Καρκίνος του μαστού: Όταν η διάγνωση βάζει στόχο την ψυχή

12 Οκτωβρίου 2017

Γράφει η Χριστιάνα Μήτση, Ψυχολόγος MSc- Ψυχοθεραπεύτρια

Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί την πιο συχνή μορφή καρκίνου στις γυναίκες παγκοσμίως (WHO, 2011) και συνεπώς η μελέτη για τις ψυχολογικές επιπτώσεις στην ασθενή, είναι εκτενής. Ξεκινώντας από τη διάγνωση, οι αντιδράσεις των ασθενών μπορεί να ποικίλλουν με βάση το νόημα που αποδίδουν στην ασθένεια.

Πιο συχνά, η πρώτη αντίδραση φαίνεται να είναι το «συναισθηματικό» μούδιασμα, το σοκ, ή η δυσπιστία για αυτό που συμβαίνει και οι πιο συχνές εκφράσεις που ακούγονται από τις ίδιες τις γυναίκες είναι: «γκρεμίστηκε ο κόσμος μου», «έβλεπα τον γιατρό να μου μιλά αλλά δεν τον άκουγα». Την πρώτη αντίδραση μπορεί να ακολουθήσει το έντονο άγχος λόγω της απειλής της αλλαγής του στυλ ζωής ή την αλλαγής της εικόνας σώματος, ο θυμός λόγω της άδικης επίθεσης εναντίον του εαυτού, η ενοχή λόγω της ανάγκης απόδοσης ευθυνών και βέβαια η έντονη θλίψη με βασικά στοιχεία την απώλεια, και την ήττα.

Ξαφνικά, η γυναίκα έρχεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός, που μπορεί να αλλάξει τη ζωής της, αλλάζει την εικόνα του σώματος της και απειλεί την γυναικεία της φύση. Το πένθος για την απώλεια, λοιπόν, είναι ιδιαίτερα συχνό τόσο πριν όσο και μετά την οποιαδήποτε επέμβαση αποφασιστεί, καθώς, παρόλο που οι συντηρητικές επεμβάσεις ή η προοπτική της πλαστικής αποκατάστασης βοηθούν τη διατήρηση του μαστού, η ψυχολογική προσαρμογή, η καλύτερη εικόνα σώματος και η σεξουαλική διάθεση, μπορεί να μην είναι πάντα εφικτές (Pockaj et al., 2009. Stayrou et al., 2009). Έτσι φαίνεται η ίδια η διάγνωση πολλές φορές να είναι πιο σημαντική από το είδος της επέμβασης.

Την επέμβαση ακολουθούν οι θεραπείες που πολλές φορές θεωρούνται από τις γυναίκες ως χειρότερες από την ίδια τη διάγνωση διότι οι παρενέργειες τους μπορεί να τις ταλαιπωρούν και να τις ακινητοποιούν. Ιδιαίτερα η χημειοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει τον πιο δύσκολο «εχθρό» και 40% των ασθενών που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία εμφανίζουν κάποια ψυχιατρική διαταραχή (Moorey & Greer, 2003), όπως για παράδειγμα μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, ή κάποια αγχώδη διαταραχή.

Ταυτόχρονα, πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι στις περιπτώσεις όπου η ασθενής έχει παθητικό ρόλο χωρίς να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων για τις θεραπείες, η ψυχολογική επιβάρυνση αυξάνεται (Hack et al., 2010). Αντίστοιχα, και η ακτινοθεραπεία φαίνεται να σχετίζεται με την εμφάνιση ψυχιατρικών διαταραχών στο 30% των ασθενών (Moorey & Greer, 2003), ενώ η ορμονοθεραπεία σε γενικές γραμμές φαίνεται να επηρεάζει την σεξουαλική διάθεση και λειτουργία των ασθενών (Montazeri, 2008).

Στα τρία στάδια της αντιμετώπισης του καρκίνου του μαστού που αφορούν στη διάγνωση, στην επέμβαση και στις θεραπείες, η γυναίκα που νοσεί είναι σχεδόν αναμενόμενο να αντιδράσει με θλίψη, με άγχος ή με θυμό και πολλές φορές – όσο σχήμα οξύμωρο κι αν φαίνεται- τα συναισθήματα αυτά μπορεί να είναι πιο έντονα μετά το τέλος των θεραπειών. Σε αυτή τη φάση η γυναίκα αισθάνεται ότι έχει «μείνει μόνη της», χωρίς την προστασία των γιατρών και των επίπονων κατά τα άλλα θεραπειών και καλείται να αναλογιστεί τι έχει συμβεί και τι πρέπει να κάνει από δω και στο εξής.

Τα 2/3 των ασθενών σταδιακά αποδέχονται την κατάσταση και προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες ζωής που προκύπτουν μετά την εμπειρία της ασθένειας. Ωστόσο, το 1/3 συνεχίζει να δυσκολεύεται στην προσαρμογή και να εμφανίζει ψυχολογικές δυσκολίες για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να είναι απαραίτητη η αναζήτηση βοήθειας από ειδικό ψυχικής υγείας (Montgomery, Lydon & Lloyd, 1999).

Μεγάλη επιβάρυνση δέχεται και ο τομέας των διαπροσωπικών σχέσεων της γυναίκας εξαιτίας της επέμβασης -που μπορεί να θεωρηθεί από την ίδια και ως ακρωτηριασμός- αλλά και λόγω των συμπληρωματικών θεραπειών. Η ασθενής μπορεί να έχει διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος και αυτό να επηρεάσει αρνητικά τη σχέση με το σύντροφο της, ή να την αναστείλει από την σύναψη κάποιας ερωτικής σχέσης, σε περίπτωση που δεν έχει μέχρι τη στιγμή της διάγνωσης κάποιον σύντροφο.

Ταυτόχρονα, η ύπαρξη παιδιών, χρήζει ιδιαίτερης μεταχείρισης, καθώς σε αυτήν την περίπτωση, η γυναίκα είναι καλό να ενημερώσει τα παιδιά για όλο αυτό που συμβαίνει, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την ηλικία και το νοητικό στάδιο τους. Η απόκρυψη της διάγνωσης- η οποία είναι μια τακτική που την επιλέγουν συχνά αρκετές ασθενείς- δυστυχώς τις περισσότερες φορές επιφέρει μεγαλύτερα προβλήματα στη σχέση μητέρας -παιδιών.

Συγκεκριμένα, η απόκρυψη της πραγματικότητας δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες στην ασθενή, όπως ελευθερία κινήσεων στο σπίτι, αλλά πιο σημαντικά δημιουργεί ένα πέπλο μυστηρίου, που τα παιδιά μπορεί να προσπαθήσουν να εξηγήσουν με πολύ πιο τραγικό και πιο επιβαρυντικό για εκείνα τρόπο π.χ. «ήμουν άτακτη στο σχολείο, γι αυτό και η μαμά δε θέλει πια να με αγκαλιάζει».

Η αντίδραση και η προσαρμογή μιας γυναίκας στη διάγνωση, την επέμβαση και τη θεραπεία θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την ερμηνεία και τις πεποιθήσεις της για την ασθένεια, μιας και ο καρκίνος απειλεί πυρηνικές πεποιθήσεις για τη ζωή της π.χ. «η ζωή μου κινδυνεύει», «θα πεθάνω», τον εαυτό της: «δεν είμαι αρκετά δυνατή να αντέξω τις χημειοθεραπείες», ή «δεν νιώθω πια γυναίκα», τον κόσμο: «η ζωή δεν είναι δίκαιη», τις σχέσεις της «ο σύντροφος μου δεν θα θέλει να με αγγίξει», «είμαι ανεπιθύμητη»).

Ωστόσο, πολύ συχνά μετά από ένα στρεσογόνο γεγονός, όπου τα συναισθήματα είναι έντονα, οι πεποιθήσεις μπορεί να είναι διαστρεβλωμένες και να περιέχουν καταστροφοποιήσεις, υπεργενικεύσεις και αυθαίρετα συμπεράσματα, δυσκολεύοντας έτσι τη γυναίκα να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της ζωής της. Σε αυτή τη φάση, μετά την αρχική έκφραση των συναισθημάτων, είναι πολύ χρήσιμη η προσπάθεια αμφισβήτησης των πεποιθήσεων αυτών, με ρεαλιστικά δεδομένα που βοηθούν στην αντιμετώπιση της κατάστασης από μία πραγματική -ρεαλιστική βάση.

Ο απώτερος στόχος μετά από την εμπειρία του καρκίνου του μαστού είναι η εύρεση νοήματος που μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές ζωής, ή και σε υιοθέτηση μίας αισιόδοξης στάσης ζωής η οποία περικλείεται στη φράση που συχνά ακούγεται από γυναίκες που έχουν περάσει την εμπειρία του καρκίνου: «ζήσε τώρα καλύτερα».

Η εύρεση νοήματος βοηθάει στην καλύτερη προσαρμογή της γυναίκας (Mols, Vingehoets, Coebergh, Van de Poll Franse, 2009) και μετατρέπει τελικά την ασθένεια σε αφετηρία για μία νέα ζωή γεμάτη αισιοδοξία και φροντίδα του εαυτού, απαλλαγμένη από τα χιλιάδες «πρέπει».

Χριστιάνα Μήτση
Ψυχολόγος MSc- Ψυχοθεραπεύτρια
Υπεύθυνη Επιστημονικών Προγραμμάτων
Πανελλήνιος Σύλλογος Γυναικών με Καρκίνο Μαστού «Άλμα Ζωής»

Βιβλιογραφία
• Hack, T.F., Pickles, T., Ruether, J.D., Weir, L., Bultz, B.D., Mackey, J., Degner, L.F (2010) Predictors of distress and quality of life in patients undergoing cancer therapy: impact of treatment type and decisional role. Psychooncology, 19(6), 606-616.
• Mols,F., Vingehoets, A.J., Coebergh, J.W., Van de Poll Franse L.V. (2009). Well being, posttraumatic growth and benefit finding in long- term breast cancer survivors. Psychol Health, 24(5), 583-595.
• Montazeri, A. (2008). Health-related quality of life in breast cancer patients: A bibliographic review of the literature from 1974 to 2007. Journal of Experimental & Clinical Cancer Research 2008, 27(1), 32-38
• Montgomery, C., Lydon, A., Lloyd, K. (1999) Psychological distress among cancer patients and informed consent. Journal of psychosomatic Research, 46, 241-245
• Moorey S., Greer S. (2003). Cognitive behaviour therapy for people with cancer. New York: Oxford University press.
• Pockaj BA, Degnim AC, Boughey JC, Gray RJ, McLaughlin SA, Dueck AC, Perez EA, Halyard MY, Frost MH, Cheville AL, Sloan JA. (2009). Quality of life after breast cancer surgery: What have we learned and where should we go next? J Surg Oncol. 99 (7), 447-455.
• Stayrou, D., Weissman, O., Polyniki, A., Papageorgiou N., Haik, J., Farber, N., Winkler, E. (2009) Quality of Life After Breast Cancer Surgery With or Without Reconstruction. Eplasty 9(18)
• WHO. (2011). Breast cancer: prevention and control. World Health Organisation


ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ