Θεόφιλος Σεχίδης: Ποιος είναι ο «Xάνιμπαλ Λέκτερ» της Έλλαδας – Ένα βήμα πριν την αποφυλάκιση

23 Οκτωβρίου 2017

Η  ιστορία του 24χρονου φοιτητή Νομικής από την Καβάλα Θεόφιλου Σεχίδη είχε κάνει τον γύρο του κόσμου. Ήταν Αύγουστος του 1996, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο νεαρός είχε δολοφονήσει τον 55χρονο πατέρα του Δημήτρη, την 50χρονη μητέρα του Ελένη, την 32χρονη αδελφή του Ερμιόνη, την 75χρονη γιαγιά του Ερμιόνη και τον θείο του Βασίλη, 57 χρόνων.  Ο άνθρωπος αυτός είναι ένα βήμα πριν την αποφυλάκιση. Φέρεται μάλιστα να θέλει να επιστρέψει στο νησί που έγιναν οι δολοφονίας, στη Θάσο.

Η πενταπλή δολοφονία είχε διαπραχθεί στις 19 και 20 Μαΐου 1996. Ο Σεχίδης δολοφόνησε τα μέλη της οικογένειάς του, στη συνέχεια τεμάχισε τα πτώματά τους, τα τοποθέτησε σε πλαστικές σακούλες και τα μετέφερε με το αυτοκίνητό του με φεριμπόουτ στην Καβάλα, όπου τα εξαφάνισε στο σκουπιδότοπο της Νέας Κάρβαλης. “Τους  ξέκανα πριν με ξεκάνουν”, είχε πει τότε στους αστυνομικούς. “Tους σκότωσα, γιατί δεν μου αποκάλυπταν ποια ήταν η πραγματική μου μητέρα”, δήλωσε στο δικαστήριο, που τον καταδίκασε πέντε φορές ισόβια.

Κυνικός μέχρι την τελευταία στιγμή της ανάκρισης, εξέπληξε μέχρι και τους αστυνομικούς με την ψυχρότητα με την οποία αντιμετώπιζε όσα έκανε. “Τι ήταν η πέμπτη, αφού είχα σκοτώσει τους τέσσερις”, είχε πει για τη γιαγιά του.

 

Δολοφόνος – Ροκ Σταρ

Έξι μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1997, κι ενώ εκκρεμούσε ακόμα η διεξαγωγή της δίκης του, ο Θ. Σεχίδης έδωσε μία ακόμα συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κ. Ρόκκο για το περιοδικό «Max». Στην συνέντευξη αυτή, ο Θ. Σεχίδης αναφέρθηκε κυρίως στη ζωή του στη φυλακή, στον ρόλο των Μ.Μ.Ε. στην υπόθεσή του, στις σχέσεις του με τους συγγενείς και τους συγχωριανούς του, την επικείμενη δίκη του και πώς θα αντιμετώπιζε τη ζωή του αν το δικαστήριο τον αθώωνε:

«Έχω ηρεμήσει. Έχω μπει στην ατμόσφαιρα της φυλακής και περιμένω, πλέον, τη δίκη. Αν και τα αποτελέσματα, σχεδόν, τα γνωρίζω εκ των προτέρων. (…) Ξέρω πολύ καλά (…) τι με περιμένει στη δίκη. (…) Έχει γίνει πραγματογνωμοσύνη από δύο ψυχιάτρους. Οι προφορικές εξετάσεις έχουν τελειώσει, κάναμε δηλαδή κάτι συζητήσεις, έχω βγάλει και εγκεφαλογράφημα, αλλά δεν γνωρίζω ακόμη τα αποτελέσματα. Αυτά τα αποτελέσματα θα δοθούν στην εισαγγελία (…) και στη συνέχεια θα οριστεί η ημερομηνία της δίκης. Εγώ, βέβαια, το αποτέλεσμα το ξέρω. Εις θάνατον: αυτό περιμένω.

»(…) Η ημέρα μου στη φυλακή περνάει με λίγο διάβασμα, λίγη τηλεόραση (…). Φασαρίες δεν δημιουργούνται και δεν έχουμε προβλήματα. (…) Με τους άλλους κρατούμενους, οι σχέσεις μου είναι καλές. Δεν έχω κανένα πρόβλημα αν και στο κελί είμαστε πολλοί, δέκα άτομα. Ζήτησα ν’ αλλάξω θάλαμο, αλλά δεν μ’ αλλάζουν. Το θέμα είναι ότι δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτούς. Θα ήθελα να ήμουν μόνος μου. Το ‘χω ζητήσει, αλλά μέχρι στιγμής δεν μου έχουν απαντήσει.

»(…) Η φυλακή είναι χώρος τιμωρίας. Όμως έχω ηρεμήσει. Κι αν βρισκόμουνα μόνος σ’ ένα κελί, θα επέμενα να μείνω μέσα ακόμη κι αν ήθελαν να με βγάλουν έξω. Τόσο πολύ ευχαριστημένος θα ήμουνα, αλλά με την προϋπόθεση να ήμουνα μόνος.

»(…) Δεν παίρνω εφημερίδα και δεν ξέρω τι γράφουν για μένα. Αλλά νομίζω πως ό,τι έχει γραφτεί μέχρι τώρα είναι εσφαλμένο. (…) Όλοι οι άλλοι μιλάνε από μόνοι τους, χωρίς να έχω μιλήσει εγώ μαζί τους. Ό,τι γράφουν είναι εσφαλμένο. Λένε για σατανισμούς, ότι έχω πετάξει στη θάλασσα τα πτώματα, ότι τα έχω πετάξει στο βουνό, γράφουν ό,τι θέλουν.

 

Τα Μ.Μ.Ε της εποχής

Η υπόθεση Σεχίδη έχει χαρακτηριστεί ως μια από τις πιο αποτρόπαιες μορφές ακραίας εγκληματικότητας στα αστυνομικά χρονικά. Οι πέντε δολοφονίες που διέπραξε ο 24χρονος τότε φοιτητής της Νομικής, Θεόφιλος Σεχίδης, με ειδεχθή μάλιστα τρόπο και σε διάστημα μικρότερο του ενός 24ώρου, προκάλεσαν σοκ στην ελληνική κοινωνία και αναλύθηκαν μέσα από πολυάριθμα ρεπορτάζ από τον δημοσιογραφικό κόσμο. Ταυτόχρονα άνοιξαν μια νέα σελίδα στην έρευνα της εγκληματικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα.

Ο Τύπος της εποχής έκανε αναφορά στο «έγκλημα του αιώνα». Τόσο ο ειδεχθής τρόπος με τον οποίο ο Σεχίδης διέπραξε τα εγκλήματά του, όσο και το γεγονός ότι η εγκληματική του δράση στόχευε σε μέλη της ίδιας του της οικογένειας, ήταν τα στοιχεία εκείνα που άφησαν κυριολεκτικά άφωνη την ελληνική κοινωνία και απασχόλησαν με εκτενή ρεπορτάζ τα μίντια.

Ο Σεχίδης εντάσσεται στην εγκληματολογική κατηγορία των «μαζικών δολοφόνων», δεδομένου ότι σκότωσε στο ίδιο μέρος και εντός 24 ωρών πέντε άτομα, τα οποία μάλιστα ήταν συγγενικά του πρόσωπα. Αυτό, ωστόσο, που χρήζει  επισήμανσης είναι  ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε η υπόθεση από τον Τύπο της εποχής και προκαλεί αρκετά ερωτηματικά ως προς το εάν οι δημοσιογράφοι κάλυψαν την υπόθεση επαρκώς, δίνοντας απαντήσεις σε ουσιαστικά ζητήματα, ή απλώς έφτιαξαν μια εικόνα που περισσότερο ταίριαζε σε ταινία θρίλερ.

Οι τίτλοι που χρησιμοποιήθηκαν από τον Τύπο εκείνη την περίοδο ήταν πολύ έντονοι –βαρύγδουποι- και, αναμφίβολα, εξακολουθούν μέχρι σήμερα να προκαλούν ανατριχίλα στον αναγνώστη. Όσον αφορά το προφίλ του Σεχίδη, η έμφαση δόθηκε στην «φρικιαστική» εικόνα του, που προκαλεί σοκ και δέος. Δεν τέθηκε το καίριο ερώτημα εάν με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και ενημέρωση της οικογένειας, η οποία από ντροπή για το «κοινωνικό στίγμα» δεν αποδεχόταν το πρόβλημα και προσπαθούσε να το κρύψει, θα μπορούσαν να αποτραπούν τα εγκλήματα.

Στις 11-8-1996 διαβάζουμε «Σφαγέας χωρίς μετάνοια: Συγκλονισμένη η Κοινή Γνώμη από το αγριότερο έγκλημα όλων των εποχών». Στο ίδιο "μήκος κύματος" κινούνται όλοι οι τίτλοι, οι οποίοι επέλεξαν "σκληρή" γλώσσα, όπως «αμόκ αίματος» και το «έγκλημα του αιώνα».

Χρησιμοποιήθηκαν επίσης συγκεκριμένοι χαρακτηρισμοί που αναπαρήγαγαν κοινωνικά στερεότυπα και συσχέτισαν a priori την ψυχασθένεια με το έγκλημα. Το Σάββατο, 10 Αυγούστου 1996, διαβάζουμε στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος: «Παρανοϊκά ψύχραιμος. Διαβολικά έξυπνος. Με τάσεις κανιβαλισμού: Ο γιος του Φράνκεσταϊν».

Την Κυριακή, 11 Αυγούστου 1996, διαβάζουμε στην εφημερίδα Απογευματινή της Κυριακής: «ΝΕΕΣ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΑΠΛΗ ΣΦΑΓΗ: Ο κανίβαλος τους τεμάχιζε… ακούγοντας Τσαϊκόφσκι».

Εκτεταμένη έρευνα σε ανάλυση δημοσιευμάτων για την υπόθεση Σεχίδη, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Σεχίδης χαρακτηρίστηκε από μεγάλο αριθμό δημοσιευμάτων: «σαλεμένος», «παράφρων», «Χάνιμπαλ Λέκτερ», ενώ έμφαση δόθηκε στο ότι άκουγε κλασική μουσική…

Εκτενείς αναφορές έγιναν και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά του, στιγματίζοντας με αυτό τον τρόπο άτομα που δεν ανταποκρίνονται στα «πρότυπα ομορφιάς». Διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε δημοσίευμα: «Με την α λα Τσαρλς Μάνσον φάτσα του, τα παγωμένα του χαμόγελα σε άσχετες στιγμές και τις παρανοϊκές του ατάκες, ο Σεχίδης έδινε μια τέλεια εικόνα ψυχοπαθούς. Πάντως οι γιατροί που τον εξέτασαν, απεφάνθησαν ότι δεν ήταν παράφρων, απλά ψυχικά άρρωστος. Η φιγούρα του ωστόσο, ενέπνευσε τον τρόμο σε όλους όσοι τον γνώρισαν ή τον είδα να κοιτά με «εκείνο» το βλέμμα τις τηλεοπτικές κάμερες. Αρχές του τρέχοντος έτους απειλούσε να αιματοκυλήσει τον Κορυδαλλό στον οποίο κρατείται. Βάσει του πρότερου έντονου βίου του, οι υπεύθυνοι των φυλακών συμπέραναν ότι δεν έκανε πλάκα».

Δίκη και Ετυμηγορία

Με τη δικογραφία που σχηματίσθηκε σε βάρος του, ο Θεόφιλος Σεχίδης οδηγήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Καβάλας και του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονίες κατά συρροή, οπλοφορία, οπλοχρησία και οπλοκατοχή, όπως επίσης και για περιύβριση νεκρού. Παρόλο που ο Σεχίδης είχε υποβάλλει έφεση, στις 2 Ιουνίου 1998, την απέσυρε, δηλώνοντας: «Δεν έχω τίποτα καινούριο να παρουσιάσω στο δικαστήριο… Όταν υπάρχουν πέντε πτώματα από πίσω, τι ρόλο μπορεί να παίζει ο πρότερος έντιμος βίος; Ασφαλώς θα με ενδιέφερε να μειωθεί η ποινή. Αλίμονο. Αλλά, η υπόθεση είναι εσχάτως σοβαρή. Τι μπορεί να γίνουν οι πέντε φορές ισόβια; Είτε τρις, είτε δις ισόβια, μια ζωή στη φυλακή είναι πάλι». Η υπόθεση του  Θεόφιλου Σεχίδη, αλλά και η αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του,  απασχόλησαν διάφορα επιστημονικά πεδία στο πέρασμα των χρόνων.

Τα Χρόνια μέσα στη φυλακή

«Δεν θέλω να ταλαιπωρώ άδικα τη Δικαιοσύνη. Ήρθα απλά για να αποσύρω την έφεση που είχα κάνει. (…) Καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό. Φοιτητής Νομικής ήμουν. Ούτε καν ήθελα να ασκήσω έφεση, αλλά το έκανα κατόπιν επιμονής του δικηγόρου μου». Αυτό δήλωσε ο Θ. Σεχίδης στις 2 Ιουνίου 1998, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (στην Κομοτηνή), όπου επρόκειτο να εκδικαστεί η υπόθεσή του σε δεύτερο βαθμό. «Δεν έχω τίποτα καινούργιο να παρουσιάσω στο δικαστήριο. Γνωρίζω πως δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο που να στηρίζει τον ισχυρισμό μου περί ανακλαστικής αμύνης. (…) Όταν υπάρχουν πέντε πτώματα από πίσω, τι ρόλο μπορεί να παίζει ο πρότερος έντιμος βίος. Ασφαλώς θα με ενδιέφερε να μειωθεί η ποινή. Αλίμονο. Αλλά, η υπόθεση είναι εσχάτως σοβαρή. Τι μπορεί να γίνουν οι πέντε φορές ισόβια; Είτε τρις, είτε δις ισόβια, μια ζωή στη φυλακή είναι πάλι» συμπλήρωσε κατόπιν.

Νωρίτερα, είχε εξεταστεί από τους ψυχιάτρους Γ. Καπρίνη και Χρ. Σκαρόπουλο, που αποφάνθηκαν ότι «είχε καταλογισμό των συνεπειών της πράξης του και ως εκ τούτου γνωρίζει τι συνεπάγεται το να παραιτείται του δικαιώματος της εφέσεως» (εφημερίδα «Αθηναϊκή» – Τετάρτη 3 Ιουνίου 1998). Έτσι, το δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη ποινή και διέταξε την επαναφορά του Θ. Σεχίδη στις φυλακές Κορυδαλλού.

Εντούτοις, οι δικαστικές περιπέτειες του Θ. Σεχίδη δεν σταμάτησαν. Στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης στην Κομοτηνή, μετά από σχετική αίτηση που είχαν υποβάλει η Ελένη Σεχίδη και ο γιος της Θεόφιλος, αποφάσισε να μετατρέψει από καταδικαστική σε υποχρεωτική την πρωτόδικη απόφαση για καταβολή αποζημίωσης 100 εκατ. δρχ. σε αυτούς, από τα περιουσιακά στοιχεία του Θ. Σεχίδη. Πριν εισέλθει στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο Θ. Σεχίδης αρκέστηκε να πει πως «το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειάς μου θα πρέπει να δοθεί στους φτωχούς συγγενείς των θυμάτων και όχι στη θεία του Ελένη και τον συνώνυμο εξάδελφό του Θεόφιλο Σεχίδη, γιατί αυτοί έχουν τα οικονομικά μέσα για να ζήσουν άνετα σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους».
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, υπολογιζόταν πως η περιουσία και τα μετρητά που είχε κληρονομήσει ο Θ. Σεχίδης υπερέβαιναν τα 800 εκ. δρχ. (περίπου 2,5 εκ. ευρώ). Όμως, στις 29 Ιανουαρίου 2001, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, τον έκρινε ανάξιο να κληρονομήσει τα ακίνητα και τα κινητά του περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας και έδωσε το δικαίωμα στους κληρονόμους της οικογένειας (τον Γιάννη Σεχίδη, την κόρη του Αναστασία, την Ελένη Κασκαμανίδου και την κόρη της Αναστασία) να τα διεκδικήσουν με κληρονομητήριο.

Στις 26 Ιανουαρίου 2005, η καθημερινή εφημερίδα της Κομοτηνής «Ο Χρόνος» σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ρεπορτάζ (της δημοσιογράφου Μ. Μαρτίδου) υπογράμμιζε πως ο Θ. Σεχίδης «είχε εκτίσει ένα μέρος της ποινής του στην Κομοτηνή, όπου ζητούσε πολύ επιλεκτικές τροφές, απέφευγε το κρέας, διάβαζε, άκουγε μόνο κλασική μουσική, ήταν ιδιόρρυθμος στην συμπεριφορά του και δεν επικοινωνούσε με πολλούς κρατουμένους. Τώρα, όπως πληροφορούμαστε, έχει κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του, έχει επιδοθεί με βουλιμία στο φαγητό, καπνίζει ακατάπαυστα ενώ μισούσε το τσιγάρο και αγγίζει τα 140 κιλά σε βάρος κι όσοιτον ξέρουν μιλούν για εμφανή ψυχογενή βουλιμία… (…) Κι ενώ τα πρώτα χρόνια στην φυλακή διάβαζε περιοδικά, εφημερίδες και βιβλία, τώρα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την ζωή και τον έξω κόσμο, δεν αυλίζεται στις φυλακές, δεν επικοινωνεί με κανένα. Παραμένει κλεισμένος στο κελί του με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό. (…) Η περίπτωση του είναι σίγουρο ότι θα απασχολήσει την ιατρική υπηρεσία των φυλακών (…)».
Σε κάθε περίπτωση, ο Θεόφιλος Σεχίδης αναμένεται να αποφυλακιστεί το 2017, είκοσι ένα χρόνια μετά τα εγκλήματά του. Θα είναι, τότε, 45 ετών…

Είναι γνωστό ότι η αδελφή του έπασχε από σχιζοφρένεια που η οικογένεια απέκρυπτε από τον κοινωνικό περίγυρο.


Παράφρων ή ψυχικά ασθενής – Σχιζοτυπική Διαταραχή  η Σχιζοφρένεια;

Επί πέντε μήνες ο καθηγητής ψυχιατρικής Γιώργος Καπρίνης, μαζί με τον ψυχίατρο Χρήστο Σκαρόπουλο παρακολούθησαν το Θεόφιλο Σεχίδη και συνέταξαν σχετική πραγματογνωμοσύνη. Σύμφωνα με αυτή, στον 24χρονο φοιτητή καταλογίστηκε πλήρης ευθύνη και επίγνωση των πράξεών του, καθώς  ήταν «άτομο προσανατολισμένο στο χώρο, το χρόνο και τον εαυτό του και έχει καλά οργανωμένο λόγο, απαντά με ευθύτητα, έχει χιούμορ, απουσιάζει όμως το συναίσθημα». Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν πως δεν πάσχει από σχιζοφρένεια, αλλά από σχιζότυπη διαταραχή, η οποία θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε σχιζοφρένεια, όμως δεν συνέβη κάτι τέτοιο. «Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι στην περίπτωσή του είχε μειωμένες αντιστάσεις στην ιδέα διάπραξης των εγκλημάτων. Πάντως, δε χρήζει θεραπευτικής αγωγής. Στις συζητήσεις που κάναμε μάς είπε ότι είχε τη γνώμη πως είναι νόθο παιδί και γι’αυτό ήθελε να τους εξοντώσει».  Πέρα από την κατάσταση τού ίδιου του Θεόφιλου, όμως, σημασία δόθηκε και στην οικογενειακή κατάσταση, καθώς όπως δήλωσε ο Χρήστος Σκαρόπουλος: «η οικογένεια Σεχίδη είχε πολλές ιδιομορφίες και ο Θεόφιλος διαβίωσε σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες».

Επιπλέον, και ο ακτινολόγος-ειδικός νευρακτινολόγος Χρήστος Παπαγιάννης (τέως επιμελητής του Atkinson Norley’s Hospital του Λονδίνου) σε αξονική τομογραφία του εγκεφάλου του Θ. Σεχίδη, που έγινε στις 2 Ιουνίου 1992, γνωμάτευσε πως υπήρχαν κάποιες εγκεφαλικές ανωμαλίες. Ωστόσο, οι Γιώργος Καπρίνης και Χρήστος Σκαρόπουλος το διέψευσαν. «Προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε συμμετοχή οργανικού παράγοντα έγινε πλήρης νευρολογική εξέταση. Παράλληλα, υπεβλήθη σε ηλεκτροεγκεφαλικό έλεγχο και χαρτογράφηση του εγκεφάλου, όπου δε διαπιστώθηκε τίποτε το παθολογικό, καθώς επίσης και σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, όπου επίσης τα ευρήματα ήταν φυσιολογικά». Παρόλα αυτά, όταν μεταφέρθηκε στον Κορυδαλλό, υποβλήθηκε σε νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου, στην οποία προέκυψαν κάποια μη φυσιολογικά ευρήματα, καθώς παρουσίασε κάποιες ψυχολογικές διαταραχές και δυσκολευόταν στην επικοινωνία με το περιβάλλον του.

2010. Ο ψυχίατρος στον ΟΚΑΝΑ του Αττικού Νοσοκομείου, Γεώργιος Τζεφεράκος, ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του στα καταστήματα κράτησης της ψυχιατρικής πτέρυγας Κορυδαλλού εκείνη την περίοδο, εξέφρασε την άποψή του για το αν τελικά είναι ψυχικά υγιής ο Θεόφιλος Σεχίδης ή όχι. «Ο Θεόφιλος Σεχίδης πάσχει από σχιζοφρένεια. Μερικές φορές, ειδικά στις αρχικές φάσεις της ψυχικής νόσου, είναι δύσκολο να τεθεί μια οριστική διάγνωση. Στις ψυχιατρικές διαγνώσεις ο παράγοντας ‘’χρόνος’’ παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, γιατί η κλινική εικόνα του ασθενούς εμπλουτίζεται ή και αλλάζει».

Μιλώντας για τα χαρακτηριστικά της σχιζοφρένειας ο κ. Τζεφεράκος δηλώνει: «Η σχιζοφρένεια χαρακτηρίζεται από παραληρητικές ιδέες, τις οποίες πιστεύει με απόλυτη βεβαιότητα ο ασθενής, και ψευδαισθήσεις, η αίσθηση δηλαδή ότι υπάρχει ένα αισθητηριακό ερέθισμα, χωρίς αυτό να υπάρχει στην πραγματικότητα. Η σχιζοτυπική διαταραχή είναι διαφορετική από τη σχιζοφρένεια. Πρόκειται, δηλαδή, για διαταραχή προσωπικότητας, που μοιάζει με τη σχιζοφρένεια, όμως δεν είναι».

Σχετικά με την ετυμηγορία της δίκης ο κ. Τζεφεράκος σχολιάζει: «Οι δικαστές στηρίζονται κυρίως στις γνωματεύσεις των ειδικών, επομένως όταν υπάρχουν πολλές διαφορετικές γνωματεύσεις μπορούν να τους μπερδέψουν. Αυτή είναι όμως και η θέση των δικαστών να κρίνουν, μαζί με αλλά στοιχεία, και να βγάλουν μια απόφαση».

Από την εγκληματολογική σκοπιά, ο καθηγητής κύριος Πανούσης αναφέρει:  Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα όλο και συχνότερο φαινόμενο, με διάφορες εκφάνσεις, από τη λεκτική βία μέχρι τη σωματική βία και με την ακραία μορφή του εγκλήματος. Η συγκεκριμένη υπόθεση είναι από τις πιο ιδιαίτερες στα ελληνικά χρονικά, καθώς υπάρχει μια κλιμάκωση βίας αφού «μετά τον ένα φόνο ερχόταν ο επόμενος, γιατί κάποιος εμφανιζόταν εκείνη την ώρα, κάποιος γινόταν μάρτυρας κι έτσι δημιουργήθηκε αυτή η κλιμάκωση».

«Είναι άλλο πράγμα ένας που πάει και σκοτώνει πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο κι άλλο πράγμα όταν μέσα από μία σειρά ‘’κακών συγκυριών’’ αναγκάζεται ο θύτης να σκοτώσει τον έναν μετά τον άλλον», οπότε και έχουμε έναν γιο πατροκτόνο, μητροκτόνο και αδελφοκτόνο, θέλοντας να εξαφανίσει οποιαδήποτε σύνδεση με τις ρίζες του. «Με το αίμα του σκοτωμένου αρνούμαστε τη συγγένεια αίματος, με το θάνατο αναιρούμε τη ζωή που δώσαμε ή πήραμε, με τη θυσία του άλλου αφανίζουμε στην ουσία ‘’τον άλλο μας τον εαυτό’’, δηλαδή αυτό-κτονούμε», σχολιάζει ο κ. Πανούσης και υποστηρίζει πως το έγκλημα αυτό δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, καθώς κάθε θύμα εμφανιζόταν περίπου τη στιγμή που ο θύτης είχε τελειώσει με το προηγούμενο. «Κάποια στιγμή μπορεί να δημιουργήθηκε μέσα του ένα ψυχικό αμόκ, ένα ανθρωποκτόνο αμόκ. Όταν, όμως, αρχίζεις να σκοτώνεις έναν-δύο, αρχίζεις από εκεί και πέρα να μην καταλαβαίνεις το περιεχόμενο και την ηθική της πράξης σου». Ο Θεόφιλος Σεχίδης αποφάσισε να μείνει μόνος του γνωρίζοντας καλά πως ως τελευταίος επιζών θα είναι και ο πρώτος ύποπτος. «Εγκληματίες τέτοιου είδους πάντα θέλουν να συλληφθούν», υποστηρίζει ο κ. Πανούσης και συμπληρώνει: «Είναι μέσα στην ανακουφιστική πλευρά μιας τέτοιας πράξης με την οποία δεν είναι εύκολο να ζήσεις. Τη θεωρία πως υπάρχουν άνθρωποι-τέρατα και άνθρωποι-μηχανές που σκοτώνουν χωρίς καμία επίδραση στη ζωή τους δεν την πιστεύω. Η σύλληψή τους είναι και η ολοκλήρωση της  τραγωδίας».

Τα μέσα δε μπορούν να αποτυπώσουν αιτίες, συναισθήματα και καταστάσεις, που βιώνονταν εντός της οικογένειας. Επιπλέον, ο άνθρωπος αποτελεί μια σύνθεση πολλών πραγμάτων: κοινωνικών, πολιτισμικών, εκπαιδευτικών, οικογενειακών, όμως είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το ποιος από αυτούς τους παράγοντες εν τέλει κινητοποιεί τη δράση κι έτσι η πρόγνωση τέτοιων εγκλημάτων καθίσταται αδύνατη. Όσον αφορά την ετυμηγορία του δικαστηρίου, ο κ. Πανούσης σχολιάζει: «δικαίως του καταλογίστηκε πλήρης ευθύνη των πράξεών του. Έχασε τον έλεγχό του και δεν τον έχασε ως τρελός. Έχει διαφορά να έχεις το ακαταλόγιστο από το να χάσεις τον έλεγχο», θεωρώντας πως το συγκεκριμένο έγκλημα ανήκει στη δεύτερη περίπτωση. Το «μετά» του εγκλήματος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο διαμελισμός, ισχυρίζεται πως «δε μπορεί να δείξει χαρακτήρα, γιατί μετά επικρατεί πανικός και στη συνειδητοποίηση του εγκλήματος μπορεί να έχουμε παράλογες ενέργειες. Είναι αφελές να θεωρείς πως μπορείς να καλύψεις τέτοια εγκλήματα».

Δικαίωμα σε μια νέα ζωή για τον Σεχίδη;

2016. Ο Θεόφιλος Σεχίδης έχει ήδη υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης για το 2017, την οποία δικαιούται σύμφωνα με το νόμο 4322. Όπως μας ενημερώνει ο δικηγόρος -εγκληματολόγος Διονύσης Χιόνης, ο Ποινικός Κώδικας ορίζει ότι σε περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά δύο ή τρεις ποινές ισόβιας κάθειρξης, ο κρατούμενος πρέπει για κάθε μία από αυτές να παραμείνει πραγματικά 15 χρόνια στην φυλακή. Για να απολυθεί, υπό όρους ο κατάδικος αυτός, πρέπει να έχει εκτίσει το άθροισμα των ποινών αυτών, όχι όμως πάνω από 25 χρόνια.

Από τα 25 χρόνια πρέπει να έχει εκτίσει πραγματικά τα 19 χρόνια και για τα υπόλοιπα 6 χρόνια μπορεί να χωρήσει ευεργετικός υπολογισμός, δηλαδή κάθε ημέρα στη φυλακή να υπολογίζεται ευεργετικά ως 2 ημέρες εκτιόμενης ποινής, εφόσον ο κατάδικος εργάζεται ή δε μπορεί αιτιολογημένα να εργαστεί, επειδή για παράδειγμα πάσχει από ιδιαίτερα βαριά ασθένεια (AIDS, κακοήθη νεοπλάσματα, νεφρική ανεπάρκεια, κ.λπ.), είναι ανάπηρος ή συντρέχει στο πρόσωπό του μία από τις παρεμφερείς προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα.

Ο Σεχίδης, λοιπόν, εφ’ όσον έχει συμπληρώσει 19 έτη εγκλεισμού και εφ’ όσον δύναται να αιτηθεί ευεργετικό υπολογισμό άλλων 6 ετών, τότε έχει δικαίωμα να υποβάλει αίτηση απόλυσης υπό όρους. Ο κ. Χιόνης, ωστόσο, σημειώνει ότι αυτό δε σημαίνει αυτόματα ότι η αίτηση θα γίνει δεκτή από το αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο, ειδικά αν αντιμετωπίζει ακόμα προβλήματα ψυχιατρικής φύσης. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ψυχίατρος που θα υπογράψει για την αποφυλάκιση», δηλώνει ο αρχιφύλακας της ψυχιατρικής πτέρυγας των φυλακών Κορυδαλλού, Αντώνης Αραβαντινός. Ο αρχιφύλακας εξηγεί ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία για τη λήξη της ποινής των κρατουμένων. Πρέπει να δοθεί παραγγελία από τον εισαγγελέα-είτε με δική του πρωτοβουλία, είτε με πρωτοβουλία της υπηρεσίας-, διότι μπορεί οι ίδιοι οι κρατούμενοι να μην έχουν αντιληφθεί ότι ήρθε η ώρα να αποφυλακιστούν.

«Επικοινωνεί κανονικότατα. Δε βρίσκεται στην απομόνωση. Αν με δει εδώ θα μου πει ‘’Αντώνη δώσε μου ένα τσιγαράκι’’. Θέλει πολλά τσιγάρα», συμπληρώνει ο κ. Αραβαντινός. Για ένα μεγάλο διάστημα ο Θεόφιλος ήταν εκτός αγωγής. «Από το 2011 παίρνει αγωγή σε ένεση. Αλομπερτίνη ντεκανουάζ. Αυτά είναι τα φάρμακά του», προσθέτει. Από το Νοέμβριο του 2016 κάνει μία ένεση με τριπλή δόση του συγκεκριμένου φαρμάκου κάθε 31 μέρες. «Χάπια έχει να πάρει από το 2010. Τα παίρνει, όμως, σε ένεση. Από το 2010, λοιπόν, αυτός ζει στην αυταπάτη ότι παίρνει βιταμίνες. Ο ίδιος το ξέρει ότι λέει ψέματα. Άμα τον κουβεντιάσεις, σε μια άλλη φάση, θα σου πει ‘’φάρμακα μου δίνουν και αυτοί μου λένε έτσι και εγώ τα παίρνω’’».

Σωφρονισμός και κοινωνία. Άραγε τι;

Ο κ. Αραβαντινός αναφέρει: «Έχει μία ξαδέρφη στη Θάσο και λέει ότι θα πάει να μείνει σε αυτή, καθώς δεν του έχει μείνει κανένα περιουσιακό στοιχείο». Πέραν από τον εναπομείναντα περίγυρό του υπάρχει και μία κοινωνία που θα πρέπει να τον δεχτεί σε περίπτωση που ο Θεόφιλος αποφυλακιστεί. Είναι έτοιμη η κοινωνία να τον εντάξει; «Γιατί να είναι έτοιμη η κοινωνία να τον δεχτεί; Αυτός είναι έτοιμος; Γιατί αν είναι έτοιμος μπορεί να ενταχθεί. Εγώ θεωρώ ότι η κοινωνία δεν είναι υποχρεωμένη να είναι έτοιμη για κανέναν». Ο κ. Χιόνης σημειώνει επίσης ότι ο Σεχίδης, όποτε κι αν αποφυλακιστεί, είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες. «Οι δεδομένες κοινωνικές αγκυλώσεις, τα στιγματιστικά στερεότυπα του «αποφυλακισμένου» και του «ψυχασθενή», αλλά και η σοβαρή δυσλειτουργία ικανών κρατικών ψυχιατρικών θεραπευτικών δομών εμποδίζουν την ομαλή κοινωνική επάνοδο οποιουδήποτε ατόμου με αυτά τα χαρακτηριστικά». Ας προστεθεί ότι και η έλλειψη υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος είναι καταλυτική σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επιπλέον, όμως, λόγω της αρνητικής διασημότητάς του, είναι βέβαιο ότι ο Σεχίδης θα έχει να αντιμετωπίσει ένα ιδιότυπο εντονότερο κοινωνικό στίγμα, που θα αποτελέσει σημαντικό ανασχετικό παράγοντα της ολοκληρωμένης ενσωμάτωσής του, εάν και εφόσον μπορέσει τελικά να την υποστηρίξει».

Όσοι ειδικοί και αν σπεύσουν να ερμηνεύσουν, όσες έρευνες κι αν γίνουν, όπως είχε δηλώσει και η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια ψυχολογίας και ψυχαναλύτρια, «τα κίνητρα της πράξης θα μείνουν θαμμένα στα ερέβη του ταραγμένου του νου». Οι σκέψεις και τα συναισθήματα του δράστη, από τη σύλληψη μέχρι την εκτέλεση του εγκλήματος, θα μείνουν ες αεί στην ιστορία του. Η ανθρώπινη δράση, ακόμη και η εγκληματική, δε μπορεί να μπει σε καλούπια, σε κανονικότητες και λογικότητες, δε μπορεί να προβλεφθεί μαθηματικά, ούτε να ενταχθεί μέσα στα πλαίσια μιας περιχαρακωμένης σκέψης.

Τα αποτρόπαια εγκλήματα με δράστες ψυχικά ασθενείς είναι εξαιρετικά σπάνια και κατ’ επέκταση προσελκύουν την προσοχή και σοκάρουν. Η ψυχική ασθένεια είναι η μοναδική υπαίτιος του αποτρόπαιου εγκλήματος και ο «τρελός» εγκληματίας κυκλοφορούσε τόσο καιρό, ανενόχλητος, ανάμεσα στους «φυσιολογικούς» ανθρώπους. Στο μεταξύ, ένα πλήθος επίσημα διαγνωσμένων ψυχικά ασθενών παραμένει σιωπηλό, προσπαθώντας να επιβιώσει στην κοινωνία, χωρίς ποτέ να ενοχλήσει κανέναν. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων ποτέ δε θα έρθουν στην επιφάνεια. «Αυτοί, όμως, θα υφίστανται καθημερινά στο πετσί τους τη βία μιας κοινωνίας, που είναι έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, να τους θεωρήσει ικανούς να προβούν στο έγκλημα».

Συνοψίζοντας τις απόψεις των διαφόρων ειδικών, πολλοί είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τόσο την ενδεχόμενη αποφυλάκιση του Σεχίδη όσο και την επανένταξη του. Η κλειστή κοινωνία της Θάσου και όπως κάθε κλειστή κοινωνία δυσκολευόταν ήδη να αντιμετωπίσει την διαγνωσμένη με ψυχική ασθένεια, αδελφή του Θεόφιλου και πιθανότατα να παρέβλεπε και διάφορες συμπεριφορές του δεύτερου. Σίγουρα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι συνέβαινε στην οικογένεια αυτή, όταν η πόρτα του σπιτιού έκλεινε, όμως αν η πόρτα της φυλακής ανοίξει για τον Θεόφιλο, θα είμαστε έτοιμοι να τον αντιμετωπίσουμε ως ένα νέο μέλος της κοινωνίας μας;


ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ