Πώς η σχέση με τη μητέρα καθορίζει τη μετέπειτα σεξουαλική και ερωτική επιθυμία

19 Οκτωβρίου 2017

Η σεξουαλική επιθυμία έχει τις ρίζες της στο πλαίσιο των πρώιμων εμπειριών ικανοποίησης του παιδιού με αυτόν που το φροντίζει (και γενικότερα με την οικογένειά του). Η πρωτογενής σχέση του νηπίου (και των δύο φύλων) με τη μαμά του καθορίζει τη μεθύστερη δυνατότητα του παιδιού για σεξουαλική διέγερση και ερωτική επιθυμία. Έχει να κάνει με τη γενικευμένη διεγερσιμότητα της επιδερμίδας του παιδιού και τον σεξουαλικό ερεθισμό των ερωτογενών ζωνών (κατά Freud) με όλη την προσήκουσα ασυνείδητη φαντασίωση. Κατά τον Kernberg (1995) υπάρχει μια συναισθηματική μνήμη που καθορίζει τα πράγματα.

Κατά την θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων η ασυνείδητη (ερωτική) φαντασίωση προκύπτει από τις αναπαραστάσεις εαυτού, τις αναπαραστάσεις του αντικειμένου και των συναισθηματικών δεσμών μεταξύ τους.

Βασική προϋπόθεση για μια φυσιολογική ερωτική ζωή είναι η ταύτιση τόσο του αγοριού όσο και του κοριτσιού με τη γεννετήσια ζωή του ενήλικου γονιού του. Κατά τον Κernberg (1995) για το αγόρι η ταύτιση με τον πατέρα σημαίνει ότι έχει ξεπεράσει την προποιδιπόδεια ζήλεια προς τη γυναίκα (η οποία εκφράζεται σαν φόβος για τις γυναίκες).

Ο Don Jouan βρίσκεται στη μέση, στο όριο ανάμεσα, από τη μια, στην αναστολή της σεξουαλικής ενόρμησης προς τις γυναίκες (οι οποίες αναπαριστούν την οιδιπόδεια μάνα) και από την άλλη στην ταύτιση με τον πατέρα και το πατρικό πέος που καθορίζει ενήλικες σεξουαλικές σχέσεις με μια γυναίκα. Κατά τους Braunschweig και Fain όπως αναφέρονται στον Kernberg (1995) o Don Jouan αφορά σε μια γεννετήσια ζωή χωρίς πατρότητα.

Αρχικά το αγόρι έχει να ταυτιστεί με το σαδιστικό αρσενικό το οποίο αναπαρίσταται από τον περιοριστικό πατέρα κατά την πρώτη οιδιπόδεια περίοδο. Η τελική έκβαση του οιδιποδείου συμπλέγματος αφορά στην ταύτιση του μικρού αγοριού με τον «γενναιόδωρο» (μεγαλόθυμο) πατέρα ο οποίος δεν ενεργεί πλέον κατασταλτικά ενάντια στο γιο του.

Η ικανότητα του μπαμπά να μπορεί να απολαμβάνει το μεγάλωμα του γιου του χωρίς να χρειάζεται να τον υποτάσσει σε τελετουργικές τιμωρίες –οι οποίες θα αντανακλούσαν την ασυνείδητη ζήλεια του για το παιδί του-είναι ενδεικτική ότι ο πατέρας κατάφερε να ξεπεράσει επιτυχώς τις δικές του οιδιπόδειες αναστολές.

Ένας σημαντικός λόγος αστάθειας στις ερωτικές σχέσεις των αντρών είναι η ημιτελής ταύτιση τους με την πατρική λειτουργία η οποία εκφράζεται με καθηλώσεις σε διάφορα σημεία της ταυτισιακής διαδρομής και πορείας.

Στο κορίτσι συνήθως προκύπτει ένα έλλειμμα στην άμεσο ξύπνημα του ερωτισμού της επειδή η μαμά-το πρώτο αντικείμενο αγάπης-είναι ομόφυλο. Αυτό όμως που επηρρεάζει πάνω απ'όλα το μεγάλωμα του κοριτσιού είναι οι συγκρούσεις της μαμάς σχετικά με τα δικά της γεννητικά όργανα και τις γυναικείες λειτουργίες: μπορεί τότε η κόρη της να αναστέλλεται ως προς την ψυχοσεξουαλική της εξέλιξη. Σε αυτές τις αναστολές επιπροστίθενται ο φθόνος του πέους. Ακόμα χειρότερα, αν η μαμά υποτιμά τους άντρες και τα γεννητικά όργανα του μικρού της αγοριού. Αυτό μπορεί να αλλοιώσει ριζικά τις σεξουαλικές αντιλήψεις (συγκρούσεις) των παιδιών της αμφοτέρων των φύλων.

Η σεξουαλικότητα του μικρού κοριτσιού είναι ιδιωτική και κρυμμένη σε αντιδιαστολή με την –κοινωνικά ενισχυμένη-«δημόσια έκθεση» της σεξουαλικότητας του μικρού αγοριού. Αντίθετα, η σεξουαλικότητα του αγοριού διεγείρεται πολύ νωρίς και από τους δύο γονείς. Έχει συζητηθεί ψυχαναλυτικά η εγγενής προδιάθεση της γυναίκας στον μαζοχισμό (ο Freud έκανε λόγο για γυναικείο μαζοχισμό) και την επιρροή και επίδραση διαφόρων ψυχολογικών και κοινωνικών παραμέτρων που συντείνουν στις μαζοχιστικές τάσεις και τις γυναικείες σεξουαλικές αναστολές. Ο Freud με αυτόν τον όρο «γυναικείος μαζοχισμός» αναφέρεται στην «γυναικεία ουσία», αλλά ο γυναικείος μαζοχισμός είναι μια δυνατότητα για κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως φύλου. Ο Freud περιγράφει περιπτώσεις ανδρικών φαντασιών οι οποίες τους τοποθετούν σε θέσεις χαρακτηριστικές της θηλυκότητας (θεωρία περί αμφισεξουαλικότητας). Εντούτοις ο Blum (1976) όπως αναφέρεται στον Kernberg (1995) υποστηρίζει πως δεν είναι προφανές ότι τα κορίτσια αντλούν περισσότερη ευχαρίστηση πόνο απ'ότι τα αγόρια. Θεωρεί ότι ο γυναικείος μαζοχισμός είναι μάλλον μια κακή προσαρμογή (λύση) του κοριτσιού στις γυναικείες λειτουργίες και συγκρούσεις.

Στο βιβλίο του Henry de Montherlant (1936) με τον τίτλο "Les jeunes filles" περιγράφεται η τραγική αδυναμία ταύτισης με την γονεϊκή λειτουργία. Κατά τον συγγραφέα όλες οι ερωτικές σχέσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχία παρά την «γενετήσια πρωτοκαθεδρία» εξ'αιτίας του μύθου του κυρίαρχου αρσενικού στον πολιτισμό μας. Μέσα από τις περιπέτειες του ήρωα (ενός αντιήρωα) του βιβλίου φαίνεται ότι οι άνδρες και οι γυναίκες δε μπορούν παρά να φτάνουν σε μια αιώνια παρεξήγηση. Για τις γυναίκες, ο έρωτας ξεκινάει μέσα από τη σεξουαλική ικανοποίησης τους (μόλις κάνουν sex!) ενώ για τους άντρες ο έρωτας τελειώνει με το sex ( μόλις το κάνουν...). Οι γυναίκες είναι καμωμένες για ένα άντρα, ενώ ο άντρας είναι φτιαγμένος-και για πάντα- για όλες τις γυναίκες. Η ματαιότης είναι το κυρίαρχο πάθος του άντρα ενώ η ένταση των συναισθημάτων είναι η κυρίαρχη πηγή ευτυχίας για τις γυναίκες. Η ευτυχία των γυναικών προέρχεται από τον άντρα ενώ η ευτυχία του άντρα έρχεται μέσα απ'αυτόν τον ίδιο.

Η σεξουαλική ενόρμηση βρίσκει το αποκορύφωμά της κατά την εφηβεία. Η (πρωτογενής) σεξουαλική διέγερση μετατρέπεται σε ερωτική επιθυμία μέσω της διαδικασίας της «επιλογής του αντικειμένου». Η ερωτική επιθυμία λοιπόν είναι η ερωτική διέγερση όταν κατευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο: η ερωτική επιθυμία είναι αντικειμενοτρόπος. Με αυτήν την έννοια η ερωτική επιθυμία συνδέει την σεξουαλική διέγερση με τον κόσμο των εσωτερικευμένων σχέσεων αντικειμένου στο οιδιπόδειο υπόβαθρο της ψυχικής πραγματικότητας. Η ερωτική επιθυμία συνεισφέρει στην απαρτίωση των μερικών αντικειμένων σε σχέσεις με το όλον αντικείμενο.

Εντούτοις και η σεξουαλική διέγερση δε στερείται αντικειμένου: το αντικείμενό της είναι το πρωτόγονο «μερικό αντικείμενο». Κατά τον πρώτο-δεύτερο χρόνο της ζωής, η σεξουαλική διέγερση είναι διάχυτη και συνδεδεμένη με τις ερωτογενείς ζώνες. Η σεξουαλική διέγερση πηγάζει (αρχικά) από τον ερεθισμό των ερωτογενών ζωνών, αλλά καθώς εξελίσσεται συνιστά μια καθολική ψυχική εμπειρία η οποία δεν περιορίζεται στη διέγερση μιας συγκεκριμένης ερωτογενούς ζώνης, αλλά εκδηλώνεται ως ένα σύνολο ευχάριστων αισθήσεων ολοκλήρου του σώματος.

Αντίθετα από τη σεξουαλική διέγερση, η ερωτική επιθυμία είναι περισσότερο επεξεργασμένη και περισσότερο διαφοροποιημένη στο μέτρο κατά το οποίο απευθύνεται στη σχέση με ένα αντικείμενο. Κάτω από συνθήκες σοβαρής παθολογίας του ναρκισσισμού ή διάλυσης του εσωτερικευμένου κόσμου των αντικειμενοτρόπων σχέσεων το υποκείμενο μπορεί να οδηγηθεί σε ανικανότητα για ερωτική επιθυμία.

Προκύπτει τότε μάλλον ένα είδος διάχυτης μη επιλεκτικής και μη ικανοποιητικής σεξουαλικής διέγερσης ή -ακόμα χειρότερα-μια έλλειψη της ικανότητας του υποκειμένου να δοκιμάσει σεξουαλική ικανοποίηση (Kernberg 1995).

 

Απόσπασμα από τις σημειώσεις του ψυχολόγου, ψυχαναλυτή Σάββα Μπακιρτζόγλου, στο πλαίσιο τριήμερου βιωματικού σεμιναρίου (1-3 Νοεμβρίου 2013) του ΕΠΕΚΕΙΝΑ.


ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ