Οι ταινίες της εβδομάδας

3 Νοεμβρίου 2016

του Γιάννη Ζουμπουλάκη, tovima.gr 


Ταινία της εβδομάδας, και μία από τις καλύτερες της σεζόν, είναι φυσικά η τελευταία δημιουργία του Κεν Λόουτς «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» («I, Daniel Blake», Αγγλία, 2016), γραμμένο από τη σπουδαία πένα του μόνιμου συνεργάτη του σκηνοθέτη, τον Πολ Λάβερτι. Τελευταία στην κυριολεξία, αν λάβουμε υπόψη τις φήμες στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών - όπου το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» κέρδισε την ανώτατη διάκριση, τον Χρυσό Φοίνικα - ότι ο Bρετανός δημιουργός, που τον περασμένο Ιούνιο έκλεισε τα 80, ενδεχομένως να τελειώνει με το σινεμά . Αν αυτό είναι όντως το φινάλε του, είναι συγκλονιστικό.

Ο Ντάνιελ (Ντέιβ Τζονς) έπαθε έμφραγμα και οι γιατροί δεν του επιτρέπουν να δουλέψει. Ωστόσο, δεν μπορεί να πάρει το επίδομα στήριξης. Γιατί; Διότι θα πρέπει πρώτα να περάσει από μια επιτροπή που θα κρίνει αν του επιτρέπεται η χορήγηση του επιδόματος. Για να περάσει όμως από την επιτροπή, θα πρέπει να αποδείξει ότι προσπαθεί να βρει δουλειά - τη δουλειά που οι ίδιοι οι γιατροί δεν του επιτρέπουν να κάνει! Αυτό είναι πάνω-κάτω το πλαίσιο στο οποίο ο πολίτης Ντάνιελ Μπλέικ πρέπει να κινηθεί για να επιβιώσει. Μιλάμε δηλαδή για την απόλυτη τρέλα, αλλά και έναν πονηρό τρόπο ώστε η βρετανική κυβέρνηση να αποτρέπει πολίτες σαν τον Ντάνιελ να αναζητούν το δίκιο τους.

Παράλληλα, υπάρχει και ένα ακόμη πρόσωπο, η Κέιτι (Χέιλι Σκουάρις), ανύπαντρη μάνα δύο παιδιών, την οποία η Πρόνοια έχει στείλει να ζήσει στο Νιουκάστλ, αφού το Λονδίνο είναι πολύ ακριβό. Παρά τον δικό του κυκεώνα προβλημάτων, ο Ντάνιελ δείχνει πατρικό ενδιαφέρον απέναντί της, δυο μοναχικές ψυχές χωρίς στον ήλιο μοίρα που προσπαθούν να αλληλοβοηθούν. Μαχητές σε έναν κόσμο που, πολύ απλά, δεν ενδιαφέρεται.

Και τελικά, η αλληλεγγύη ανάμεσα στα άτομα, χωρίς την παραμικρή στήριξη από το κράτος ή κάποιον άλλον φορέα, βρίσκεται στην καρδιά μιας πολύ λιτής και καθ' όλα ουσιαστικής ταινίας, που συγχρόνως βάζει τον θεατή μέσα στον απόλυτο παραλογισμό της βρετανικής γραφειοκρατίας που μπορεί να οδηγήσει κυριολεκτικά στον θάνατο. 

Το δράμα των Ρομά

H ασχήμια, η βαρβαρότητα και μια απίστευτη σκληρότητα απέναντι στον αδύναμο, σε αντιπαράθεση με την ομορφιά του ασπρόμαυρου φιλμ, είναι κυρίαρχα στοιχεία στο «Aferim!» (Ρουμανία, 2015), του Ράντου Γιούντε, που αναδεικνύει ένα είδος κινηματογράφου που δεν έχουμε συνηθίσει από σύγχρονους Ρουμάνους κινηματογραφιστές: την ταινία εποχής, ή αλλιώς «φουστανέλα». Η πλοκή διαδραματίζεται στα Βαλλάχια της δεκαετίας του 1830, εκεί όπου ένας χωροφύλακας με βοηθό τον γιο του αναζητούν τον τσιγγάνο που έκανε κάποιο κακό στον άρχοντα της περιοχής τους. Η ίδια η αναζήτηση, το ταξίδι, διαμορφώνει το ύφος μιας πολύ ξεχωριστής ταινίας περιπλάνησης, όπου βλέπουμε άντρες να δέρνουν αλύπητα τις γυναίκες τους, πρώην πολεμιστές να διηγούνται με καμάρι σφαγές στις οποίες έχουν λάβει μέρος και εξουσιαστές να τιμωρούν με ανομολόγητους τρόπους αυτούς που υποτίθεται ότι τους έβλαψαν. Ο χωροφύλακας βρίζει και φωνάζει διαρκώς, μικρά παιδιά αγοράζονται και πωλούνται, λες και είναι φασόλια, το ένα σκληρό στιγμιότυπο διαδέχεται το άλλο, με φόντο μια γκρίζα χώρα όπου, όπως ακούμε, οι άνθρωποι ζουν όπως μπορούν, όχι όπως θέλουν. Την ίδια ώρα βέβαια το «Aferim!» παίρνει τη μορφή ενός καίριου, κριτικού σχολιασμού για την ταλαιπωρία των Ρομά γιατί η ταινία αντανακλά αυτή την καταπίεση που δυστυχώς εξακολουθεί να υφίσταται στις μέρες μας.

Καλή, αλλά για ποιον λόγο να τη δούμε;

Όσοι δεν εμπέδωσαν από την ειδησεογραφία την υπόθεση Έντουαρντ Σνόουντεν, μπορούν να το κάνουν μέσα από το «Snowden», (ΗΠΑ, 2016), τελευταία ταινία του Όλιβερ Στόουν. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης κατέγραψε λεπτό προς λεπτό τα γεγονότα γύρω από τον Έντουαρντ Σνόουντεν (Τζόζεφ Γκόρντον Λέβιτ), τον τεχνικό διαχειριστή ηλεκτρονικών συστημάτων της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας και της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ο οποίος έγινε το Νο 1 πρόσωπο της επικαιρότητας όταν έδωσε στον Τύπο πληροφορίες σχετικές με την παρακολούθηση όλων των ψηφιακών επικοινωνιών από την αμερικανική κυβέρνηση. Ωστόσο, όσοι γνωρίζουν και θυμούνται τα γεγονότα, μάλλον θα βαρεθούν, γιατί η ταινία δεν λέει τίποτε παραπάνω από όσα ήδη γνωρίζαμε. Κατά μία έννοια είναι αναπαραγωγή των ειδήσεων με λίγο θρίλερ. Ενδεχομένως να χρειαζόταν να περάσει λίγο περισσότερος χρόνος για μια ταινία μυθοπλασίας γύρω από τον Σνόουντεν. Ταινίες όπως το «Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου», που ο Αλαν Τζ. Πάκουλα σκηνοθέτησε αμέσως μετά τα γεγονότα του Watergate, δεν γυρίζονται κάθε μέρα.

Διαβάστε το βιβλίο!

Δεν συγκρίνω ποτέ τις ταινίες με τα βιβλία στα οποία στηρίχτηκαν, γιατί θεωρώ ότι τα δύο μέσα δεν είναι ίδια. Ενας σκηνοθέτης έχει δικαίωμα στο όραμά του να «μεταμορφώσει» ένα βιβλίο σε εικόνες, άρα σε κάτι άλλο, όπως ακριβώς εκείνος θέλει. Αυτό το όραμα κρίνεται χωρίς να συγκριθεί με το βιβλίο. Γι' αυτό και δεν θα συγκρίνω την ταινία «Μόνος στο Βερολίνο» (Αγγλία / Γερμανία, 2016) του Γάλλου σκηνοθέτη (και ηθοποιού) Βενσάν Περέζ με το αριστούργημα του Χανς Φαλάντα (εκδ. ΠΟΛΙΣ) στο οποίο στηρίχτηκε (θα ήταν άδικο για την ταινία). Θα πω όμως ότι διαβάζοντας τις σελίδες του Φαλάντα ανατρίχιασα μαθαίνοντας για το πώς κάποιοι Γερμανοί πολίτες, καταδικασμένοι στην αιώνια ανωνυμία, αντιστάθηκαν στον Εθνικοσοσιαλισμό του Αδόλφου Χίτλερ πληρώνοντας τελικά με το χειρότερο νόμισμα τις πράξεις τους. Βλέποντας την ταινία του Περέζ δεν συγκινήθηκα καν, με την εξαίρεση ίσως της Έμα Τόμσον που παίζει τη σύζυγο του Μπρένταν Γκλίζον, των δύο πολιτών που αντιστέκονται με το να τοποθετούν σε διάφορα σημεία του Βερολίνου κάρτες με μηνύματα αντίστασης στον Χίτλερ. Οι ηθοποιοί κάνουν τη βασική δουλειά ούτως άλλως, καθώς η σκηνοθετική ματιά του Περέζ είναι στεγνή. 

Παραμύθι τρόμου και ενηλικίωσης

Γνωρίσαμε τον σκηνοθέτη Χουάν Αντόνιο Μπαγιονά από το εξαιρετικής ατμόσφαιρας «Ορφανοτροφείο», ένα ισπανικό θρίλερ που σου έκοβε την ανάσα και που εξέδωσε στον Ισπανό σκηνοθέτη το εισιτήριο για το Χόλιγουντ όπου πριν από δύο χρόνια γύρισε το δράμα καταστροφής «The impossible». Στην τελευταία ταινία του ταλαντούχου Μπαγιονά, το «Επτά λεπτά μετά τα μεσάνυχτα» («A monster calls», ΗΠΑ / Ισπανία, 2016) ένα αγόρι (Λούις Μακ Ντούγκαλ) προσπαθεί να βρει τον δρόμο του μπερδεμένο ανάμεσα σε σοβαρά προβλήματα ζωής. Από το bullying που δέχεται στο σχολείο του, μέχρι το γεγονός ότι η μητέρα του (Φελίσιτι Τζόουνς) αργοπεθαίνει από καρκίνο και ο πατέρας του (Τόμπι Κεμπέλ) ζει στο Λος Αντζελες. Οι στιγμές ρεαλισμού της ταινίας είναι σίγουρα πιο ελκυστικές (και ουσιαστικές) από εκείνες του παραμυθιού, όπου ένα τεράστιο δέντρο με μορφή ανθρώπου και τη φωνή του Λίαμ Νίσον γίνεται ο φύλακας άγγελος του αγοριού. Το μεταφυσικό στοιχείο είναι το εργαλείο που ο Μπαγιονά χρησιμοποιεί με υπερβολή για να αναπτύξει μια ιστορία ενηλικίωσης σε αυτό τον πρωτότυπο μεν, αλλά και αρκετά εφετζίδικο συνδυασμό ρεαλιστικού δράματος και παραμυθιού φαντασίας.

Ρεμάλι εν δράσει

Trash movie με τα όλα του το «Blood father: Βίαιη δικαιοσύνη» (ΗΠΑ, 2016) του Ζαν Φρανσουά Ρισέ («Επίθεση στον σταθμό 13», «Υπ' αριθμόν 1 Δημόσιος Κίνδυνος»), είναι μια περιπέτεια δρόμου που χωρίς ποτέ να σου ζητά να τη δεχτείς στα σοβαρά, σε παρασύρει στον κόσμο της. Ο Μελ Γκίμπσον υποδύεται το ρεμάλι που θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να σώσει την κόρη του (Εριν Μοράιρτι), που από πολύ μικρή έχει μπλέξει με τον κόσμο των ναρκωτικών και της μεξικανικής μαφίας. Πρώην κατάδικος, νυν tattoo artist και επισκέπτης συνεδριών Ανώνυμων Αλκοολικών, ο Γκίμπσον θα δεχτεί την πρόκληση να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ακόμα και προστατευτικός πατέρας ενός κοριτσιού με το οποίο ποτέ δεν ασχολήθηκε. Αυτό θα σημάνει σωρό πτωμάτων σε μια ανάλαφρη ταινία με ρυθμό, χαρακτήρες και μερικά από τα χειρότερα αποβράσματα της κοινωνίας που έχουμε δει σε πρόσφατη αμερικανική περιπέτεια. Ο Ντιέγκο Λούνα γλοιώδης, διπρόσωπος γκάνγκστερ που υποτίθεται ότι η μικρή σκότωσε, ο Μάικλ Παρκς πρώην βετεράνος του πολέμου στο Βιετνάμ, νυν ναζιστής του αμερικανικού νότου, ο Μιγκέλ Σαντοβάλ νονός της μαφίας πίσω από τα σίδερα της φυλακής και ο Ραούλ Μαξ Τρουχίγιο εκτελεστής χωρίς οίκτο.

Αόρατο σενάριο

Καθετί στην τελευταία ταινία του Δημήτρη Αθανίτη «μυρίζει» Ελλάδα, εκτός από τον τίτλο της, «Invisible», που είναι βεβαίως αγγλικός, και στα ελληνικά σημαίνει αόρατος. Γιατί λοιπόν να μην είναι και ο τίτλος ελληνικός, αναρωτιέμαι, αν και δεν έχει και τόση σημασία, δεν είναι παρά ένας τίτλος. Ο Αόρατος λοιπόν, ας τον λέμε έτσι χάριν ευκολίας, είναι ο Γιάννης Στάνκογλου, ένας σιωπηλός, βλοσυρός, βλογιοκομμένος βιοπαλαιστής που χάνει τη δουλειά του και δεν ξέρει τι να κάνει, μόνος καθώς βρίσκεται σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον, πράγματι αόρατος σε έναν κόσμο που δεν ξέρει πια να βλέπει. Η πρώην γυναίκα του τον πιέζει για να πάρει εκείνος το παιδί τους (αυτό κι αν είναι πρωτόγνωρο), δουλειά ο ίδιος δεν βρίσκει (ή φεύγει όταν του βρίσκουν άλλοι), ο νοικάρης απειλεί να τον διώξει από το σπίτι, η αστυνομία κάνει κι αυτή την εμφάνισή της όταν χάνει το παιδί του. Στην απόγνωσή του ο Αόρατος επιστρέφει στη δουλειά από την οποία τον απέλυσαν, αυτή τη φορά τον πετούν έξω με τις κλωτσιές. Προβλέψιμες σκηνές αδιεξόδου, τις οποίες ο Αθανίτης επαναλαμβάνει ξανά και ξανά και ξανά, εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στο εκφραστικότατο πρόσωπο του πρωταγωνιστή του. Ο Αόρατος οδηγείται αργά - αργά (πολύ αργά, πολύ αργά) προς το ξέσπασμα, είναι προφανές. Η ταινία γυρεύει τη μεγάλη ανατροπή, η οποία θα έρθει πέντε λεπτά πριν από το τέλος, σαν μάννα από τον ουρανό, για να λυτρώσει τον Αόρατο, το αόρατο σενάριο, αλλά και εμάς που περιμένουμε τον Γκοντό που δεν λέει με τίποτε να έρθει (συνιστώ ανεπιφύλακτα στον Δημήτρη Αθανίτη να δει το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ»).

Επίσης στις αίθουσες

«Στη σκιά του φόβου» (Under the shadow, Ιράν, 2016) του Μπαμάκ Ανβάρι. Ιρανικό θρίλερ είναι κάτι που δεν βλέπουμε συχνά, οπότε αυτός είναι από μόνος του ένας λόγος που το «Στη σκιά του φόβου» μπορεί να προκαλέσει την περιέργεια. Η δράση τοποθετείται σε ένα σπίτι της Τεχεράνης του 1978, κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν - Ιράκ. Μια γυναίκα (Ναργκές Ρασιντί) ζει μόνη με τη μικρή κόρη της, ο σύζυγος υπηρετεί στον πόλεμο. Οταν η κούκλα της μικρής εξαφανίζεται, η ταινία μπαίνει σε έναν κόσμο μεταφυσικής και ο Μπαμπάκ Ανβάρι αποδεικνύεται πολύ καλός μελετητής κλειστοφοβικών θρίλερ με κυρίαρχη μορφή γυναίκα, όπως οι «Αλλοι» του Τζακ Κλέιτον ή η «Αποστροφή» του Ρόμαν Πολάνσκι.

Τέλος, από τους δημιουργούς του «Σρεκ» έρχονται τα κινούμενα σχέδια «Οι Ευχούληδες» («Trolls», ΗΠΑ, 2016) των Γουόλτ Ντορν, Μάικ Μίτσελ. Οι Ευχούληδες είναι κάτι υπερβολικά αισιόδοξα πλάσματα που διαρκώς χορεύουν και τραγουδούν, δίπλα στους εξίσου κωμικά απαισιόδοξους Μπέργκεν, που είναι χαρούμενοι μόνο όταν έχουν χλαπακιάσει Ευχούληδες. Προβάλλεται σε 2D και 3D.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Τζορτζ Έλιοτ
Η Σκέψη της ημέρας
13:13 Τζορτζ Έλιοτ