Η «παιδαγωγική της ειρήνης»: Μήπως πολεμάμε τον ίδιο μας τον εαυτό;

18 Νοεμβρίου 2017

O άνθρωπος, μας λέει ο Αριστοτέλης, είναι «ζώον πολιτικόν», ύπαρξη, δηλαδή, κοινωνική. Το επιβεβαιώνουν η πορεία του είδους και η εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Το επιβεβαιώνει και η εμπειρία του καθενός μας, πάνω από δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά τον Αριστοτέλη.

Πώς γίνεται, όμως, να αληθεύουν ταυτόχρονα και το «μόνος του κανείς ούτε στον Παράδεισο» αλλά και το «εμείς μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε» και πολλές άλλες παρόμοιες ρήσεις της λαϊκής σοφίας, που αποτυπώνουν μια πραγματικότητα αντιφατική; Και τι ισχύει τελικά; Ότι «Η Κόλαση είναι οι άλλοι», όπως μας λέει ο υπαρξιστής φιλόσοφος Ζαν Πωλ Σαρτρ, ή ότι «Η Κόλαση είμαστε εμείς», όπως υποστηρίζουν άλλοι σοφοί του πνεύματος; Μετά από δυο ολέθριους παγκόσμιους πολέμους τον προηγούμενο αιώνα και μπροστά σε μια πραγματικότητα καθημερινών και αδιάλειπτων συρράξεων σε διάφορα μέρη του πλανήτη Γη στον αιώνα που διανύουμε, αναρωτιέται κανείς τι είδους «κοινωνική ύπαρξη» είναι ο άνθρωπος.

Δε χάνονται, όμως, μονάχα στις εμπόλεμες ζώνες και στις πολεμικές συρράξεις οι άνθρωποι. Ακόμη και σε χώρες και σε περιοχές όπου δεν αλληλοεξοντώνονται με αυτόν τον τρόπο, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα δει πως κι εκεί ακόμη καίνε οι καταστροφικές φωτιές της σύγκρουσης. Άλλοτε μέσα στο ίδιο το άτομο, ως σύγκρουση εσωτερική. Άλλοτε πάλι ανάμεσα στο άτομο και στον «άλλο», τον οποιονδήποτε άλλα της ζωής του, ως ασυνεννοησία στην καλύτερη περίπτωση, ως βαθιά ριζωμένη έχθρα στη χειρότερη, με πλήθος ενδιάμεσες παραλλαγές.

Παράλληλα, φαίνεται σαν να μιλάνε όλοι για ειρήνη. Κάποτε οι φωνές αυτές είναι σπαρακτικά γνήσιες και ειλικρινείς, όσο και οι προσπάθειες που γίνονται προς αυτή την κατεύθυνση. Από τα έργα του µεγάλου κωµικού της αρχαιότητας, του Αριστοφάνη, μέχρι σήμερα, όσο θερίζει ο πόλεμος, τόσο πληθαίνουν οι κραυγές υπέρ της ειρήνης. Κι όσο για την άλλη ειρήνη, την εσωτερική, εκείνη που αποζητά εναγωνίως ο καθένας μέσα του, αλλά και την ειρήνη με τους γύρω του, όσο περισσότερο τη χάνει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο πασχίζει η επιστήμη να τον βοηθήσει να την ανακτήσει. Ψυχιατρική, ψυχολογία, συμβουλευτική αγκαλιάζουν την ταραγμένη ψυχή με στόχο να τη βοηθήσουν να συνάψει ειρήνη με τον εαυτό της και με τους άλλους, με τον κόσμο γύρω της.

Ας αφήσουμε όμως -προς το παρόν και χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης- τους ισχυρούς του κόσμου και όσα ανήκουν στη δικαιοδοσία τους όσον αφορά την ειρήνη και ας στρέψουμε την προσοχή μας σ' αυτούς που αναδεικνύουν τους ισχυρούς αυτούς και στηρίζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την πολιτική τους. Ας στρέψουμε την προσοχή μας, δηλαδή, στην πλειοψηφία των ανθρώπων του πλανήτη μας, σ' εμάς τους ίδιους. Αν ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τον έναν, από τον καθένα, από τον εαυτό μας πρώτα - πρώτα. Το πρώτο πράγμα που θα διαπιστώσουμε είναι πως οι περισσότεροι από εμάς ελάχιστα τον γνωρίζουμε αυτό τον εαυτό, με τον οποίο είναι ανάγκη να έχουμε σχέσεις ειρηνικές.

Ξοδεύουμε ολόκληρη τη ζωή μας για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Κι όμως, όσο κι αν προσπαθούμε να το φτάσουμε, το «γνώθι σαυτόν» φαίνεται πως μας ξεφεύγει τελικά. Γιατί, αν γνωρίζαμε τον εαυτό μας, αν τον κατανοούσαμε στην ολότητά του ως ψυχοσωματική οντότητα, θα γνωρίζαμε και τις πραγματικές του ανάγκες και θα τις σεβόμαστε περισσότερο. Θα τον παίρναμε περισσότερο στα σοβαρά. Θα τον αποδεχόμαστε και θα τον αγαπούσαμε. Θα ζούσαμε συνειδητά και ειρηνικά μαζί του. Δε Θα αρρωσταίναμε τόσο πολύ.

Είναι πολύ δύσκολο, όμως, να δεχτούμε και το σωκρατικό «Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα», δηλαδή «Ένα πράγμα ξέρω καλά, ότι τίποτα δεν ξέρω». Και ιδιαίτερα όσοι πήγαμε στο σχολείο, όσοι μάθαμε γράμματα και πολύ περισσότερο όσοι μάθαμε «πολλά γράμματα», κάναμε ανώτερες και ανώτατες σπουδές. Μάθαμε τόσα πράγματα και για το σώμα και για την ψυχή και για τον κόσμο που μας περιβάλλει, αξιολογηθήκαμε σ' αυτή τη γνώση, πήραμε βαθμούς και πτυχία που το αποδεικνύουν. Πώς να το δεχτούμε μετά απ' όλα αυτά το «ουκ οίδα», το «δεν ξέρω»; Πώς να πιστέψουμε ότι βαδίζουμε χωρίς πυξίδα;

Αν, όμως, δεν είναι έτσι, τότε γιατί εξακολουθούμε να αρρωσταίνουμε, γιατί υποφέρουμε, γιατί βασανιζόμαστε; Γιατί τον πολεμάμε τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί δεν κάνουμε ειρήνη μαζί του; Μήπως οι γενικές, εγκυκλοπαιδικού τύπου γνώσεις που πήραμε στο σχολείο είναι τόσο «γενικές», που δε μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πόσο μας αφορούν; Ή μήπως είναι, τελικά, λειψές; Μήπως είναι γνώσεις μεν, αλλά όχι πραγματική, βαθιά και αδιαμφισβήτητη γνώση του εαυτού;

«Δε γνωρίζει κανείς παρά μονάχα ό,τι ημερώνει», λέει η αλεπού στον Μικρό Πρίγκιπα, που θέλει να κάνει φίλο της, στην πασίγνωστη νουβέλα του Εξυπερύ. Γνωρίζει κανείς, δηλαδή, ό,τι πλησιάζει με σοφά υπολογισμένα και προσεκτικά βήματα, με σεβασμό και με αγάπη.

Για να γνωρίσουμε, λοιπόν, τον εαυτό μας, πρέπει να τον «ημερώσουμε», να τον πλησιάσουμε «εν ειρήνη», με διάθεση για κατανόηση και αποδοχή, και εντέλει με αγάπη. Δεν το διδαχτήκαμε και δεν το μάθαμε, όμως, αυτό στο σχολείο. Δεν τη γνωρίσαμε τέτοιου είδους παιδαγωγική. Παιδαγωγική της ειρήνης με τον εαυτό μας πρώτα απ' όλα.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Άνοιγμα Αγάπης, Πορεία Ζωής» του Γιώργου Πασχαλίδη. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Λιβάνη για την ευγενική παραχώρηση του υλικού.


ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ