Βελονισμός: Η... εναλλακτική λύση για τις ημικρανίες

7 Δεκεμβρίου 2017

Γράφουν οι: Καράβης Μιλτιάδης Ιατρός φυσικής αποκατάστασης - Παζιώνης Οδυσσέας Νευρολόγος

Ημικρανία είναι μια μορφή κεφαλαλγίας με συγκεκριμένη παθοφυσιολογία και κλινικά χαρακτηριστικά. Είναι η πιο συχνή νευρολογική νόσος και αφορά το 18% των γυναικών νέας και μέσης ηλικίας και το 6% των ανδρών.

Υπολογίζεται παγκοσμίως ότι ένα δισεκατομμύριο ανθρώπων πάσχουν από ημικρανίες. Παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί επικίνδυνη για τη ζωή κατάσταση , είναι μια νόσος που προκαλεί σημαντική αναπηρία στην καθημερινότητα του ασθενούς καθώς κατά τη διάρκεια της κρίσης τον καθηλώνει και τον αποκλείει από οποιαδήποτε δραστηριότητα. Η ημικρανία θεωρείται η έκτη κατά σειρά νόσος με σημαντική επίπτωση και αναπηρία.

Η διαχείριση της επιφέρει τεράστιο οικονομικό κόστος, στη ζωή των ασθενών , με χαμένες ώρες εργασίας και πολλαπλές εξετάσεις και φάρμακα. Η εκδήλωση της είναι στενά συνδεδεμένη με την παθολογική ενεργοποίηση του πυρήνα του τριδύμου νεύρου , του τριδυμικού γαγγλίου και της αυχενικής ρίζας Α2.Το τρίδυμο νεύρο σχετίζεται με την αισθητική νεύρωση του μεγαλύτερου τμήματος του κρανίου και των αγγείων του εγκεφάλου. Η παθολογική διέγερση του φαίνεται να απελευθερώνει αγγειοδραστικά πεπτίδια (CGRP,VIP κ.α.) και να προκαλεί μια "νευρογενή φλεγμονή".

Μια ημικρανική κρίση αποτελείται τυπικά από τέσσερα στάδια:

Το πρώτο στάδιο ή πρόδρομη φάση, εμφανίζεται 1-2 ώρες πριν τον πόνο ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει νοητική κόπωση, αυχενικό άλγος, θάμβος όρασης, έντονο χασμουρητό κ.α.

Το δεύτερο στάδιο που αφορά μόνο το ένα τρίτο των ασθενών ονομάζεται αύρα και σχετίζεται με νευρολογικά συμπτώματα ποικίλης σημειολογίας και έντασης όπως αιμωδίες άνω άκρου ή και προσώπου , διαταραχές από την όραση αλλά και κινητικά και γνωσιακά ελλείμματα τα οποία επανέρχονται εντός μίας ώρας.

Το τρίτο στάδιο είναι η κεφαλαλγία. Συνήθως πρόκειται για σφύζουσα μορφή κεφαλαλγίας , που ξεκινάει στη μία πλευρά του κρανίου αλλά καταλήγει τυπικά να αφορά και τις δύο πλευρές. Επιδεινώνεται με τις κινήσεις και ο ασθενής επιλέγει να είναι καθηλωμένος σε σκοτεινό και ήρεμο δωμάτιο , καθώς ο πόνος συνοδεύεται συνήθως από φωτοφοβία, ηχοφοβία αλλά και οσμοφοβία. Το άλγος , μπορεί να συνοδεύεται από έντονη ευαισθησία και άλγος ακόμα και στην επαφή του τριχωτού της κεφαλής. Ένα άλλο συχνό χαρακτηριστικό της ημικρανικής κρίσης είναι η γαστρική στάση , που προκαλεί ναυτία και ενίοτε εμετό, ο οποίος ενδέχεται να βελτιώσει τα συμπτώματα. Η διάρκεια του επεισοδίου είναι από 4 μέχρι 72 ώρες.

Το τελευταίο ή τέταρτο στάδιο λέγεται μεταημικρανική φάση και έχει αντίστοιχα συμπτώματα με την πρόδρομη φάση. Τα επεισόδια αυτά φαίνεται να πυροδοτούνται από πληθώρα παραγόντων όπως ο ορμονικός κύκλος, η απώλεια γευμάτων , αλλαγές του καιρού , διαταραχές του ύπνου αλλά και συγκεκριμένες οσμές ή τροφές (κόκκινο κρασί , σοκολάτα , τυριά...)

Οι ασθενείς με επεισοδιακή ημικρανία εμφανίζουν κατά μέσο όρο 1-4 κρίσεις τον μήνα, αλλά δυστυχώς 2,5% αυτών μεταπίπτει ετησίως στη χρόνια μορφή της νόσου με πάνω από 15 μέρες κεφαλαλγίας μηνιαίως. Στα επεισόδια αυτά σε πολλές περιπτώσεις περιέχονται κι άλλες μορφές κεφαλαλγίας, όπως τάσης και όχι μόνο ημικρανικές κρίσεις. Η χρόνια αυτή κατάσταση επιφέρει συχνά ψυχολογικές αλλαγές στον ασθενή , ο οποίος μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα κατάθλιψης, αγχώδους διαταραχής αλλά και έντονα προβλήματα στον ύπνο. Η συγκεκριμένη πορεία της νόσου κάνει πιο επιτακτική μια σωστή θεραπευτική/ προφυλακτική διαχείριση.

Η αντιμετώπιση της ημικρανίας απαιτεί μια πολυπαραγοντική προσέγγιση από πλευρά του ασθενούς αλλά και του θεράποντα ιατρού. Κεφαλαιώδους σημασίας είναι η σωστή διάγνωση από εξειδικευμένο ιατρό, ο οποίος θα αναγνωρίσει το είδος της κεφαλαλγίας και θα αποφασίσει για τον ενδεδειγμένο παρακλινικό έλεγχο του ασθενούς με απεικονιστικές ή αιματολογικές εξετάσεις. Απαραίτητο είναι ένα ημερολόγιο κεφαλαλγιών μέσω του οποίου θα μπορέσουν να αναγνωριστούν και να αποφεύγονται παράγοντες, που προκαλούν τα προαναφερθέντα επεισόδια. Ο ασθενής οφείλει σύμφωνα με τις οδηγίες, που θα λάβει, να αναδιαμορφώσει την καθημερινότητα του ώστε να προστατευτεί από τις κρίσεις στο βαθμό που αυτό μπορεί να επιτευχθεί.

Τι είναι και πώς βοηθάει ο βελονισμός

Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της ημικρανίας έχει ο βελονισμός. Αυτό που ήδη είχαμε παρατηρήσει από την καθημερινή κλινική πράξη επιβεβαιώθηκε από υψηλής ποιότητας τυχαιοποιημένες μελέτες , στις οποίες αποδείχτηκε η αποτελεσματικότητα του. Ο βελονισμός πλέον έχει αποκτήσει μία σημαντική θέση στην αντιμετώπιση της ημικρανίας και στη δυτική ιατρική και έχει επίσημη ένδειξη από μεγάλα πανευρωπαικά κέντρα ως προφυλακτική αγωγή με αποτελεσματικότητα ίση αυτής πολλών φαρμάκων. Είναι μια φυσική μέθοδος νευροτροποποίησης , χωρίς παρενέργειες. Ο κατάλληλα εκπαιδευμένος ιατρός-βελονιστής ερεθίζει, ανάλογα με το ιστορικό του ασθενούς, σε επιλεγμένα σημεία, το τρίδυμο νεύρο, που σχετίζεται με τις ημικρανικές κρίσεις. Παράλληλα σε περίπτωση που ο θεραπευόμενος, αναφέρει διαταραχές από τη διάθεση ή άλλα συμπτώματα όπως πόνους στον αυχένα, ο ιατρός με την προσθήκη σημείων βελονισμού μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση και αυτών των προβλημάτων.

Οι βελόνες, οι οποίες είναι ειδικά κατασκευασμένες, τοποθετούνται ανώδυνα, ο ασθενής παραμένει με αυτές 20-30 λεπτά και στη συνέχεια αφαιρούνται επίσης ανώδυνα. Η συχνότητα των συνεδριών είναι δύο φορές την εβδομάδα, τουλάχιστον μέχρι την ύφεση των συμπτωμάτων και μετά μπορεί να γίνονται και πιο αραιά. Ένας πλήρης θεραπευτικός κύκλος απαιτεί 8-12 συνεδρίες αλλά τα αποτελέσματα αρχίζουν να φαίνονται μετά την έκτη θεραπεία και μέχρι και ένα μήνα μετά τη 12η. Η διάρκεια του θεραπευτικού αποτελέσματος είναι από 9 μήνες μέχρι και χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της έντασης , της συχνότητας αλλά και της διάρκειας των ημικρανικών κρίσεων. Ο ασθενής έχει αισθητά λιγότερες ημέρες με πόνο και κάνει πολύ πιο περιορισμένη χρήση φαρμάκων από αυτή που έκανε πριν την θεραπευτική αγωγή.

Ο βελονισμός αποτελεί με αυτόν τον τρόπο μια πολύ χρήσιμη μη φαρμακευτική θεραπευτική επιλογή , για ασθενείς που δεν επιθυμούν τη χρόνια λήψη φαρμάκων, όπως οι νέοι ασθενείς, αλλά και για ασθενείς που λαμβάνουν επιπλέον φάρμακα λόγω άλλων νοσημάτων και φοβούνται τις παρενέργειες. Μπορεί να αποτελέσει μία από τις ελάχιστες θεραπευτικές επιλογές στην εγκυμοσύνη αλλά και στο θηλασμό όπου οι πλειοψηφία των φαρμάκων αντενδείκνυται, αφού δεν εμφανίζει καμία παρενέργεια. Τέλος σημαντικός παράγων είναι ότι δεν αποκλείεται η παράλληλη χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων σαν συμπληρωματική αγωγή, η οποία μπορεί να είναι αποτελεσματική σε μικρότερες δόσεις λόγω βελονισμού.


ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ