Ντάρεν Αρονόφσκι: Ποιος είναι ο σκηνοθέτης που σόκαρε τις Κάννες με το προκλητικό «Μother»

21 Οκτωβρίου 2017

Το αμφιλεγόμενο και προκλητικό Mother του Ντάρεν Αρονόφσκι με την Τζένιφερ Λόρενς και τον Χαβιέ Μπαρδέμ μόλις έφτασε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το κλειστοφοβικό, ψυχολογικό θρίλερ του αντισυμβατικού σκηνοθέτη δίχασε το κοινό, αποδοκιμάστηκε στις Κάννες (ενώ από άλλους χειροκροτήθηκε), σίγουρα όμως προσπάθησε να ψηλαφίσει κάθε πτυχή του σκοτεινού ανθρώπινου παράγοντα.

Με αυτή την ευκαιρία, ας θυμηθούμε γιατί οι ταινίες του Αρονόφσκι δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο…

«Οι περισσότερες από τις ταινίες μου χρειάζονται πολλά χρόνια για να γίνουν πραγματικότητα. Ο "Μαύρος Κύκνος" χρειάστηκε μια δεκαετία. Το "Noah" χρειάστηκε 20 χρόνια. Αυτή η ταινία έγινε πραγματικότητα μόλις σε πέντε ημέρες. Ηταν το πιο παράξενο πράγμα. Γεννήθηκε από το γεγονός πως ζούμε σε αυτόν τον πλανήτη και ενώ βλέπουμε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Είχα πολύ οργή και θυμό και ήθελα να τα συμπεριλάβω όλα σε ένα συναίσθημα», ήταν τα λόγια του σκηνοθέτη για το προκλητικό mother που άφησε άφωνους κοινό και κριτικούς.

Μία ταινία που θυμίζει λίγο τον Αντίχριστο του Τρίερ και λίγο το μωρό της Ρόζμαρι του Πολάνσκι. Ένα τεράστιο βικτωριανό σπίτι στη μέση του πουθενά, όπου τα πάντα είναι γεμάτα απειλές, συμβολισμούς,μυστηριώδη αντικείμενα. Ένα ερωτευμένο ζευγάρι που προσπαθεί να αποκτήσει παιδί, σε μία σχέση που βρίθει από εξαρτήσεις, φοβίες και ναρκισσιστικές προεκτάσεις. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, το ξέσπασμα της μανίας, της υστερίας, της βίας παίρνοντας πότε τη μορφή του άντρα και πότε της γυναίκας, ξεφεύγει από κάθε όριο, φτάνοντας σε ένα σημείο που ούτε καν μπορεί να διανοηθεί ο θεατής. Μία ταινία που μπορεί κανείς να λατρέψει (αν καταφέρει να την «πιάσει»), αλλά και να μισήσει με την ίδια αν όχι με τη μεγαλύτερη ευκολία.

 

 

Η ζωή του με μία ματιά

Ο Αρονόφσκι γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις 12 Φεβρουαρίου 1969 από τους Αβραάμ και Σάρλοτ Αρονόφσκι. Με τους γονείς του πήγαινε συχνά σε παραστάσεις του Μπρόντγουεϊ και έτσι άρχισε το ενδιαφέρον του για τις τέχνες. Το 1987 πέρασε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ όπου παρακολούθησε μαθήματα ανθρωπολογίας, κινηματογράφου και κινουμένων σχεδίων] με ειδίκευση στην κοινωνική ανθρωπολογία. Αποφοίτησε το 1991. Έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο ενώ φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο και κυνήγησε μια καριέρα στις ταινίες κινουμένων σχεδίων.  Βέβαια, σύντομα αντιλήφθηκε ότι ο κινηματογράφος είναι ο δικός του τρόπος να εκφράσει τις αντιλήψεις και τις απόψεις του. Η δημιουργία του στον κινηματογράφο είναι πολυσύνθετη μιας και ασχολείται με όλα τα παρελκόμενα του σινεμά εκτός της σκηνοθεσίας, γράφοντας, παίζοντας αλλά και προωθώντας ταινίες.

Ο σκηνοθέτης ήταν παντρεμένος με τη μούσα του και εκπληκτική  ηθοποιό Ρέιτσελ Βάις με την οποία απέκτησε και έναν γιο.  Χωρίσανε τον Νοέμβριο του 2010. Το γούρι του είναι να μην ξυρίζεται και να μην κόβει τα μαλλιά του κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.  Οι αδελφοί Νταρντέν ήταν πάντοτε το πρότυπο, οι ήρωες του, όπως έχει ο ίδιος αναφέρει σε αρκετές συνεντεύξεις του.

Οι ταινίες που σημάδεψαν την καριέρα του:


π (Αμερική/1998) – “Oι εμμονές ως κινητήριος δύναμη"



Ο σκηνοθέτης συστήνεται στο κοινό. Μια ταινία ηλεκτροσόκ για την ανθρώπινη φύση. Είναι η αρχή του χαοτικού σύμπαντος που διέπει το σκηνοθέτη και τον ακολουθεί σαν αχώριστο ταίρι σε όλη την καριέρα του. Όπως ο πρωταγωνιστής, έτσι και ο σκηνοθέτης δεν κρύβει λόγια και δε διστάζει να βυθιστεί στο χάος του ανθρώπινου εγκεφάλου, όσο αποκρουστικό και αν μοιάζει.

Υπόθεση: Ο Μαξ Κοέν, ένας ευφυής μαθηματικός, τα τελευταία δέκα χρόνια προσπαθεί να ξεκλειδώσει τον μυστικό κώδικα που διέπει το υλικό και άυλο σύμπαν.. Καθώς ο Μάξ πλησιάζει στη λύση, το χάος κατακλύζει τον κόσμο γύρω του και αγγίζει τα όρια της τρέλας. Ταυτόχρονα καταδιώκεται από μια χρηματιστηριακή εταιρεία της Wall Street και μια παραθρησκευτική ομάδα με την ελπίδα να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις του Μάξ προς όφελός τους. Ταλαντευόμενος στο χείλος του γκρεμού της ψυχικής του υγείας, πρέπει να διαλέξει μεταξύ τάξης και χάους, ιερού και βλάσφημου, γνώσης και αγνοίας και να αποφασίσει αν μπορεί να αντιμετωπίσει την επιβλητική δύναμη της ανακάλυψης του.

 Ο Αρονόφσκι σκηνοθετεί με μεγάλη δύναμη. Ενισχύει τη χαοτική ατμόσφαιρα, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα μοναδικά κοντινά πλάνα αλλά και τα καρέ του. Παράλληλα δημιουργεί μία ένταση καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας και μία κλειστοφοβική ατμόσφαιρα με έναν -όχι απόλυτα-μινιμαλιστικό τρόπο αλλά σε κάθε περίπτωση με απίστευτη οικονομία. Και επίσης διαρκώς η κάμερα (πλην απειροελαχίστων εξαιρέσεων) είναι πάνω στον Μαξ. Βλέπουμε τα πάντα και τους πάντες μέσα απ' την οπτική γωνία του Μαξ. Διεισδύουμε σιγά σιγά στον δικό του κόσμο μέχρι να οδηγηθούμε στο τρομερό φινάλε!

Ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση προσφέρει η μουσική επένδυση. Σε συνεργασία με τον εκπληκτικό Clint Mansell, δημιουργούν μια σύνθεση απολύτως ταιριαστή με την εικόνα. Σκηνοθετικό ντεμπούτο, με ασπρόμαυρη φωτογραφία, έντονο κοντράστ, εφιαλτική κίνηση στην κάμερα, αποπνικτική μουσική υπόκρουσης. Και ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης του ανεξάρτητου σινεμά, μας μιλάει για τις εμμονές. Τις εμμονές που μπορεί να έχει κάποιος και τις οδυνηρά τρομακτικές συνέπειες που μπορεί να έχουν τόσο στον ίδιο όσο και στους γύρω του. Συγκεκριμένα εδώ, ο Μαξ με την εμμονή που δείχνει στο να πετύχει το στόχο του, απομονώνεται αργά αλλά σταδιακά από την καθημερινότητά του, τις ανθρώπινες σχέσεις, την αγάπη, και εν τέλει την ίδια τη ζωή. Στο π , που υπογραμμίζεται η ανθρώπινη μεγαλομανία, η ελκυστικότερη πρόκληση είναι μια ρεαλιστική βουτιά στα άδυτα και στους λειτουργικούς μηχανισμούς του "ονειρικού" ανθρώπινου εγκεφάλου. 


Το «π» κέρδισε πολλά βραβεία, σημαντικότερο εκ των οποίων το Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σάντανς το 1998.

Ρέκβιεμ για ένα όνειρο (Αμερική/2000) – “We got a winner. Unfortunately…”


Στην αμέσως επόμενη ταινία του ο Αρονόφσκι σημαδεύει πια το μάκρο. Ο μικρόκοσμος του ανθρώπου παραμερίζεται για να αναδειχθεί η κοινωνία και το αμερικάνικο όνειρο μέσα από μια μακρο-κοινωνιολογική οριοθέτησης . Βασισμένο στην νουβέλα του HUBERT SHELBY JR δούλεψε 3 ολάκερα χρόνια για τη δημιουργία της με την ίδια ομάδα παραγωγής.

Η ταινία διαδραματίζεται στην Αμερική στην καρδιά ενός φτωχού-γκετοποιημένου περιβάλλοντος. Μια παρέα 3 ατόμων (Harry,Marion,Tyrone) εθισμένων στα ναρκωτικά, αλλά ταυτόχρονα και φιλόδοξη προσπαθεί να βρει τον τρόπο να κερδίσει την δόση της αλλά και χρήματα μέσα απ' το μικρό-εμπόριο ηρωίνης. Πρόκειται για παιδιά απομονωμένα απ' τον κόσμο, με χλιαρούς δεσμούς με τις οικογένειες τους αλλά ταυτόχρονα φιλόδοξα και ονειροπόλα. Ο Harry(Jared Leto) έχει ερωτική σχέση με την Marion(Jennifer Connelly), σε έναν απομακρυσμένο κόσμο απ' του περιβάλλοντος τους, τελείως ρομαντικό διοχετευμένο με τα ειλικρινή όνειρά τους. Ωστόσο αυτή η σχέση θρέφεται σε μεγάλο βαθμό απ' την ηρωίνη πράγμα που θα την κάνει ανίσχυρη στο γεγονός της έλλειψης δόσης. Ο Tyrone(Marlon Wayans) βιώνοντας μια φτωχή σε υλικά αγαθά και ανέσεις παιδική ηλικία εκφράζει την φιλοδοξία για την διαφυγή απ' αυτή την κατάσταση σε μια προσπάθεια υλικής συγκομιδής αλλά και κοινωνικής ανέλιξης. Παράλληλα η Sara (Ellen Burstyn) μητέρα του Harry, παρουσιάζεται ως ένα μοναχικό άτομο, φθαρμένο απ' τον πόνο και εσωτερικά μοναχικό με έντονο αίσθημα ανασφάλειας πράγμα που θα την οδηγήσει σε μια υπερβολική αγάπη με την τηλεόραση. Και στον πόθο της να γίνει ένα με αυτή προσπαθεί μια δίαιτα με φάρμακα που θα την οδηγήσει σταδιακά αλλά και ραγδαία στην εσωτερική καταστροφή στην πιο έντονη έκφραση της ψυχολογικής ασθένειας. Ένας συμβολισμός της φθοράς των ατόμων μέσα απ' την απομόνωση, τον πόνο, και την έλλειψη συνείδησης που οδηγεί τον άνθρωπο στον αφανισμό του πνεύματος του. Τέλος, η ζωή όλων των ηρώων θα τους επιφυλάξει και απ' ένα εφιαλτικό τέλος.

Ο Αρονόφσκυ κάνει μια σπουδή στην εμμονή των ανθρώπων και την αδυναμία τους να αντισταθούν στους πειρασμούς, αλλά και τις υπερφίαλες φιλοδοξίες τους. Δεν «μασάει» και δείχνει ωμή την αλήθεια, χωρίς να το παρακάνει με στιλιζαρισμένη και εφετζίδικη σκηνοθεσία, όπως άλλοι συνάδελφοι του, αλλά κοιτάζοντας την ουσία των πραγμάτων και το βαθύτερο νόημα τους. Μπαίνει στο πετσί της ανθρώπινης ψυχολογίας και εστιάζει σε όλα εκείνα που τον διαφθείρουν ηθικά, αλλά και την αιτιολογία. Η κάμερα όμως του Darren Aronofsky είναι αυτή που θα κάνει την διαφορά. Με γρήγορα πλάνα περασμένα από ένα εθιστικό μοντάζ και tricks διαφημιστικού χαρακτήρα που αποτυπώνονται στο υποσυνείδητο του θεατή δημιουργεί καθ' όλη την διάρκεια την πιο δυνατή ατμόσφαιρα παραθέτοντας μας την πιο ακίνδυνη δόση ναρκωτικών. Το soundtrack (ένα απ' τα καλύτερα στην ιστορία του κινηματογράφου) χτυπάει τα πλήκτρα της ψυχής του θεατή κουρδίζοντας τον και κάνοντας τον μέτοχο σε μια πολύ σκληρή ταινία με δογματικό ύφος απαισιοδοξίας. Τα ηθικά νοήματα κατά των ναρκωτικών παραμερίζονται στα πλαίσια μιας ρεαλιστικής αφήγησης που θα δώσει στον θεατή την ευκαιρία να διαμορφώσει την ταινία μέσα απ' τα συμπεράσματα που γεννιούνται στον δικό του εσωτερικό κόσμο! Επίσης η ταινία αναδεικνύει και ένα κοινωνικό περιβάλλον, τονίζοντας τις αρνητικές συνέπειες των υλικών αγαθών και της εσωτερικής φθοράς (μέσα απ' την ιστορία της Sara) αλλά και τα αποτελέσματα ταραχωδών παιδικών ηλικιών (σε ευρυζωνικά επίπεδα), μέσα από καταστάσεις πόνου, και το αίσθημα της άρνησης της μορφής της κοινωνίας.

Το Requiem για ένα όνειρο είναι μια ταινία που θα αγαπηθεί απ' όλο το κοινό συνθέτοντας την πιο σκοτεινή αλλά και ρεαλιστική ταυτόχρονα ατμόσφαιρα που μπορείς να φανταστείς σε ταινία ανάλογου θεματικού περιεχομένου. Ερμηνείες κυρίως των Jennifer Connelly, Ellen Burstyn και Jared Leto είναι άξιες σεμιναρίου. Πρώτος όμως το σεμινάριο πρέπει να δώσει ο Darren Aronofsky με μια τελείως μοντέρνα αλλά ταυτόχρονα άκρως αποτελεσματική σκηνοθεσία. Ένω άξιου λόγου είναι το τελευταίο δεκάλεπτο που κυριολεκτικά δε σ' αφήνει να αναπνεύσεις ταξιδεύωντας στο φριχτό προορισμό των πρωταγωνιστών με ακαριαίες εναλλαγές πλάνων σε μια κινηματογραφική οντότητα που δεν ξέρω αν μπορείς να ξανά-συναντήσεις.

 Η πηγή της ζωής ( Αμερική/2006) – “ Εικαστικό ντελίριο… με δόση ανακούφισης"


"Η Πηγή της Ζωής" είναι μία ιστορία για τον έρωτα και για την ημερομηνία λήξης της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο σκηνοθέτης Ντάρεν Αρονόφσκι είχε την ιδέα για το σενάριο όταν συνειδητοποίησε ότι μπορεί πολλοί πολιτισμοί να έχουν μύθους και παραδόσεις για την αναζήτηση της αθανασίας, λίγες όμως είναι οι ταινίες που έχουν πραγματευτεί το θέμα αυτό.

"Η επιθυμία να ζήσουμε για πάντα υπάρχει βαθιά μέσα στην κουλτούρα μας. Καθημερινά όλος ο κόσμος προσπαθεί να βρει τρόπους που θα τον κάνουν να δείχνει νεότερος" λέει ο Αρονόφσκι. "Ας αναλογιστούμε την επιτυχία τηλεοπτικών σειρών όπως το 'Extreme Makeover' και 'Nip/Tuck'. Οι άνθρωποι προσεύχονται να παραμείνουν νέοι και συχνά αρνούνται ότι ο θάνατος είναι και αυτός κομμάτι της ζωής. Τα νοσοκομεία ξοδεύουν άπειρα χρήματα για να κρατήσουν ανθρώπους ζωντανούς. Φαίνεται ότι μας απασχολεί τόσο πολύ το πώς θα διατηρήσουμε το σώμα που ξεχνάμε το πνεύμα. Έτσι, αυτό είναι ένα από τα κεντρικά θέματα που ήθελα να θίξω στην ταινία: Μήπως ο θάνατος είναι που μας κάνει ανθρώπινα όντα και, αν μπορούσαμε να ζήσουμε για πάντα, τότε θα χάναμε την ανθρωπιά μας;"

Η Πηγή Της Ζωής..” που πάει το μυαλό σας διαβάζοντας αυτή την έκφραση; Σίγουρα στην αιώνια ζωή που προσπερνά το εμπόδιο του θανάτου για πάντα, δηλαδή στην αθανασία. Ο Αρονόφσκι φέρνει στο νου του την ίδια σκέψη αλλά από την δικιά του σκοπιά, έχει μια διαφορετική άποψη για την “Πηγή Της Ζωής” την οποία και καταθέτει με τόλμη. Αναφέρεται με μαεστρία σε πολύ σοβαρά θέματα (Αθανασία, Μετενσάρκωση, Θρησκεία), τεκμηριώνοντας την άποψη του και δικαιολογώντας την.

Μια φιλοσοφική ματιά πάνω στα σημαντικότερα στοιχεία της ύπαρξης μας, στη ζωή και στο θάνατο, δύο έννοιες που έχουν ταυτιστεί με το καλό και το κακό, την χαρά και το φόβο. Ότι και να κάνουμε όμως θα συνυπάρχουν για αυτό πρέπει να τα δεχτούμε και τα δύο. Ο Αρονόφσκι είναι ο δημιουργός των επιτυχιών: "π" και "Ρεκβιέμ για ένα όνειρο". Ο σκηνοθέτης, αναφερόμενος σε ένα από τα κεντρικά θέματα που ήθελε να θίξει στην ταινία, δήλωσε: “Μήπως ο θάνατος είναι που μας κάνει ανθρώπινα όντα και, αν μπορούσαμε να ζήσουμε για πάντα, τότε θα χάναμε την ανθρωπιά μας;”

Ένας ύμνος για τη ζωή και την αγάπη και μια προσπάθεια απομυθοποίησης της τραγικότητας του θανάτου.

Γλυκόπικρο ταξίδι, στο ρομαντικό παραλήρημα των αισθήσεων, πραγματικό ΚΟΜΨΟΤΕΧΝΗΜΑ με την πλήρη σημασία της λέξεως.

Ο σκηνοθέτης πια δείχνει ώριμος, ευέλικτος και πιο κοντά στα χολιγουντιανά μοτίβα.

 Ο παλαιστής(Αμερική/2008) – "Επιστροφή στις ρίζες"

Ένας απόμαχος επαγγελματίας παλαιστής, ο Ράντι «The Ram» Ρόμπινσον εξακολουθεί να αγωνίζεται στο «ανεπίσημο» κύκλωμα προκειμένου να παραμένει σε φόρμα. Το όνειρό του να επιστρέψει για να αντιμετωπίσει τον πρώην αντίπαλό του σε μια εμφάνιση.

Μία από τις ταινίες που άφησαν έντονο το στίγμα τους, στην δεκαετία που μας πέρασε, ήταν ο Παλαιστής. Μία δραματική ιστορία με κοινωνικές προεκτάσεις, ρεαλιστικούς διαλόγους και μία από τις καλύτερες ερμηνείες ενός καμένου χαρτιού των 90ς που με αυτή του την κίνηση δείχνει το μεσαίο δάχτυλο στο παρελθόν, μπορώντας πλέον να ατενίζει με αυτοπεποίθηση το ελπιδοφόρο μέλλον. Μία ταινία ύμνος στην διαφορετικότητα, την απομόνωση αλλά και με μία ειρωνική διάθεση προς το αβέβαιο μέλλον.

Η επιλογή του Mickey Rourke μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί μιας και ο κάποτε γοητευτικός σταρ του Hollywood πέρασε από πολλά κύματα μέχρι να δει την καριέρα του σιγά-σιγά να παίρνει την ανιούσα και δικαιολογημένα του χάρισε μία υποψηφιότητα στα Βραβεία Όσκαρ, εκεί που όμως είχε την ατυχία να πέσει πάνω στον Sean Penn.

Το σενάριο απλό αλλά καλογραμμένο, η σκηνοθεσία με τα πλάνα που ακολουθούν τον Ρουρκ ακόμα και στην τουαλέτα όσο και το επικό φινάλε είναι κάποιοι από τους πολλούς λόγους που αυτή η ταινία ξεσήκωσε κοινό και κριτικούς.

Μία ταινία που ακουμπάει σε ευαίσθητες χορδές, δεν χαϊδεύει τα αυτιά της αμερικανικής κοινωνίας ενώ προτάσσει τα στήθη σε μία ενδεχόμενη διαφορετικότητα. Είναι ένα φιλμ που θα εκτιμήσουν όλοι όσοι χάθηκαν στον λαβύρινθο που μόνοι τους έστησαν αλλά και ένα έργο σταθμός στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας.

Ο Aronovksy μας ρίχνει στο καταθλιπτικό του υπόκοσμο, χωρίς ανάσα αναμένοντας το λυτρωτικό τόσο για τον Rurke όσο και για εμάς φινάλε. Έτσι και αλλιώς η κοινωνία είναι ένα ρινγκ, και εμείς οι αγωνιστές που περιμένουν τον ήχο από το καμπανάκι για να περάσουμε στον επόμενο γύρο.

Αντί επιλόγου μία ταινία που θα δουν λίγοι, αλλά τυχεροί. Ένα φιλμ για ανοιχτά μυαλά με την απλότητα και τον ρεαλισμό που διέπει την ζωή ενός απλού καθημερινού ανθρώπου, στην πιο δύσκολη μάχη της ζωής του, αυτή ως αντίπαλου με τον ίδιο του τον εαυτό.

Συνοπτικά η σκηνοθετική ματιά του Aronovsky είναι αυτή που δίνει στο φιλμ την απαραίτητη ώθηση, ενώ ο Rourke, στην καλύτερη παράσταση της ζωής του αποδεικνύει ότι έχει ακόμα πολλά να προσφέρει, σε μία ερμηνεία σταθμό της δεκαετίας που μας πέρασε. Ο Darren Aronofsky, μέσα από την φθορά ενός σώματος παρακολουθεί της γενικότερη παρακμή. Την παρακμή του πνεύματος -όχι ενός ανθρώπου- αλλά της ανθρωπότητας. Η παλαίστρα της ακόρεστης αιματοχυσίας και της ανελέητης πάλης, ως παραγόμενο των στρεβλωμένων καταναλωτικών επιθυμιών ορισμένων επιτήδειων κερδολάγνων. Το ξεπούλημα της ψυχής και της αξιοπρέπειας για λίγα ψίχουλα αναπνοής. Για την ικανοποίηση μιας μαζικώς αυνανιζόμενης κοινωνίας. Σε κάθε χώρο. Πόσο απέχουν μεταξύ τους οι "οπαδοί" του ρινγκ, οι ηδονοβλέπτες του στριπτιτζάδικου και η φιλήσυχη πελατεία ενός supermarket; Ο σκηνοθέτης φροντίζει, με πονηριά, να τους αναμείξει μεταξύ τους. Πόσο διαφέρει ένας ιδιωτικός μικρο-υπάλληλος με έναν wrestling star; Και οι δύο, ξεπουλώντας ότι εσωτερικό έχει μείνει, αναπνέουν λαθραίως στην καρδιά του ΕΝΟΣ και στημένου κόσμου.

Η φθορά του χρόνου είναι διάχυτη στο σύμπαν του "Wrestler". Ο χρόνος που μας ξερνάει επαναλαμβανομένως και καθημερινά. Οι μώλωπες στο κατασχισμένο σώμα του Rourke δεν είναι παρά τα ίχνη από τα αθεράπευτα τραύματα της ψυχής. Και η εμμονή στο Wrestling πεισματική και αδιάκοπη. Η αυταπάτη της επιδιόρθωσης διαρκής. Με μια εγχείρηση, με "μαγικά" σκευάσματα, με συρραφές στον παρθενικό υμένα, που σπάζεται επανειλημμένως από τα βίαια χτυπήματα στο φτιαχτό τσίρκο της καθημερινότητας. Μέχρι τον οριστικό αφανισμό. Μέχρι η ζωή να αποβάλλει τελεσίδικα το έμβρυο στην κοιλάδα του θανάτου. Πρωτίστως ψυχικά και έπειτα σωματικά.

 Μαύρος Κύκνος(Αμερική/2010) – “ Σκηνοθετικό σκάκι… επί πάγου”


Ο Ντάρεν Αρονόφσκι μετά από μια σειρά αξιοπρόσεκτων έργων(Pi, The Fountain, Ρέκβιεμ για ένα όνειρο, Παλαιστής)  παρουσίασε στη Μόστρα την πιο ώριμη του ταινία (εμπνευσμένη από την  τρίτη σκηνή της Λίμνης των Κύκνων) θέτοντας από νωρίς τις βάσεις για μία από τις καλύτερες ταινίες του έτους.

Ο Αρονόφσκι χρησιμοποίησε στο έπακρον τη σκηνοθετική του αρτιότητα. Ο “Μαύρος Κύκνος” δεν είναι απλά ένα ψυχολογικό θρίλερ, είναι ένα μεστό κομψοτέχνημα, άριστα σκηνοθετημένο ,με την αριστουργηματική μουσική του Τσαικόφσκι στο προσκήνιο, και την Πόρτμαν στο καλύτερο ρόλο της καριέρας της.

Η 28χρονη Νίνα ένα μεγάλο ταλέντο του μπαλέτου, πέφτει ψυχολογικά την στιγμή που ετοιμάζεται να ερμηνεύσει τον διπλό  ρόλο “ Άσπρο και Μαύρο Κύκνο” .  Το τελευταίο διάστημα βρίσκεται στα όρια της κατάθλιψης, ανορεξική, με σημάδια στο κορμί, είναι έτοιμη να παραδοθεί άνευ όρων. Ο Τόμας Διευθυντής  του μπαλέτου προσπαθεί να την ενθαρρύνει αλλά φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα. Η νέα και ανταγωνιστική Λίλη που προστίθεται στην ομάδα την τελευταία στιγμή, είναι η αφορμή της Νίνα να βγει έστω και για λίγο από τον φαύλο κύκλο της ψυχολογικής ανισορροπίας και των φαντασιώσεων και να προσπαθήσει να κερδίσει το στοίχημα της επανόδου θριαμβευτικά στην πρεμιέρα της παράστασης. Αν θα τα καταφέρει και πως το αφήνουμε να το δείτε στις αίθουσες.

Η ταινία με μια πρώτη “ ανάγνωση” μας έφερε στο νου το “Ρέκβιεμ για ένα όνειρο ” όσον αφορά τα κοντινά πλάνα αλλά και την ανθρώπινη πτώση. Είτε αφορά τον εθισμό στις ουσίες ή όπως εδώ με την Νίνα σε πλήρη απόγνωση, φαίνεται ξεκάθαρα πόσο πολύ απασχολεί το ζήτημα αυτό τον σκηνοθέτη.Είναι αλήθεια πως ο Αρονόφσκι ασχολείται συστηματικά με το θέμα. Δεν ήταν μόνο το “Ρέκβιεμ”, για παράδειγμα στον “Παλαιστή” επέλεξε τον για χρόνια κινηματογραφικά αφανή Μίκι Ρουρκ για την ερμηνεία του πρωταγωνιστικού ρόλου ,δίνοντας του μια δεύτερη ευκαιρία την στιγμή που η Χολιγουντιανή Βιομηχανία του γύρισε την πλάτη.

Όσοι είδατε τον “Παλαιστή” θυμηθείτε τον τρόπο που ακολουθούσε η κάμερα τον Μίκι Ρουρκ. Και εδώ ο σκηνοθέτης επιλέγει την κατά πόδας παρακολούθηση της Πόρτμαν. Με αυτό τον τρόπο δείχνει όλα τα στάδια που ένα άτομο που έχει μπροστά του μια λαμπρή καριέρα μπορεί  τελικά χάσει τα πάντα όταν ο αυτοέλεγχος πάψει να υπάρχει.

Ταυτόχρονα αναδεικνύει την ένταση, τον φόβο και κρατά καθηλωμένο το κοινό και με ένα άλλο στοιχείο. Την διαρκή εναλλαγή μεταξύ φωτεινότητας και σκοταδιού. Ευφυέστατη κίνηση που την είδαμε παλαιότερα και στο π.

Ο Μαύρος Κύκνος είναι ο ορισμός ενός έξοχου ψυχολογικού θρίλερ. Σπουδαία η έμπνευση του Αρονόφσκι να γυρίσει τέτοιο φιλμ, εξαιρετικό και το γυναικείο καστ. Η Νάταλι Πόρτμαν απλά δεν παίζεται. Τα εμπόδια που τίθενται στο δρόμο της, ο ανταγωνισμός, ο περίεργος αλλά κατανοητός ρόλος της μητέρας της, ο πόνος της ψυχής της αναδεικνύονται με τέτοιο τρόπο που ακόμα και το προβλέψιμο τέλος αποκτά μια δραματική –συγκινητική διάσταση εξαιτίας της ερμηνείας της.

Και μπορεί η τελευταία του δουλειά, το Mother, να είναι η πιο αμφιλεγόμενη ταινία των τελευταίων χρόνων, παρ' όλα αυτά ο δημιουργός της είναι αναμφισβήτητα ένας από τους σκηνοθέτες που ξέρουν να βάζουν ερωτήματα και να ανοίγουν προβληματισμούς γύρω από κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης.




ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ