Τρεις υψηλές γυναικείες ερμηνείες

19 Απριλίου 2017

Γράφει η Άννυ Κολτσιδοπούλου

εφημερίδα Καθημερινή

ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΑΛΜΠΙ
Τρεις ψηλές γυναίκες
σκηνοθ.: Αρης Τρουπάκης
θέατρο: Οδού Κεφαλληνίας

Μέσα στη διεισδυτική ανθρωπο- και αυτο- παρατήρηση που κινεί το έργο του Αλμπι ιδιαίτερη θέση έχουν οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» (1991). Το κλειδί τους δεν είναι αυτοβιογραφικό, ούτε η πρόθεση του συγγραφέα να εκδικηθεί στο πρόσωπο της Α τη θετή του μητέρα (που μεταξύ άλλων τον απέρριψε για την ομοφυλοφιλία του) ούτε να επιχειρήσει δική του κάθαρση από τραυματική σχέση σαράντα δύο χρόνων. Το κλειδί τους είναι η συνειδητοποίηση πως: «Οι συγγραφείς έχουν τη σχιζοφρενική ικανότητα να ζουν και ταυτόχρονα να παρακολουθούν τον εαυτό τους να ζει».

Ακριβώς με αυτή την ικανότητα –λόγω αφασίας από εγκεφαλικό όμως– παρουσιάζει στο δεύτερο μέρος του έργου τη γηραιότερη από τις τρεις γυναίκες, την Α. Την έχουμε γνωρίσει στο πρώτο μέρος από σκόρπιες διηγήσεις περιστατικών, ως πλούσια χήρα, υπολογίστρια, εγωκεντρική, κακομαθημένη, κωμικοτραγική, ακμαιο-ανοϊκή ενενηντάχρονη. Την περιποιείται η Β, πενήντα δύο χρόνων, έμπειρη, δυνατή και λίγο κυνική, ενώ την έχει επισκεφθεί η Γ: η ατίθαση, υπεροπτική, ασυμβίβαστη εικοσιεξάχρονη βοηθός του δικηγόρου της για εκκρεμείς υποθέσεις.

Η γεροντική ακράτεια, ένα κάταγμα στο χέρι, η μανία καταδιώξεως, ο αυταρχικός χαρακτήρας, η περιοδική αμνησία και η συνεχής επιστροφή στο παρελθόν γεμίζει το πρώτο μέρος με απολαυστικούς διαλόγους, διασταυρούμενους μονολόγους, χιούμορ, σαρκασμό και τρυφερότητα. Το τραύμα που σοβεί στο υποσυνείδητο των δύο μεγαλύτερων γυναικών και απειλεί την τρίτη (ο υιοθετημένος γιος που απέρριψαν και τις απέρριψε) γίνεται κομβικό στο δεύτερο –κάπως φλύαρο– υπερρεαλιστικό μέρος, όπου οι τρεις γυναίκες συγχωνεύονται ουσιαστικά σε μία, την Α. Ετοιμοθάνατη, στη συνέχεια πεθαμένη, παρατηρεί και αυτοπαρατηρείται. Σέρνει το γαϊτανάκι εμπειριών που δεν μεταβιβάζονται, θυμίζοντας το «εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις». Ενα συμφιλιωτικό masterclass ζωής, γεμάτο συμπόνοια για τα επερχόμενα. Τα γηρατειά, τον θάνατο, το λυτρωτικό τέλος.

Ο Αρης Τρουπάκης, απόφοιτος του Εργαστηρίου Σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου (2001-2004) στην ωριμότερη έως τώρα δουλειά του, έστησε μια μελετημένη παράσταση χωρίς εξάρσεις, αρκούμενος στη μεταστροφή του ρεαλισμού σε υπερρεαλισμό, που ορίζει έργο.

Βασίστηκε στις ερμηνείες των τριών, στις σχέσεις αρμονίας-συγκρούσεων μεταξύ τους, εμφανείς τόσο στον λόγο όσο και στη σωματική τους γλώσσα, στις χειρονομίες, στις σιωπές, στους ρυθμούς ομιλίας, κίνησης και στάσης μέσα στον χώρο. Ενα χώρο νατουραλιστικά ευχάριστο, που φώτισε ο Αλέκος Αναστασίου κι επιμελήθηκε η Ελένη Μανωλοπούλου (σκηνικά - κοστούμια) κοσμώντας τον με συμβολικές, εικαστικές αναφορές σε τοίχους και «οροφή».

Η Μπέττυ Αρβανίτη στο στοιχείο της, απολαυστικά άμεση, με αφοπλιστικό χιούμορ, τάιμινγκ, αίσθηση των κενών μνήμης και του διακοπτόμενου ειρμού, με ομιλούσες χειρονομίες, έξοχη κίνηση και πειστική εξιστόρηση παρελθόντων περιστατικών του βίου της Α. Πανέμορφα δυναμική φιγούρα μνήμης και υπέρβασης στο δεύτερο μέρος, έχει διανύσει τη ζωή ιππεύοντας στη ράχη των συμβιβασμών της: με ένα γυναικά, πλούσιο, μάλλον γελοίας εμφάνισης σύζυγο, περιστασιακούς, ταπεινούς έρωτες κι έναν ατίθασο, διαφορετικό γιο που δεν ήξερε να κρατήσει κοντά της. «Βλέπει» αφ’ υψηλού, δίχως νοσταλγία και υπαρξιακή θλίψη, τις Β και Γ που αρνούνται –με διαφορετική σφοδρότητα η κάθε μια τους– να δεχτούν την προδιαγεγραμμένη κατάληξη που εκπροσωπεί η Α για τη ζωή τους.

Η Β της Μαρίας Κεχαγιόγλου, σε μεγάλο βαθμό δραματουργική και ερμηνευτική ρυθμίστρια του τρίο, είναι ούτε τόσο νέα για να μη γνωρίζει ούτε τόσο ηλικιωμένη για να μην ελπίζει. Ωριμη, δυναμική, ωφελιμίστρια, αντιμετωπίζει με χιούμορ, ψυχραιμία, κατανόηση κάθε κρίσιμη στιγμή της Α διδάσκοντας την Γ με τη νεολογική επωδό: «Ετσι πάει» (μετάφραση Ερρίκος Μπελιές). Ταλέντο και ένστικτο την οδήγησαν σε ερμηνευτική εναρμόνιση με τις άλλες, αλλά ταυτόχρονα στην ανάδειξη της σημαντικής σκηνικής της προσωπικότητας.

Η Γ της Νεφέλης Κουρή με επαγγελματική πόζα στο πρώτο μέρος, πάθος, επιπολαιότητα, αυθορμητισμό και οργισμένη άρνηση της αλήθειας στο δεύτερο, θύμιζε περισσότερο ανυπάκουη, νευρωτική έφηβη παρά νέα, υπεύθυνη γυναίκα. Κάτι που πιστεύω ήταν θέμα διδασκαλίας και όχι προσόντων της νέας, καλής ηθοποιού.

 

Πληροφορίες για την παράσταση 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ