Πτωχεύει ο μεγιστάνας Βασίλειος Γρίσιν;

19 Απριλίου 2017
Όταν τον Απρίλιο του 2011 η μετοχή της εισηγμένης εταιρείας Alpha Grissin έμπαινε σε καθεστώς επιτήρησης -οι ζημιές είχαν διαμορφωθεί σε επίπεδο μεγαλύτερο του 30% της ενοποιημένης καθαρής θέσης-  κανείς δεν φανταζόταν ότι η εταιρεία που ίδρυσε και διηύθυνε με αποτελεσματικότητα ο κ. Βασίλειος Γκρίσιν θα οδηγούταν σε πτώχευση.

Ο κ. Γκρίσιν είχε κάνει όνομα με την εμπορία αυτοκινήτων αλλά η εισηγμένη επκεντρώθηκε σε άλλους τομείς και ειδικότερα στα κλιματιστικά, τα συστήματα αδιάλειπτης λειτουργίας ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα ακίνητα και την ενέργεια. Τομείς που στην αρχή έδωσαν ώθηση στις εργασίες της εταιρείας αλλά στην πορεία αποδείχθηκαν βαρίδια, ιδίως ο κλάδος των ακινήτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Από το 2011 και μετά η εταιρεία δεν κατάφερε να περάσει τον κάβο της κρίσης και μέχρι σήμερα εμφανίζει ζημίες, αρνητικά ίδια κεφάλαια και έντονα προβλήματα ρευστότητας. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι καταλυτικό ρόλο στην αδυναμία της εταιρείας να ορθοποδήσει ήταν και η αλλαγή διοίκησης το 2013, όταν το τιμόνι της Alpha Grissin ανέλαβε ο κ. Αλιόσα Γκρίσιν, γιος του Βασίλη.
 
Η ανακοίνωση της εταιρείας ότι  στις 5 Μαίου έχει συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση με βασικό θέμα: «Εγκριση του συνόλου των διαδικασιών που είναι απαραίτητες για την κήρυξη της εταιρείας σε κατάσταση πτώχευσης» αιφνιδίασε ως προς την επιλογή της διοίκησης και όχι σε ότι αφορά στα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας.
 
Σύμφωνα με πληροφορίες, η εταιρεία υπέβαλε τον Μάρτιο αίτηση κήρυξης πτώχευσης έτσι ώστε μέχρι να εκδικαστεί η αίτηση τον Ιούνιο να πραστατεύεται από τους πιστωτές και να μην εκκινήσουν κατασχέσεις και πλειστηριασμοί κατά της περιουσίας της.
Η εταιρεία σε ανακοίνωσή της καταλογίζει ευθύνες στις πιστώτριες τράπεζες που από το 2015 «απαίτησαν την τοκοχρεωλυτική επιστροφή των δανείων που της είχαν χορηγήσει υπό τη μορφή ανοικτού κεφαλαίου κίνησης, απαιτώντας παράλληλα η ρευστότητα της  εταιρείας να διοχετευτεί αποκλειστικά σε αυτά και όχι στην αγορά, υπό τη μορφή προμήθειας, προϊόντων προς πώληση». 

Οι οφειλές προς τράπεζες, εταιρείες leasing και προμηθευτές ξεπερνούν τα 34 εκατ. ευρώ.
«Η εταιρεία, σήμερα, βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Τα λειτουργικά της κέρδη αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τους λογιζόμενους τόκους που προκύπτουν από τα τραπεζικά δάνεια που έχει συνάψει, και φυσικά αδυνατεί να επιστρέψει, τα δάνεια που έχει λάβει, όπως οι τράπεζες απαιτούν», αναφέρει χαρακτηριστικά και συμπληρώνει: 

«Υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες η εταιρεία αναμένεται να οδηγηθεί σε γενική και μόνιμη παύση πληρωμών, αφού θα στερείται χρημάτων προκειμένου να προβεί σε παραγγελίες προϊόντων και δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες της, οι οποίοι και θα καταγγείλουν τις μεταξύ τους συμβάσεις, στρεφόμενοι στον ανταγωνισμό».
Ο όμιλος απασχολεί 107 άτομα και το 2015  ο τζίρος είχε διαμορφωθεί στα 12,8 εκατ. ευρώ όταν το 2009 οι πωλήσεις της είχαν φτάσει τα 30 εκατ. ευρώ.
 
Η ανακοίνωση της εταιρείας
 
«Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης η εταιρεία αντιμετώπιζε έντονες καθυστερήσεις πληρωμής από τους πελάτες της με αποτέλεσμα η ίδια εν συνεχεία να καθυστερεί την εξόφληση των πιστωτών της. Παράλληλα, αδυνατούσε να προσφύγει σε τραπεζικό ή άλλο δανεισμό για την χρηματοδότηση των αναγκών της λόγω των ήδη υφιστάμενων υψηλών της χρεών προς τα τραπεζικά ιδρύματα. 

Από τις αρχές του έτους 2015 τα τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία συνεργαζόταν η εταιρεία (Eurobank, Πειραιώς, Attica, ΕΤΕ και Alpha Bank) απαίτησαν την τοκοχρεωλυτική επιστροφή των δανείων που της είχαν χορηγήσει υπό τη μορφή ανοικτού κεφαλαίου κίνησης, απαιτώντας παράλληλα η ρευστότητα της  εταιρείας να διοχετευτεί αποκλειστικά σε αυτά και όχι στην αγορά, υπό τη μορφή προμήθειας, προϊόντων προς πώληση.

Το ανωτέρω ήταν αδύνατο να συμβεί και για το λόγο τούτο η εταιρεία κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες να επαναδιαπραγματευθεί με τα τραπεζικά ιδρύματα την επιμήκυνση και τον διακανονισμό εξόφλησης των υφιστάμενων δανείων της, το ύψος των οποίων ξεπερνούσε το ποσό των 25.000.000,00 ευρώ. 

Σε όλη τη διάρκεια του έτους 2016 η εταιρεία υπέβαλε, σε συνεργασία με γνωστό οίκο συμβούλων επιχειρήσεων,  οικονομικά σχέδια και προτάσεις στα τραπεζικά ιδρύματα, με σκοπό την αναδιάρθρωση του τραπεζικού της δανεισμού, τα οποία απερρίφθησαν χωρίς αιτιολογία και χωρίς να υπάρξει από την πλευρά των τραπεζών κάποια επίσημη αντιπρόταση. 

Το Νοέμβριο του 2016 τα τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία συνεργαζόταν η εταιρεία, αξίωσαν με εξώδικες δηλώσεις και επιστολές την άμεση καταβολή των οφειλομένων, άλλως απείλησαν ότι θα λάβουν αναγκαστικά μέτρα εις βάρος της εταιρείας. Ήδη η Τράπεζα Eurobank, κατήγγειλε τις δανειακές της συμβάσεις με την εταιρεία και προέβη στην έκδοση διαταγής πληρωμής. 

Ξεκίνησε δε διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτων των απαιτήσεων της έναντι βασικών πελατών της εταιρείας, στερώντας της έτσι σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα. Ακολούθως, οι τράπεζες Εθνική, Πειραιώς και Αττικής προέβησαν στην καταγγελία των δανειακών τους συμβάσεων. 

Τις ανωτέρω νομικές ενέργειες των εν λόγω τραπεζών είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν και οι λοιπές πιστώτριες τράπεζες της εταιρείας. Η εταιρεία, σήμερα, βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Τα λειτουργικά της κέρδη αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τους λογιζόμενους τόκους που προκύπτουν από τα τραπεζικά δάνεια που έχει συνάψει, και φυσικά αδυνατεί να επιστρέψει, τα δάνεια που έχει λάβει, όπως οι τράπεζες απαιτούν. 

Οι συνεχιζόμενες και συσσωρευμένες σημαντικές ζημίες χρήσης σε επίπεδο Ομίλου έχουν δημιουργήσει αρνητικά ίδια κεφάλαια, τα οποία αναμένεται να υπερβούν το 2016 τα 11.000.000,00 ευρώ. Η εταιρεία οφείλει σε τράπεζες, σε εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης και σε προμηθευτές ποσό που τείνει να ξεπεράσει τα 34.471.721,01 ευρώ. 

Οι ανωτέρω οφειλές έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο έλλειψης ρευστότητας για την επιχείρησή, το οποίο πλέον έχει καταστεί μη διαχειρίσιμο, λόγω και της έναρξης δικαστικών διαδικασιών από πλευράς των πιστωτριών τραπεζών. Η εταιρεία αναμένεται άμεσα να αδυνατεί, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, να λειτουργήσει και να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, οπότε θα τεθεί σε πλήρη αδράνεια λειτουργίας ελλείψει πόρων. 

Υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες η εταιρεία αναμένεται να οδηγηθεί σε γενική και μόνιμη παύση πληρωμών, αφού θα στερείται χρημάτων προκειμένου να προβεί σε παραγγελίες προϊόντων και δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες της, οι οποίοι και θα καταγγείλουν τις μεταξύ τους συμβάσεις, στρεφόμενοι στον ανταγωνισμό».
 
Πηγή: tovima.gr

ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ