Φοβίες: Υπάρχουν περίπου 200 είδη, αφορούν πιο πολύ τις γυναίκες

21 Απριλίου 2017

Φοβίες

Γράφει ο Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Απόσπασμα από http://epapanis.blogspot.gr

Έχουμε ήδη αναφέρει ένα παράδειγμα φοβίας, της επίμονης άρνησης του παιδιού να πάει στο σχολείο, της «σχολικής φοβίας». Η φοβία είναι ένας υπερβολικός και περιοδικός-επανερχόμενος φόβος, ο οποίος είναι αδικαιολόγητος-ανεξήγητος (ακόμη και για το ίδιο το θύμα). Είναι μια φοβική αντίδραση δυσανάλογη προς την αιτία - το φοβικό αντικείμενο ή την φοβική κατάσταση - που την προκαλεί. Το γεγονός ότι, ακόμη και εντελώς υγιή άτομα είναι δυνατόν να υποφέρουν από παράλογους και νοσηρούς φόβους, είχε επισημανθεί πολύ παλιά από τον μεγάλο Έλληνα γιατρό Ιπποκράτη. Στον 17ο αιώνα, ο Robert Burton σχολίαζε, στο έργο του «Η ανατομία της μελαγχολίας», το αφόρητο μαρτύριο του φοβικού άγχους, ως εξής: «Όσοι ζουν μέσα στο φόβο ποτέ δεν είναι ελεύθεροι, αποφασιστικοί, ασφαλείς, ευτυχείς, αλλά βρίσκονται σε αδιάκοπο πόνο... Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία, μεγαλύτερο μαρτύριο, μεγαλύτερο βάσανο από αυτό».


Οι πιο γνωστές φοβίες είναι η κλειστοφοβία (φόβος για τους κλειστούς-περιορισμένους χώρους), η αγοραφοβία (φόβος για τους ανοικτούς χώρους και το πλήθος), η ακροφοβία (φόβος για τα ύψη) και η ζωοφοβία (φόβος για τα ζώα). Έχουν καταγραφεί κάπου 200 είδη φοβίας.


Μια στατιστική ανάλυση έδειξε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, πολλοί από τους φόβους τείνουν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο και οφείλονται σε μια γενική τάση ορισμένων ατόμων να εκδηλώνουν φόβους- οφείλονται δηλαδή σε έναν γενικό παράγοντα φόβου. Με άλλα λόγια, ορισμένα άτομα είναι γενικώς επιρρεπή στους φόβους και τείνουν να εκδηλώνουν μια μεγάλη ποικιλία φοβιών συγχρόνως. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ορισμένα άτομα εκδηλώνουν μια από τις εξής δύο ευρείες κατηγορίες φοβίας: είτε αυτές που σχετίζονται με τους φόβους αποχωρισμού είτε αυτές που σχετίζονται με τους φόβους για τραυματισμό, για κτυπήματα ή για πόνο. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι οι φοβίες μπορεί να είναι και εξαιρετικά ειδικές, να εμφανίζονται μεμονωμένα στο άτομο. Είναι οι λεγόμενες μονοσυμπτωματικές φοβίες.


Πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «φοβία», για μερικές από τις αγχώδεις και φοβικές καταστάσεις της παιδικής ηλικίας. Πολλές από αυτές εμφανίζονται στα μάτια των ενηλίκων ως παράλογες ή δυσανάλογες προς την αιτία που τις προκαλούν, αλλά (όπως έχουμε δει) είναι τόσο κοινές στα παιδιά σε μερικές ηλικίες, ώστε πρέπει να θεωρούνται φυσιολογικοί ¬αναπτυξιακοί φόβοι. Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι οι φοβίες είναι δυσπροσαρμοστικές μορφές συμπεριφοράς - δεν εξυπηρετούν κανέναν χρήσιμο σκοπό. Αντίθετα, ο φόβος του παιδιού για πραγματικά επικίνδυνες καταστάσεις είναι προσαρμοστικός. Μέσω του φόβου, για παράδειγμα, το παιδί μαθαίνει να αποφεύγει να αγγίζει καυτά πράγματα. Στην περίπτωση όμως της σχολικής φοβίας, η αποφυγή που δείχνει το παιδί προς κάποιες καταστάσεις είναι τελείως μη¬ προσαρμοστική - το αναγκάζει να απουσιάζει από το σχολείο το φέρνει σε μειονεκτική θέση, όταν τελικά επιστρέφει στο σχολείο κ.λπ.


Μια μεμονωμένη φοβία μπορεί να κάνει την εμφάνισή της, σε κάθε άτομο, ακόμη και στο άτομο με μια υγιή, από κάθε άλλη άποψη, προσωπικότητα. Στα άτομα όμως με νευρωσική προσωπικότητα, μπορεί μεν να εμφανιστεί μόνη, το πιθανότερο ωστόσο είναι να εμφανιστεί σε συνδυασμό με άλλους φόβους.


Οι φοβίες εμφανίζονται πιο συχνά στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες. Μπορεί να παρουσιαστούν σε κάθε ηλικία και φαίνεται ότι όλα τα κοινωνικά στρώματα υποφέρουν εξίσου απ’ αυτές. Μερικές φοβίες - όπως οι φοβίες για τα πουλιά - είναι προδήλως αδικαιολόγητες, ενώ άλλες - όπως οι φόβοι για τα τραίνα, τους ανελκυστήρες ή ακόμη και για τα ύψη - επιτρέπουν κάποιον βαθμό ορθολογικής εξήγησης και δικαιολόγησης. Σε κανέναν δεν αρέσει να παραδέχεται ότι φοβάται κάτι τελείως αδικαιολόγητα, «εν αιθρία». Γι’ αυτό, συχνά το φοβικό άτομο αναπτύσσει στο μυαλό του (εντελώς ασυνείδητα) περίτεχνες εξηγήσεις, για να δικαιολογήσει τους φόβους του.


Πολλοί άνθρωποι, φυσικά, έχουν μικρο-φοβίες. Φόβοι για τις αράχνες, τα φίδια, τους περιορισμένους χώρους κ.λπ., είναι πολύ συ¬νηθισμένοι. Κατά πόσον το παιδί χρειάζεται ή όχι θεραπεία για κάποια φοβία του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Θα πρέπει να διευκρινίσουμε κατά πόσον η φοβία, αυτή καθαυτή, είναι εκείνο που ταλαιπωρεί το παιδί ή ότι υπάρχουν άλλες συναισθηματικές διαταραχές που δεν του επιτρέπουν να ζήσει μια ικανοποιητική και παραγωγική ζωή.


Ένα παιδί, για παράδειγμα, είχε φόβο για τα ύψη (ακροφοβία). Μια τέτοια φοβία μπορεί να μη δημιουργούσε καμιά ιδιαίτερη ενόχληση σε πολλούς ανθρώπους, αλλά στην περίπτωση του παιδιού αυτού δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα. Επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους έφερναν το παιδί σε διαμερίσματα πολυκατοικιών που ήταν σε μεγάλα ύψη. Το παιδί κατακλυζόταν από άγχος, όταν βρισκόταν κοντά σε ένα υψηλό κιγκλίδωμα ή όταν έβγαινε στην βεράντα, ακόμη και του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας.


Ο έντονος φόβος που προκαλείται στο άτομο, όταν βρεθεί μπροστά στο φοβικό αντικείμενο, κάνει το θύμα να μετέρχεται κάθε μέσο για να αποφύγει τις καταστάσεις, στις οποίες υπάρχει πιθανότητα να συναντήσει το φοβικό αντικείμενο. Μερικές φοβίες έχουν ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα - για παράδειγμα, μια ψυχαναγκαστική ορμή που σπρώχνει το άτομο να εκσφενδονιστεί πάνω από το κιγκλίδωμα της βεράντας ή μια επίμονη ανησυχία μήπως βλάψει άλλους ανθρώπους κ.λπ. Μια τέτοια φοβία γίνεται μιας πλήρους απασχόλησης «φροντίδα»-«δουλειά» για να μπορέσει να αντισταθεί στις ψυχαναγκαστικές αυτές πιέσεις και έμμονες ιδέες (Herbert, 1995).

Πώς δημιουργούνται οι φοβίες


Η πρώτη εμφάνιση μιας φοβίας μπορεί να είναι δραματικά ξαφνική, δηλαδή να αρχίσει με μια ψυχοκατακλυσμιαία εμπειρία άγχους ή μπορεί να εξελιχθεί σιγά-σιγά και ύπουλα. Σε μερικές περιπτώσεις, υπάρχει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «τραυλίζουσα» μορφή εμφάνισης της φοβίας, δηλαδή η φοβία προαναγγέλλεται από μεμονωμένες κρίσεις πανικού ή από πολύ περιορισμένα, βραχείας διάρκειας, επεισόδια άγχους. Συνήθως, υπάρχει μια διακύμανση στη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, ανάλογα με τις εντάσεις στο περιβάλλον του ατόμου.


Οι ψυχαναλυτές θεωρούν τις φοβίες ως την ορατή όψη ασυνείδητων ενδοψυχικών αιτίων ή και συγκρούσεων. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το άτομο με φοβία αυτό που πραγματικά φοβάται είναι να ενδώσει στον πειρασμό να εκφράζει βαθιά ριζωμένες, ασύνειδες, επιθυμίες. Αυτές οι επιθυμίες είναι ενστικτώδεις-πρωτόγονες και απαγορευμένες. Οι φοβίες συχνά αναπτύσσονται για να προστατεύουν το άτομο από καταστάσεις, στις οποίες διεγείρονται οι καταπιεσμένες επιθετικές ή ερωτικές ορμές. Δεν θέλει να ενδώσει σε αυτές του τις ορμές, αλλά αυτές τον βάζουν σε πειρασμό. Γι’ αυτό το λόγο, μεταθέτει ή μεταβιβάζει το άγχος που του προκαλούν σε κάποιο συναπτόμενο-ουδέτερο αντικείμενο, όπως τα φίδια, οι αράχνες, το νερό ή το σκοτάδι. Ένα άτομο με ασυνείδητες ή ελάχιστα συνειδητοποιημένες τάσεις αυτοκτονίας μπορεί ίσως να αναπτύξει μια φοβική αποφυγή για τα αιχμηρά μαχαίρια ή άλλα «δολοφονικά» αντικείμενα. Ένα αυστηρό πουριτανικό άτομο μπορεί να αναπτύξει συφιλιδοφοβία (φόβο μήπως κολλήσει σύφιλη) - προστατεύοντας έτσι τον εαυτό του, με τη φοβία του αυτήν, από τον πειρασμό του σεξ.


Πολλοί ερευνητές, στο χώρο της πειραματικής ψυχολογίας, συγγραφείς όπως ο Η. J. Eysenck και ο Joseph Wolpe, απορρίπτουν τους ψυχαναλυτικούς ισχυρισμούς και τις ψυχαναλυτικές θεωρίες. Πιστεύουν ότι η θεωρία της μάθησης, ο συμπεριφορισμός, κατέχει πολλά από τα μυστικά της νευρωσικής συμπεριφοράς. Ενώ συμφωνούν με τους ψυχαναλυτές ότι το άγχος παίζει έναν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη των φοβιών, γι’ αυτούς τα συμπτώματα είναι η πραγματική, η ίδια, η νεύρωση. Τα συμπτώματα δεν αντιπροσωπεύουν ένα είδος συμβολικής έκφρασης κάποιων δήθεν υποκειμενικών συγκρούσεων και ασύνειδων ορμών. Τα νευρωσικά συμπτώματα, οι φοβίες, μαθαίνονται.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ