Ο μηχανισμός της προβολικής ταύτισης

14 Αυγούστου 2017

Η επανάληψη του παρελθόντος επιτυγχάνεται με την ενεργοποίηση μιας ασυνείδητης ψυχολογικής διεργασίας που ονομάζεται προβολική ταύτιση. Παρεμφερής με την έννοια της προβολικής ταύτισης είναι και η έννοια της μεταβίβασης, η οποία αναλύθηκε αρχικά από τον Freud το 1914. Αυτός ονόμασε «μεταβίβαση» την ικανότητα των ανθρώπων να μεταφέρουν συναισθήματά τους σε κάποιον άλλο άνθρωπο. Ο Freud ανέλυσε επίσης λεπτομερώς τη δυνατότητα των ασθενών να μεταφέρουν τα συναισθήματά τους στον ψυχοθεραπευτή. Όταν ενεργοποιείται η μεταβίβαση, ο θεραπευτής αισθάνεται ότι δέχεται μια «εισβολή» από το θεραπευόμενο. Ο ίδιος όμως διαθέτει τις κατάλληλες τεχνικές για να μπορέσει να αξιοποιήσει το φαινόμενο και να κατανοήσει σε άθος τον ασθενή του, ενώ παράλληλα φροντίζει να μην απειληθεί ο εαυτός του ή η θεραπευτική σχέση από τη μεταβίβαση.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1946, η Klein εισήγαγε μια νέα έννοια παρόμοια με αυτή της μεταβίβασης: την έννοια της προβολικής ταύτισης. Η Klein μελέτησε και ανέλυσε την προβολική ταύτιση ως ένα ενδοψυχικό φαινόμενο. Μερικά χρόνια μετά, μια σειρά συγγραφείς, όπως ο Bion (1957), o Kerneberg (1980), o Grotstein (1981), o Ravenscroft (1991), o Hamilton (1992), η Langs (1993), o Ogden (1994), ο Maroda (1994), o Schore (2003) και οι Scharff και Scharff (2005), μελέτησαν τόσο την ενδοψυχική όσο και τη διαπροσωπική διάσταση του φαινομένου της προβολικής ταύτισης.

Γενικά, η προβολική ταύτιση θεωρείται ένας πολύ ισχυρός αμυντικός μηχανισμός, ο οποίος αναπτύσσεται ανάμεσα σε άτομα που συνδέονται με ισχυρούς και μακροχρόνιους συναισθηματικούς δεσμούς, ή αλλιώς ανάμεσα σε άτομα που έχουν στενή επαφή και ανταλλάσσουν έντονα συναισθήματα μεταξύ τους (τόσο θετικά όσο και αρνητικά). Ισχυροί συναισθηματικοί δεσμοί συνήθως υπάρχουν ανάμεσα στα παιδιά και στους γονείς, ανάμεσα στους παλιούς, κοντινούς φίλους, καθώς και ανάμεσα στους ερωτικούς συντρόφους. Σύμφωνα με την Τσαμπαρλή (2011) η προβολική ταύτιση περιγράφει την κατάσταση δύο ατόμων, όταν ο ένας (ο πομπός) προβάλλει τμήματα του εαυτού του σε ένα άλλο άτομο (τον αποδέκτη), ο οποίος λειτουργεί ως «ξενιστής» (container) των προιόντων της προβολής. Ο μηχανισμός της προβολικής ταύτισης λοιπόν συνίσταται στην άρνηση ενός τμήματος του εαυτού και στην προβολή του σε ένα άλλο κοντινό πρόσωπο, με το οποίο υπάρχει ισχυρή συναισθηματική σύνδεση. Το τμήμα του εαυτού που προβάλλεται στον άλλο άνθρωπο είναι συνήθως (αλλά όχι πάντα) ανεπιθύμητο ή αποκρουστικό. Τα ανεπιθύμητα τμήματα του εαυτού μπορεί να είναι αρνητικές συναισθηματικές αναμνήσεις φόβου, θλίψης ή οργής, ένα υπερβολικό, ανεξήγητο και ανεξέλεγκτο άγχος, μια εξαιρετικά έντονη αίσθηση αδυναμίας, εξάρτησης ή ανικανότητας του εαυτού, ή κάποια ισχυρή επιθυμία για πρόκληση κακού ή θανάτου. Βεβαίως η άρνηση των αρνητικών τμημάτων του εαυτού και η μετατόπισή τους στον άλλο άνθρωπο συντελείται μακριά από τη συνειδητή εγρήγορση, συνιστά δηλαδή μια πλήρως ανεξέλεγκτη διεργασία.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Παπαδάκη – Μιχαηλίδη «Από τους γονείς στους ερωτικούς συντρόφους». Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Πεδίο για την ευγενική παραχώρηση του υλικού.


ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
akis3 adTechParam +182939 - adTechUnit 2
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ