Οι ταινίες της εβδομάδας

1 Δεκεμβρίου 2016

του Γιάννη Ζουμπουλάκη, tovima.gr 

 

Φεουδάρχης επί κομμουνισμού

Μια μικρή ιστορία κατάχρησης εξουσίας με φόντο την Τσεχοσλοβακία της εποχής του κομμουνισμού αναδύεται γλυκά μέσα από την ταινία «Η δασκάλα» («Ucitelka», Τσεχία/Σλοβακία, 2016) του Γιαν Χρέμπεκ, δημιουργού της εξαιρετικής και υποψήφιας για το ξενόγλωσσο όσκαρ ταινίας «Παιχνίδια διχασμού και εγκυμοσύνης» (2000).

Η δασκάλα του τίτλου ουδόλως ενδιαφέρεται να διδάξει. Προτεραιότητά της είναι να αρμέξει τα παιδιά της τάξης της προς ίδιον συμφέρον. Το πρώτο πράγμα που τα ρωτά μετά το όνομά τους είναι «τι δουλειά κάνουν οι γονείς σας;». Σε μια εποχή όπου τα πάντα απαγορεύονται, η δασκάλα θέλει να εκμεταλλευτεί ακόμα και το ελάχιστο. Παιδιά τής καθαρίζουν το σπίτι και γονείς κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να την εξυπηρετήσουν φυσικά με το αζημίωτο, που σημαίνει καλούς βαθμούς στα παιδιά τους. Κάποιο παιδί όμως θα αντισταθεί.

Με το μυαλό του στην κριτική του κομμουνιστικού καθεστώτος που επέτρεπε να συμβαίνουν αυτά τα αίσχη (αν και τι σημασία έχει τόσα χρόνια μετά;), ο Χρέμπεκ μοιράζει προσεκτικά την αφήγηση σε δύο μέρη: στο ένα βλέπουμε την ασταμάτητη «δράση» της δασκάλας με τα παιδιά και τους γονείς και στο άλλο τους γονείς να συζητούν για το πρόβλημα της δασκάλας ανταλλάσσοντας διαφορετικές απόψεις κατά τη διάρκεια ενός συμβουλίου γονέων και κηδεμόνων.

Ο σκηνοθέτης δημιουργεί σασπένς και το κλιμακώνει με υπομονή, γεγονός που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Αλλά περισσότερο από καθετί η ταινία αξίζει για τη Ζουζάνα Μορέρι (θυμίζει λίγο τη Βαλέρια Γκολίνο στο πιο τροφαντό) που υποδύεται εξαιρετικά τη δασκάλα, ένα χαμογελαστό πρόσωπο πίσω από το οποίο κρύβεται ένας πολύ μπερδεμένος, πραγματικά μοχθηρός χαρακτήρας.

Όλιβερ Τουίστ α λα ινδικά

Ο Όλιβερ Τουίστ και οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Καρόλου Ντίκενς «συναντούν» το «Σαλάμ Μπομπέι» της Μίρα Ναΐρ στο όμορφα φωτογραφημένο (Κρεγκ Φρέιζερ) και σε σημεία αρκετά συγκινητικό δράμα «Lion» (Αυστραλία, 2016) του Γκάρεθ Ντέιβις, βασισμένο εν μέρει σε αληθινή ιστορία. Έχοντας εγκλωβιστεί μέσα σε ένα τρένο, ο μικρός Σαρού θα βρεθεί από τα βάθη της αχαρτογράφητης Ινδίας στην Καλκούτα και ύστερα από πολλές δυσάρεστες περιπέτειες θα αποκτήσει τελικά στέγη. Θα υιοθετηθεί από ένα πλούσιο ζευγάρι από την Τασμανία (Νικόλ Κίντμαν - Ντέιβιντ Γουένμαν) και αργότερα, όταν πια μεγαλώσει (και πάρει τη μορφή του Ντεβ Πατέλ του «Slumdog Millionaire»), θα αρχίσει να ερευνά τις ρίζες του. Συγκριτικά με το δεύτερο, το πρώτο μέρος είναι πολύ πιο συναρπαστικό και αυτό οφείλεται στον χαρισματικό και εξαιρετικά φωτογενή Σάνι Παβάρ που παίζει το παιδάκι. Ο θεατής ακολουθεί βήμα - βήμα τον μικρό που για να αντεπεξέλθει μόνος σε έναν εχθρικό κόσμο θα πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται σαν μεγάλος, να περάσει απότομα στην ωριμότητα. Καθετί που συμβαίνει στην πρώτη ώρα μάς κρατά απίκο.

Από τη στιγμή όμως που ο Σαρού βρίσκει κατάλυμα στο σπίτι των ενάρετων λευκών, η ταινία παραδίδεται στη φλυαρία σκηνών στις οποίες τον βλέπουμε να παλεύει με τους δαίμονές του και που δεν εξυπηρετούν ιδιαίτερα την εξέλιξη της ιστορίας. Πολλές, δε, υπάρχουν απλώς για να στηρίξουν τον αδύναμο ρόλο της Ρούνεϊ Μάρα που παίζει τη φίλη του μεγάλου σε ηλικία Σαρού και στην ουσία δεν κάνει τίποτε παραπάνω από το να στεναχωριέται μαζί του. Κάπου ανάμεσα σε όλη αυτή τη μάχη του Σαρού με τον εαυτό του όμως υπάρχει και ένας δακρύβρεχτος μονόλογος της Κίντμαν μέσω του οποίου για μια ακόμη φορά η Αυστραλέζα σταρ αποδεικνύει πόσο μεγάλη ηθοποιός είναι. Άραγε θα την προσέξουν τα μέλη της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για μια υποψηφιότητα β' γυναικείου ρόλου;

Πληκτικός τρόμος

Θρίλερ γεμάτο κλισέ, προβλέψιμες σκηνές «ξαφνιάσματος» με την απαραίτητη δυνατή μουσική (Ναθάνιελ Μεσαλί) για να τιναχτείς ακόμα περισσότερο στο κάθισμά σου και μηδαμινή πρωτοτυπία, η «Έγκλειστη» («Shut in», ΗΠΑ, 2016) του Φάρεν Μπλάκμπερν έχει πρωταγωνίστρια τη Ναόμι Γουότς σε ρόλο παιδοψυχολόγου που φροντίζει το παράλυτο παιδί του νεκρού συζύγου της στο τεράστιο σπίτι τους, κρυμμένο στα χιόνια του Καναδά. Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, η Γουότς βασανίζεται από τρομακτικούς εφιάλτες (π.χ. ότι πνίγει το παιδί), ένας άλλος ψυχολόγος (Όλιβερ Πλατ) προσπαθεί να την ηρεμήσει ενώ παράλληλα υπάρχει και ένα άλλο παιδί (πελάτης της Γουότς) που επίσης κινδυνεύει. Ο Μπλάκμπερν προσπαθεί να δημιουργήσει κλειστοφοβική ατμόσφαιρα χωρίς επιτυχία (η απουσία ρυθμού είναι εμφανής), ενώ ιδέες από παλιότερα θρίλερ όπως η αριστουργηματική «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ ή ο «Απόλυτος τρόμος» του Πίτερ Μέντακ υιοθετούνται με αδεξιότητα σε ένα σύνολο οριακά πληκτικό. Βλέποντας την «Έγκλειστη» δεν μπορείς παρά να τη συγκρίνεις με το θρίλερ δωματίου «Μην ανασαίνεις» που είδαμε πριν από λίγο καιρό, μια σαφώς ανώτερη ταινία.

Σνόουντεν και πάλι

Το «Citizenfour» (ΗΠΑ, 2015) της Λόρα Πόιτρας είναι το βραβευμένο με όσκαρ περσινό ντοκυμαντέρ που αναφέρεται στο σκάνδαλο Σνόουντεν και στη μαζική παρακολούθηση των Αμερικανών πολιτών μέσω προγραμμάτων της αμερικανικής κυβέρνησης. Προτού ο Όλιβερ Στόουν αναλάβει τη μυθοπλαστική μεταφορά του θέματος στο «Σνόουντεν» που είδαμε πριν από λίγο καιρό, ο πρώην κυβερνητικός υπάλληλος Έντουαρντ Σνόουντεν έκανε ο ίδιος τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις του μπροστά στον φακό της Πόιτρας, διακεκριμένης ντοκυμαντερίστα, την οποία μάλιστα παρακολουθούσε η NSA, εξαιτίας της ταινίας της «Country my country» και της επαφής της με έναν Ιρακινό γιατρό.

Κλασσική περίπτωση ντοκυμαντέρ που χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα ως κινηματογράφος σε κερδίζει λόγω θέματος, λέγοντας με εύπεπτο τρόπο πράγματα πάνω-κάτω γνωστά· αν και ενδεχομένως όχι σε όλους. Ωστόσο θα μπορούσε να είναι κάπως μικρότερης διάρκειας γιατί στις δυόμισι ώρες, κάπου, αναπόφευκτα κουράζει.

Επίσης στις αίθουσες

«The bachelor» (Ελλάδα, 2016) του Αντώνη Σωτηρόπουλου. Δεν βρίσκεις τίποτε σωστό στην ταινία που υποτίθεται ότι είναι η ελληνική «απάντηση» στο αριστουργηματικό «The hangover» και σε ό,τι αφορά τουλάχιστον το δικό μου γούστο, τίποτε το αστείο. Αντίθετα, βλέποντας την ταινία ένιωθα ότι με βασανίζουν αλύπητα με κατακάθια κακής τηλεόρασης δεκαετίας '90. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο κοντινό σενάριο στον όρο «ό,τι να 'ναι», άσε που αναφέροντας και μόνο τη λέξη σενάριο προσβάλλω όσους ασχολούνται σοβαρά με τη σεναριογραφία. (Παίζουν: Γιάννης Τσιμιτσέλης, Γιάννης Ζουγανέλης κ.ά.)

Στην περιπέτεια φαντασίας και τρόμου «Underworld: Η αιματοχυσία» («Underworld: Blood wars», ΗΠΑ, 2016) της Άννα Φόρεστερ η Κέιτ Μπεκινσέιλ... χτυπά κάρτα ακόμη μια φορά στον ρόλο της βρικόλακα Σελίν που λαμβάνει μέρος σε έναν ατέλειωτο (καθώς δείχνουν τα πράγματα) πόλεμο, στον οποίο αυτή τη φορά μήλον της Έριδος είναι η κόρη της. Φρίκη στο περιεχόμενο, φρίκη και ως θέαμα, η ταινία απευθύνεται αποκλειστικά στο κοινό που αγαπά τη συγκεκριμένη «σειρά» τρόμου, η οποία λόγω της επιτυχίας της έχει κατορθώσει να φτάσει ως το νούμερο 5!

Επανέκδοση

«Η Επίσημη Ιστορία» («La storia official», Αργεντινή, 1986) του Λουίς Πουέντσο. Η βραβευμένη με το όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 1986 πολιτική ταινία του Πουέντσο τοποθετείται στο Μπουένος Αϊρες της Αργεντινής του 1983, όπου μια καθηγήτρια Ιστορίας (Νόρμα Αλεάντρο) αντιλαμβάνεται ότι το κορίτσι που έχει υιοθετήσει ενδέχεται να είναι κόρη ενός «εξαφανισμένου», ενός από τα χιλιάδες θύματα που τη δεκαετία του 1970 βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν με την κατηγορία της τρομοκρατίας από τη χούντα του Βιντέλα. Η αξία της «Επίσημης Ιστορίας» έγκειται στο ότι είναι μια ανατριχιαστική «κινηματογραφική κατάθεση» για ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια στην ιστορία της Αργεντινής.

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ