ικανή να εμφυσήσει στους γύρω του την ωριμότητα της φροϋδικής στάσης, την οριακή υπέρβαση του φόβου και την αναστοχαστική αποδοχή της έλλειψης στην πιο ριζική της εκδοχή.

Ολα αυτά θα αποτυπωθούν και σε ένα βιβλίο του (Ταξίδι από τα Κύθηρα), που θα παραμείνει πολύτιμη μαρτυρία αυτής της διαδρομής, συνοψίζοντας τόσο το βιωματικό όσο και το ψυχαναλυτικό παράδειγμα που συνιστά.

Ο Τζαβάρας, βέβαια, δεν αφήνει πίσω του μόνο αυτήν την παρακαταθήκη. Ως νευρολόγος-ψυχίατρος δραστηριοποιήθηκε στη Γαλλία αλλά και στην Ελλάδα σε μια σειρά από θεματικές αιχμής (τη σχέση νευροψυχολογίας και ψυχανάλυσης, την ιστορία της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης, τη μεθοδολογία και τη θεωρία των πεδίων αυτών, αλλά και τις συγκλίσεις τους με τη γλωσσολογία, τη λογοτεχνία κλπ.).

Πρωτοστάστησε στην καταξίωση του φροϋδικού και του λακανικού λόγου, συμμετέχοντας σε όλες τις προσπάθειες εκκίνησης και στήριξης σχετικών πρωτοβουλιών (σεμιναριακών, εκδοτικών κλπ) που πραγματοποιήθηκαν στον ελληνικό χώρο τις τελευταίες δεκαετίες. Υπήρξε από τους εμψυχωτές της δεύτερης γενιάς ψυχαναλυτών που, μετά τη μάλλον άδοξη προσπάθεια της πρώτης γενιάς (Εμπειρίκος, Κουρέτας, Ζαβιτσιάνος) υπό την αιγίδα της Μαρίας Βοναπάρτη, θα επιτύχουν την εδραίωση ενός ακμαίου ψυχαναλυτικού πεδίου στον ελληνικό χώρο.

Ταυτίστηκε με το σημαντικό περιοδικό «Εκ των υστέρων» και με την ψυχαναλυτική σειρά βιβλίων «Τρίαψις λόγος», ενώ δίδαξε σε πληθώρα Πανεπιστημίων, ολοκληρώνοντας την υπηρεσία του ως Καθηγητής της Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας των Νευροεπιστημών και της Ψυχιατρικής στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας των Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τέλος, δεν κουράστηκε ποτέ να βοηθά το έργο των νέων ανθρώπων μέσα από την καθοδήγηση διδακτορικών διατριβών, ερευνητικών προσπαθειών και εκδόσεων, μέσα από την πληθωρική του παρουσία και το γάργαρό του γέλιο. Για όλα αυτά θα μας λείψει. Πολύ.

Συνέντευξη Θανάση Τζαβάρα στην Ελευθερία Κόλλια, tovima.gr (25/09/2011)

«Η κρισιολογία είναι η ραχοκοκαλιά της Ιστορίας, πάρτε ας πούµε τη Βίβλο. Αν δεν κάνουµε θεολογική ανάγνωση, διαπιστώνουµε συνεχή αναφορά σε κρίσεις. ∆ιαβάστε τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ειδικά τις Προς Κορινθίους. Η πιο απλή προσέγγιση που µπορούµε λοιπόν να κάνουµε σήµερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, είναι: Ιδού άλλη µία κρίση! Και το µόνο πράγµα που µπορεί να κάνει ο κοινός θνητός είναι ή να εκπαιδευθεί να "διαβάζει" καταλλήλως κρίσεις, να αντιµετωπίζει δηλαδή τη ζωή ως µια εναλλαγή κρίσεων, µε υφέσεις, ή να νοµίζει κάθε φορά ότι του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι, όπως θα έλεγαν και οι Γαλάτες.»

«Μας εκπαίδευσαν σε µια ουτοπία, ότι δήθεν το κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι µπορεί να είναι ανθόσπαρτο. Βεβαίως δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι ο άνθρωπος είναι ον που ονειρεύεται, που φαντασιώνει· και πολύ καλά κάνει, είναι το µόνο ζώο άλλωστε που µπορεί να το κάνει.»

«Η ελληνική κοινωνία έχει ζήσει κάτι πολύ απλό, που σχετίζεται µε την ψευδή συνείδηση, έννοια που υπάρχει στον µαρξισµό, σε δεύτερο επίπεδο. Πώς εξηγείται ότι ο εργάτης, που είναι δούλος του αφεντικού, ψηφίζει το κόµµα του αφεντικού; Γιατί ψηφίζει – να το πω λίγο λαϊκά – ∆εξιά; Λέει ο µαρξισµός: Επειδή έχει µια ψευδή συνείδηση. Οτι δήθεν ανήκει στην ίδια κοινωνική τάξη ή ευελπιστεί ότι ανήκει στην ίδια, στην οποία βεβαίως και δεν θα ανήκει ποτέ».

Ο Καθηγητής ακούγεται αιρετικός όταν αναφέρεται στην κανονικότητα ορισµένων εκ των αυτοχείρων. «Αν σας πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, µπορεί να µη στενοχωρηθείτε; Ο άνθρωπος έχει συναισθήµατα, διεργασίες, έχει µηχανισµούς άµυνας. Προς Θεού! Το γεγονός ότι κάποιος χάνει τη δουλειά του και δεν έχει ερείσµατα, βρίσκεται σε απελπισία και δίνει ένα σάλτο και πηδάει, το θεωρώ κανονικό. Αν έχει κατάθλιψη; Οχι, αυτές είναι κουβέντες των ψυχιάτρων. Εδώ στην Ελλάδα πάντως ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν έχουµε πολλές αυτοκτονίες είναι ότι υπάρχει ακόµη δοµή οικογενειακή, υποστήριξη από την οικογένεια».

του Θανάση Καράβατου, avgi.gr (01.02.2016) 

'Αποχαιρετώντας τον Θανάση Τζαβάρα'

(…)

Γνωριστήκαμε στο Παρίσι, μα η φιλία μας μέστωσε στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου, στα πρώτα χρόνια της επανόδου του από τη Γαλλία, μοίρασε αφειδώλευτα τη γνώση και το ήθος του στην ψυχιατρική και την ψυχολογία του ΑΠΘ, το μεστό και γλαφυρό του μάθημα, την αυστηρότητα των επιχειρημάτων και, συνάμα, το χιούμορ του με το οποίο έντυνε την αψάδα των θέσεων που υπερασπιζόταν με θέρμη. Να, όπως εκείνο το ευφυολόγημά του για την «ψυχανάλυση στη χώρα του υπαρκτού φροϋδισμού», την ψυχανάλυση στις ΗΠΑ. Κι όπως όταν, με θλίψη, παρατηρούσε τη σταδιακή μετατροπή του γιατρού σε βιαστικό τεχνοκράτη που παραμελεί την κλινική, που δεν μιλά και προ παντός δεν ακούει, αθροίζοντας απλώς εργαστηριακά ευρήματα, τότε αυτός τόνιζε, με πικρό χιούμορ, πως η ψυχιατρική είναι η «τελευταία» κλινική ιατρική ειδικότητα, επειδή (μπορεί να) σέβεται τον βασικό πυρήνα της ιατρικής, τη σχέση του γιατρού με τον άρρωστο. Ναι, η ψυχιατρική οφείλει να καρπωθεί όσα θετικά προσφέρουν οι νέες γνώσεις και τεχνολογίες, αλλά ας μην την απορροφήσει ο άκαμπτος τεχνοκρατισμός. Ήταν κι ο βασικός λόγος για τον οποίο αντιταχθήκαμε κι οι δυο στον στενό κορσέ των «ταξινομικών εγχειριδίων» που μετατρέπονται σε «συγγράμματα ψυχιατρικής», όπως οι διαδοχικές εκδόσεις των DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders).

(...)

Η συνεργασία μας άρχισε στους χώρους της ιστορίας των επιστημών. Στόχος, που τον είχε πρωτοξεκινήσει ο Θανάσης, η αναζήτηση των ιχνών και των αποτελεσμάτων (στον επιστημονικό, αλλά και γενικότερα τον κοινωνικό χώρο) της εξ Ε­σπε­ρί­ας «μετακένωσης» (κατά Κοραή) ή «δεξίωσης» (κατά Δημαρά) της ψυχανάλυσης και των πρώτων εννοιών της (νευρο-ψυχ)ιατρικής στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. O Θανάσης Τζαβάρας εξέφραζε πάντα τους δίκαιους φόβους του για τον τρόπο με τον οποίο γίνονται δεκτές oι επιστημονικές «βεβαιότητες», κυρίως «στην περιφέρεια της αγοράς της γνώσης που είναι η Ελ­λάδα».

Την κοινή μας αυτή έγνοια μεταφέραμε στα σχετικά δημοσιεύματά μας. Για την ψυχανάλυση κυρίως του Θανάση, για τις πρώτες ψυχιατρικές και νευροψυχολογικές έννοιες τα δικά μου. Κυρίως όμως φάνηκε μέσα από την παρέμβασή μας στον εκδοτικό χώρο, το εγχείρημά μας να δημιουργήσουμε τη σειρά Τρίαψις Λόγος (αρχικά στον Οδυσσέα, κατόπιν στον Εξάντα), προγραμματίζοντας και εκδίδοντας –όπως «καταστατικά» το διατυπώσαμε– την έκδοση «πρωτότυπων ελληνικών δοκιμίων και επιλεγμένων μεταφράσεων ξένων κειμένων με κοινή αναφορά στις θεωρίες και τις πρακτικές που προτείνουν οι διάφοροι «επιστημονικοί» Λόγοι περί «ψυχής». Ο Λόγος της Ψυχανάλυσης, της Ψυχιατρικής και της Ψυχολογίας. […] Λόγος που (οφείλει να) είναι «πολεμικός», επιστημονικά κριτικός. Για να διαφοροποιείται από την αφέλεια μια διάχυτης ψυχο-λογίας του κοινού νου και την απάτη των ψευδο-επιστημονικών προτάσεων που διάφορες ψυχο-τεχνολογίες εισάγουν στην Αγορά».

Σημαδιακό το ξεκίνημά μας με ένα βιβλίο του 1947, των εκδόσεων Καραβία, εξαντλημένο φυσικά από καιρό, που οι περισσότεροι αγνοούσαν, τότε, την ύπαρξή του. Ήταν πρόταση του Θανάση να ξαναφέρουμε στην επιφάνεια το εξαιρετικό σύγγραμμα των ψυχιάτρων Φώτη Σκούρα, Αθανασίου Χατζηδήμου, Ανδρέα Καλούτση και Γιώργιου Παπαδημητρίου που ήταν η Συμβολή [τους] στη μελέτη της ψυχοπαθολογίας της πείνας, του φόβου και του άγχους. Μέσα στην πενιχρή ελληνική βιβλιογραφία εκείνης της εποχής, η έρευνά τους στα χρόνια της Κατοχής και η θεωρητική επεξεργασία των αποτελεσμάτων της με βάση τα τότε σύγχρονα βιβλιογραφικά δεδομένα, στάθηκε για καιρό το πλέον πρωτότυπο και αυτόνομο δείγμα ελληνικού νευρο-ψυχιατρικού λόγου. Η συνέχεια έφερε το περιοδικό Σύναψις που διευθύνω, στην ιδρυτική ομάδα του οποίου ήταν κι ο Θανάσης Τζαβάρας, με στόχο να «συνάψει», αλλά όχι να «συγχωνεύσει» την ψυχιατρική, την ψυχανάλυση και τις νευροεπιστήμες. Πρώτο μέλημα του Θανάση ήταν ο άρρωστος, μα και η θεωρία, όπως και η ιστορία που, μπροστά στις ακρότητες, μπορούσε να είναι θεραπευτική. (…)

του ψυχίατρου Δημήτρη N. Πλουμπίδη, ΑΠΕ, ΜΠΕ (05.02.2016)

(…)

Νομίζω ότι εκφράζω περισσότερους από τον εαυτό μου λέγοντας ότι η επιλογή της Γαλλίας, τότε, για σπουδές ειδικότητας στην ψυχιατρική και την νευρολογία συνδύαζε τρεις βασικές κατευθύνσεις, με άλλοτε διαφορετικό ειδικό βάρος για τον καθένα: την βαθειά κλινική παράδοση και το ξεκίνημα της ψυχοφαρμακολογίας την δεκαετία του 1950, τις μεγάλες τομές στην ψυχαναλυτική πρακτική που δέσποζαν διεθνώς και τις δημοκρατικές αλλαγές, το κίνημα ιδεών που έφερε ο Μάης του 1968. Σε αυτά μπορούμε να προσθέσουμε την παρότρυνση μιας σειράς παλαιότερων ψυχιάτρων που γνώριζαν την Γαλλία, όπως ο Π. Σακελλαρόπουλος, ο Γ. Βαξεβάνογλου ή ο Γ. Ν. Παπαδημητρίου (1912-1985) και βέβαια την αντιδικτατορική στάση που καθόρισε τη στάση της πλειοψηφίας.

Ο Θανάσης Τζαβάρας μπορούσε να κινείται με άνεση και στα τρία πεδία που προανέφερα, να διατηρεί σχέσεις με την πλειάδα Ελλήνων διανοουμένων που ζούσαν στην Γαλλία και συγχρόνως να έχει μια βαθειά γνώση της ελληνικής κοινωνίας και των όσων την είχαν σημαδέψει, φτάνοντας πίσω ως τις παραδόσεις και τις νοοτροπίες παλαιότερων εποχών. Η άνεσή του στα διαφορετικά αυτά πελάγη, η ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του καθενός και να τον στηρίζει, ακόμα και η χρήση του χιούμορ αλλά και της προβοκάτσιας τον έκαναν κεντρικό πρόσωπο για πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους.

(…)

Η αγάπη του για την ιστορία και τα αρχεία που μοιραστήκαμε ήταν για μένα πηγή ιδεών και μεθοδολογικών επαναπροσδιορισμών, επίσης τα σπάνια βιβλία και έγγραφα που περιείχε η τεράστια βιβλιοθήκη και το αρχείο του.

Γράψαμε από κοινού, ο καθένας από την σκοπιά του για την Ιστορία της Ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, σε τόμους που επιμελήθηκε ο Θανάσης («Ψυχανάλυση και Ελλάδα» 1984. «Ψυχανάλυση και Αριστερά: συγκλίσεις και αποκλίσεις» 2007). Η κοινωνική ανθρωπολογία, τομέας που μοιράστηκε με την Ελένη, κατέληξε επίσης στη συγγραφή μιας σειράς από άρθρα και βιβλία, αξιοποιώντας και το οικογενειακό, επιστολικό του αρχείο («Αγαπητέ αδελφέ Βασίλειε» 1999, «Οδός Ιπποκράτους» 2011, «Η αποασυλοποίηση στα χρόνια της φιλανθρωπίας - Χανσενικό χρονικό» 2012).

(…)

Τον Θανάση δεν τον φόβιζε η σύγκρουση, σπάνια όμως έφτασε στη ρήξη και παρά το γεγονός ότι δια του λόγου ή γραπτώς είχε εκφράσει την αντίθεση ή την δυσφορία του.

Μια μεγάλη μου οφειλή προς τον Θανάση είναι ότι αυτός με παρότρυνε να καταθέσω το θέμα της διατριβής μου στην Ψυχιατρική Κλινική του ΕΚΠΑ, στον Καθηγητή Κ. Στεφανή, ανασκευάζοντας με επιχειρήματα αλλά και με λεξιλόγιο... καραγωγέα, τις όψιμες μετεφηβικές αντιρρήσεις μου περί ακαδημαϊκού κατεστημένου. Με λίγα λόγια του οφείλω την δυνατότητα ακαδημαϊκής καριέρας την δεκαετία του 1980. Στη συνέχεια υπήρξε ο συνήθης αποδέκτης των σκέψεων και των αμφιθυμιών μου για το Πανεπιστήμιο, όπως και εγώ κάποιων από τις δικές του.

Δεν είναι εδώ ο τόπος για να αποτιμηθεί το επιστημονικό, συγγραφικό και εκδοτικό έργο του Θ. Τζαβάρα, η συνεισφορά του στην επιστημονική έρευνα, ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική (έλεγε σκωπτικά ότι έχουμε franchise επίσημη ψυχανάλυση στην Ελλάδα), την ιστορία των ιδεών ή την κοινωνική ανθρωπολογία. Σε τιμητικό τόμο αποτυπώνεται ο αριθμός των ανθρώπων που τον τιμούν και του αναγνωρίζουν οφειλές.

Φιλόξενος και φίλος, ικανός να εκφράζει με ενάργεια την άποψη του δια του λόγου, αλλά και με την μιμική και τη γλώσσα του σώματος όταν δεν επιθυμούσε να εκφραστεί απευθείας. Από τους ανθρώπους που συνοψίζουν και σημαδεύουν την εποχή τους».


του νευρολόγου Κώστα Πόταγα, ΑΠΕ - ΜΠΕ (05.02.2016) 

«Εάν η ζωή μας διαφέρει από τη ζωή των άλλων είναι που καήκαμε σε πιο δυνατή φωτιά» άρεσε στον Τζαβάρα να λέει. Υπήρχε κάποια αυταρέσκεια, υπήρχε όμως πίκρα; Αναρωτιόμουν συχνά όταν τον άκουγα να το λέει, γιατί τον ζήλευα. Γιατί τι περισσότερο θα μπορούσε να ονειρευτεί κανείς στη θέση του Τζαβάρα, στη θέση του γιατρού, του νευρολόγου, του ψυχιάτρου, του συγγραφέα, από την καταξίωση του Τζαβάρα, από την αναγνώριση και την εκτίμηση της οποίας έχαιρε; Ζηλεύει κανείς τον δυναμισμό, τη δημιουργικότητα, την αποτελεσματικότητα, τη ζωντάνια, τις ιδέες, το ταλέντο, την ηγετική μορφή, τη συγκίνηση που προκαλεί ο λόγος του δάσκαλου.

Λοιπόν, κάποιος είπε πως το ταλέντο το κρίνουν οι άλλοι σε σένα, εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι δουλειά. Και δουλειά ο Τζαβάρας είχε ρίξει πολλή. Μου διηγόταν ότι ο Εκάν - ο δάσκαλος, γιατί και ο Τζαβάρας είχε δάσκαλο - του ανέθετε συχνά πυκνά στο τέλος της μέρας να του παρουσιάσει την επομένη το πρωί το τάδε καινούριο βιβλίο που μόλις είχε κυκλοφορήσει ή που μόλις είχε φτάσει στο Παρίσι από τις ΗΠΑ, και ο Τζαβάρας καθόταν και το διάβαζε όλη νύχτα. Είχε ήδη φύγει πριν κάμποσα χρόνια όταν εγώ έφτασα στη Γαλλία. Είχε φύγει για να επιστρέψει στην Αθήνα ελπίζοντας στην ακαδημαϊκή καριέρα στον τόπο «που ο γιος του θα μιλούσε τη γλώσσα του», και είχε γευτεί ήδη την μεγάλη απογοήτευση. Όλοι στο Νοσοκομείο της Σαλπετριέρ μού μιλούσαν για κάποιον Ατανάζ Τζαβαράς, τον «κινητήριο μοχλό» του εργαστηρίου (αντίπαλου εργαστηρίου, στο Νοσοκομείο της Σαιντ Ανν) του θρυλικού Ανρί Εκάν - που τότε είχε πρώιμα πεθάνει.

Φίλοι του Τζαβάρα - πλήθος, τους έβρισκα παντού - αλλά και ένας τουλάχιστον επαγγελματικός «εχθρός» του, υποκλίνονταν στο «τρομαχτικό ταλέντο» του στα μαθήματα. Η γνώμη που ως φοιτητής είχα σχηματίσει για τον Τζαβάρα που ασχολιόταν με την «Ψυχανάλυση στην Ελλάδα» και ήταν πασίγνωστος σε όλους τους διανοούμενους και τους φοιτητικούς κύκλους, ένα είδος «γκουρού» των κουλτουριάρηδων νεολαίων, αναγκάστηκε να υποχωρήσει μπροστά σε αυτόν τον γνήσιο γαλλικό θαυμασμό για τον νευρολόγο και τον νευροψυχολόγο. Μου αποκαλύφθηκε ένας Τζαβάρας δοκιμασμένος νοσοκομειακά και ερευνητικά στο Παρίσι, σε καθιερωμένες δομές του εθνικού ιδρύματος ιατρικών ερευνών, σε αντίθεση με τον Τζαβάρα της Αθήνας, τον κοινωνικά αναγνωρισμένο αλλά εκτός θεσμών.

Πίκρα και δημιουργία: Ο Τζαβάρας έγινε έκτοτε για μένα το πρότυπο δουλειάς και δημιουργίας και, ταυτόχρονα, το παράδειγμα αυτού που είχα δει και ξαναδεί στην περίπτωση της μητέρας μου και πολλών που είχαν «άδικα» επιστρέψει στην Ελλάδα, που πάντα μας πληγώνει, αυτής της απογοήτευσης για τη θεσμική Ελλάδα που δεν δέχεται μεταλαμπαδεύσεις. Ο Θανάσης αγωνιζόταν για μια βιωμένη «μετακένωση», δούλευε για να υπάρξει «εντόπιος λόγος» και όχι μετάφραση.

Παρεμπιπτόντως, αυτή ήταν από τις πρώτες μας διαφωνίες, εγώ τότε πίστευα ότι αφού όλα έχουν ειπωθεί ας τα φέρουμε και ας μην είμαστε υπερόπτες.

Στην ουσία του Τζαβάρα: Όλοι ξέραμε ότι υπάρχει εγκέφαλος και ότι υπάρχει ψυχισμός. Στον βαθμό όμως που οι μεν και οι δε εντρυφούμε στον μεν ή τον δε, τείνουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει μία αλήθεια που βρίσκεται ή αναζητείται στη δική μας μεριά, στο δικό μας αντικείμενο, ερχόμαστε ακόμη και σε αντιπαράθεση με τους «άλλους» χάριν αυτής της αλήθειας.

Χάρη στον Τζαβάρα μάθαμε ότι δεν υπάρχει ή το ένα ή το άλλο. Άμεσα, κάποιοι από εμάς. Για πολλούς από τους υπόλοιπους ο Τζαβάρας ήταν η αιτία για να το μάθουν. Και ωστόσο, οι μεν και οι δε, παρά τη χάριν Τζαβάρα γνώση μας, κρατιόμαστε με λίγο ή με περισσότερο φανατισμό στη θέση μας, ψυχολογίζοντας ή νευρολογίζοντας ασύστολα. Έτσι είναι ο κόσμος...

Χάρη στον τόμο τιμής στον Θανάση Τζαβάρα «Νευροψυχολογία, Ψυχανάλυση, Μεταίχμιο. Ασυνέχειες / Συνέχεια» (Εκδόσεις Νήσος) μπορέσαμε να συνυπάρξουμε: All we need is love... όπως συνήθιζε να λέει για να κλείσει την κουβέντα».

του Αθανάσιου Αλεξανδρίδη, kathimerini.gr (07.02.2016) 

'Θανάσης Τζαβάρας, ο εμπνευστής'

(...) Πάνω απ’ όλα ή πριν απ’ όλα, ήταν ψυχαναλυτής. Πατροφονικός και μητροφωνικός! Ο Θανάσης Τζαβάρας ήταν αναλυτής εκτός ψυχαναλυτικής εταιρείας, όχι μόνο γιατί διάβαζε κριτικά, ίσως και επικριτικά, την ιστορία και τη λειτουργία των ψυχαναλυτικών θεσμών, όχι μόνο γιατί βίωνε την τραγωδία των συγκρούσεων για την ιδιοποίηση του λακανικού λόγου μεταξύ των «κληρονόμων», αλλά κυρίως γιατί ήταν πατροφονικός: ενστερνιζόμενος απόλυτα τη φροϋδική θεωρία για τον «φόνο του πατέρα και την καταγωγή της ορδής» τοποθετούσε τον εαυτό του στη φροϋδική γενεαλογία και στον φαντασιακό παγκόσμιο ψυχαναλυτικό θεσμό. Ηταν «μητροφωνικός» με την έννοια ότι πίστευε ότι μόνο η «μητρική λαλιά» θεραπεύει, δηλαδή τα λόγια που βαθιά γραμμένα στο ασυνείδητο κατά την αρχή της ζωής μάς συγκροτούν και μάς παρηγορούν. (...) 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ