Ο Ν. Αλιβιζάτος διευκρινίζει τις απόψεις του για το νόμο Παππά

21 Οκτωβρίου 2016

του Νίκου Αλιβιζάτου, efsyn.gr 

Προβαίνοντας σε δημοσίευση αποσπασμάτων παλαιότερης γνωμοδότησής μου για το «νόμο Παππά» και την συνταγματικότητά του (2.3.2016), η συντάκτριά σας με εμφανίζει να υποστηρίζω σήμερα διαφορετικές απόψεις για το ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών από εκείνες τις οποίες υποστήριζα τότε. Πρόκειται για λάθος και, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, να δημοσιεύσετε την παρούσα για την αποκατάσταση της αλήθειας:

1) Τόσο στη γνωμοδότησή μου όσο και σε επανειλημμένες δημόσιες παρεμβάσεις μου υποστήριξα και υποστηρίζω ότι η παράκαμψη του ΕΣΡ, που επιχειρείται με το νόμο Παππά είναι αντισυνταγματική:

Πρώτον, διότι παραβλέπει την χρήση του επιθέτου «αποκλειστική» στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος.

Δεύτερον διότι η αφαίρεση από το ΕΣΡ της αδειοδοτικής του αρμοδιότητας θα αντέκειτο προς τον σκοπό της ίδιας συνταγματικής διάταξης, δηλαδή προς «την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων».

Και τρίτον θα αγνοούσε ότι με την παράκαμψη του ΕΣΡ θα αναιρούνταν ο λόγος ύπαρξής του ως ανεξάρτητης αρχής, τα μέλη της οποίας λειτουργούν «μακριά από κομματικές σκοπιμότητες».

2) Για να ξεπεράσει αυτές τις ενστάσεις, όπως υποστήριζα αμέσως παρακάτω, η κυβέρνηση θα επικαλεσθεί το δίκαιο της ανάγκης, το ότι δηλαδή το ΕΣΡ, εξ αιτίας της άρνησης της αντιπολίτευσης να συμπράξει στην επιλογή των μελών του, δεν μπορεί να ασκήσει την κρίσιμη εν προκειμένω αρμοδιότητά του.

Και ότι, ως εκ τούτου, η ίδια όφειλε να το παρακάμψει, ώστε να μην αδρανήσει το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, που προβλέπει τον «άμεσο έλεγχο» του κράτους στην ραδιοτηλεόραση. Υπενθύμιζα μάλιστα την σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία δεν ανήκει στα δικαστήρια να ελέγχουν την συνδρομή της ανάγκης, διότι πρόκειται για πολιτικό ζήτημα. Για να καταλήξω στο ακόλουθο συμπέρασμα:

«Τούτων λεχθέντων, απομένει να φανεί κατά πόσον τα αρμόδια δικαστήρια θα πεισθούν σχετικά με την συνδρομή ή μη μιας τέτοιας ανυπέρβλητης ανάγκης […] και αν συνακολούθως θα εμμείνουν στον από μακρού παγιωμένο αυτοπεριορισμό τους σε τέτοιου είδους ζητήματα. Ή αν, αντιθέτως, θα επιλέξουν να θίξουν ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό ζήτημα, μη εφαρμόζοντας κατ’ επέκταση ως αντισυνταγματική την επίμαχη διάταξη».

Κοντολογίς, υποστήριζα και υποστηρίζω ότι η παράκαμψη του ΕΣΡ είναι κραυγαλέα αντισυνταγματική, αλλά ότι τα δικαστήρια ενδέχεται να το παραβλέψουν, επικαλούμενα το δίκαιο της ανάγκης. Κάτι προς το οποίο, σε ό,τι με αφορά, προφανώς και δεν συμφωνώ.

3) Το ίδιο όμως συμβαίνει και με την δεύτερη μείζονα αντισυνταγματικότητα του νόμου Παππά, δηλαδή τον περιορισμό σε τέσσερις των διαθέσιμων αδειών. Επικαλούμενος τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου για το θέμα, στην ίδια γνωμοδότησή μου υποστήριζα ότι και η ρύθμιση αυτή δεν είναι νόμιμη, ειδικά στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας όπου δεν ισχύει το επιχείρημα της σπάνεως των συχνοτήτων.

Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της γνωμοδότησής μου, το οποίο η συντάκτριά σας επιμελώς απέφυγε να παραθέσει: πέρα από την ελευθερία της έκφρασης, «ο αποκλεισμός της πρόσβασης στην ελεύθερη αγορά ιδιωτών ή επιχειρήσεων πρόθυμων να αναλάβουν το επιχειρηματικό ρίσκο» θα ερχόταν σε σύγκρουση «όχι μόνο με την ελευθερία της επιχειρηματικής δραστηριότητας, που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα, αλλά και με τις ελευθερίες εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών που διακηρύσσονται [από την Συνθήκη της Λισαβώνας]».

Απλά, και στο κεφάλαιο αυτό της γνωμοδότησης υποστήριξα την άποψη ότι, αν οι άδειες προκηρύσσονταν μία-μία (και όχι όλες μαζί όπως τελικά έγινε), οι προσφυγές εναντίον της παραχώρησης των τριών πρώτων αδειών θα μπορούσαν ενδεχομένως να απορριφθούν λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, αφού τα ενδιαφερόμενα κανάλια θα είχαν το δικαίωμα να διεκδικήσουν την αμέσως επόμενη άδεια. Πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν δικονομικό ζήτημα που δεν έχει καμμιά σχέση με την ουσία του συνταγματικού προβληματισμού.

4) Μια τελευταία διευκρίνιση: προ καιρού ζήτησα από εκείνους που μου είχαν υποβάλει το σχετικό ερώτημα την άδεια να το δημοσιεύσω σε νομικό περιοδικό, ώστε να μπορώ να παραπέμπω σε αυτό ελεύθερα.

Οι ερωτώντες μου το αρνήθηκαν (όπως σημειωτέον είχαν το δικαίωμα, σύμφωνα με τον άγραφο κανόνα της σχετικής δεοντολογίας, αφού επρόκειτο για γνωμοδότηση την οποία οι ίδιοι είχαν ζητήσει). Χαίρομαι που η συντάκτριά σας έχει το πλήρες κείμενο και μπορεί έτσι να επιβεβαιώσει την ακρίβεια όσων αναφέρω πιο πάνω. Δεν σας κρύβω πάντως ότι η πρωτοβουλία της εφημερίδας σας να αναφερθεί με τον ανωτέρω τρόπο στο πρόσωπό μου, ειδικά τούτες τις μέρες, μου προκάλεσε δυσάρεστους συνειρμούς.

Η απάντηση της Εφημερίδας Συντακτών - Άντα Ψαρρά 

Διαβάζοντας προσεκτικά την επιστολή, όπως και τη γνωμάτευση του κ. Αλιβιζάτου, δεν αντιλαμβάνομαι ποιο είναι το «λάθος» το οποίο μου καταλογίζει. Το καίριο σημείο της γνωμάτευσης του Μαρτίου που επισημάναμε είναι η διαπίστωση ότι υπάρχει πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία «η επίκληση της συνδρομής έκτακτων περιστάσεων ή εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας ως δικαιολογητικού λόγου για τη λήψη έκτακτων μέτρων δεν ελέγχεται δικαστικά».

Με το απόσπασμα που παραθέτει στην επιστολή, ουσιαστικά επιβεβαιώνεται η ίδια διαπίστωση. Ότι δηλαδή για να κριθεί ο νόμος αντισυνταγματικός θα έπρεπε τα δικαστήρια να «θίξουν ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό ζήτημα», παραβιάζοντας τον «από μακρού παγιωμένο αυτοπεριορισμό τους».

Είναι προφανές ότι μ’ αυτό τον τρόπο, όσο κι αν κατά την επιστημονική του κρίση ο κ. Αλιβιζάτος θεωρούσε το νόμο αντισυνταγματικό, δεν έπαυε να υποστηρίζει ότι με δεδομένη αυτή την πάγια νομολογία «είναι μάλλον απίθανο να γίνουν δεκτά τα ένδικα μέσα από το Συμβούλιο της Επικρατείας».

Κατά συνέπεια δεν υπάρχει κανένα «λάθος» στο δημοσίευμα, ούτε κάτι που «επιμελώς» αποκρύψαμε εφόσον εμείς απλώς αντιπαραθέσαμε τις σημερινές απόψεις του κ. Αλιβιζάτου με εκείνες που διατύπωνε τον Μάρτιο. Σημειώνουμε επιπρόσθετα ότι σήμερα μιλά για «ενδεχόμενη απόρριψη», ενώ τότε για «απίθανη ευδοκίμηση» των αιτήσεων ακύρωσης. Η διαφορά είναι νομίζω σαφής.

Όσο για το ζήτημα του αριθμού των αδειών στο οποίο εκτενώς αναφέρεται στην επιστολή του, δεν το θίγαμε καν. Περιοριστήκαμε μόνο στη δική του αναφορά ότι «αυτός ο λόγος ακυρώσεως θα είχε πιθανότητες να ευδοκιμήσει μόνο κατά τον διαγωνισμό για την τέταρτη άδεια».

Τέλος, σε ό,τι αφορά το ακατανόητο υπονοούμενο της τελευταίας παραγράφου, ελπίζω ότι δεν ψέγει την εφημερίδα ο κ. Αλιβιζάτος για το γεγονός ότι διερευνά τις επιστημονικές απόψεις που κατατίθενται από όλες τις πλευρές σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Θυμίζουμε ότι η «Εφ. Συν.» είχε δημοσιεύσει τις απόψεις του περί του θέματος αντισυνταγματικότητας της διάταξης για τη μεταβατική περίοδο (μετά το «μαύρο» στην ΕΡΤ): «Η μεταβατική περίοδος, το πώς θα πάμε στο νέο φορέα, είναι το “αγκάθι” σήμερα. Με την διάταξη για την μεταβατική περίοδο φοβάμαι ότι το νομοσχέδιο μπορεί να τιναχτεί στον αέρα. Νομίζω ότι η κυβέρνηση θέλει να γλιτώσει χρόνο, αλλά με την συγκεκριμένη διάταξη για προσωρινή διοίκηση για ένα χρόνο, αλλά ο ένας χρόνος είναι μεγάλη περίοδος, υπονομεύεται το πνεύμα του νόμου».

Μάλιστα, ο τότε υπουργός Επικρατείας Δημήτρης Σταμάτης αντέτεινε ορθά κοφτά ότι «ούτε κατά διάνοια δεν υπάρχουν ψήγματα αντισυνταγματικότητας στο νομοσχέδιο». Ο Νίκος Αλιβιζάτος έχει δώσει πολύχρονους αγώνες για την ελευθερία του Τύπου – και δεν φαντάζομαι ότι θεωρεί πως παραβιάστηκε κάποιο ειδικό «απόρρητο» στη δεδομένη περίπτωση.

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

http://www.boro.gr/148043/oi-antifatikes-apopseis-alivizatoy-gia-to-nomo-pappa

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ