H κόντρα στη σχέση μητέρας- κόρης

8 Ιουλίου 2013


Οι γονείς που είναι μπλεγμένοι στη συντροφική τους σχέση και βιώνουν μια διαρκή απουσία χαράς, είτε που στα πλαίσια μονογονεϊκων οικογενειών έχουν βρεθεί μόνοι να φροντίζουν τα παιδιά τους, δίχως να δέχονται από άλλους αντίστοιχη φροντίδα, είναι πιθανόν να χάσουν το μέτρο . Σε μια αντιστροφή των ρόλων ζητούν την κάλυψη των συναισθηματικών τους κενών από τα παιδιά τους.


Γράφει ο παιδοψυχίατρος, Δημήτρης Καραγιάννης



Τα παιδιά συνεπώς μεταβάλλονται σε ψευδώς ώριμα “μικρομέγαλα” ή “υπεργονιούς”, που καλύπτουν αντίστοιχες συντροφικές ή γονικές ανάγκες των στερημένων γονιών τους. Είναι συχνές, μα πάντοτε συγκλονιστικές οι καταστάσεις εκείνες που μια μητέρα εμποδίζει άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασυνείδητα, την αυτονόμηση της ενήλικης κόρης της, την οποία χρησιμοποιεί για να καλύψει τις δικές της ανάγκες και ανασφάλειες.


Μια τέτοια μητέρα θεωρεί ότι έχει προσφέρει πολλά πλέον δικαιούται να την φροντίζουν και να την υπηρετούν. Ο χρόνος δεν της προσθέτει κατανόηση, τρυφερότητα και σοφία, αλλά αντίθετα της προσθέτει εγωισμό και σκληρότητα. Δεν ωριμάζει πνευματικά και παραμένει το κακομαθημένο ανώριμο κοριτσάκι που θεωρεί ότι οι άλλοι υπάρχουν για να την υπηρετούν. Η ίδια γυναίκα που είχε κατηγορήσει την δική της μητέρα ότι δεν την είχε φροντίσει αρκετά, στερεί από τα παιδιά της από την στοιχειώδη φροντίδα, δίχως καν να το συνειδητοποιεί.


Στις περιπτώσεις αυτές, το θέμα δεν τίθεται ανοιχτά ως προς την ανεπάρκεια της μητέρας, αλλά αιτιολογείται με τους εξωτερικούς κινδύνους που ελλοχεύουν και καταγράφεται ως αδυναμία της κόρης να αυτονομηθεί.


Η κατάσταση δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή. Καθώς όμως ο χρόνος περνά, η κόρη ανησυχεί και σχεδιάζει κάποιες ενέργειες προς την κατέυθυνση τηα αυτονομίας, που όμως σχολιάζονται επιτιμητικά από την μητέρα. Στη συνέχεια η μητέρα νιώθοντας απειλημένη, κάνει συναισθηματικούς εκβιασμούς. Περιγραφει τις θυσίες που υποβλήθηκε για να φροντίσει την κόρη της. Μεγεθύνει τα προβλήματα της υγείας της. Ενοχοποιεί με την απειλή του θανάτου της, που σύντομα θα τη βρει μόνη και εγκαταλειμμένη. Είναι τότε που η κόρη θα μείνει οριστικά με την μητέρα της, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια για αυτονόμηση. Δεν είναι η αγάπη για την μητέρα της που θα την κρατήσει κοντά της αλλά το αντίθετο.


Η αδικία όταν έχει προκληθεί από τη μητέρα, βιώνετε σκληρά. Η οργή γιγαντώνεται. Μια ασυνείδητη ευχή θανάτου για τη μητέρα, που δεν θα εκφραστεί ποτέ ανοιχτά, θα οδηγήσει σε σκληρές ενοχές και στον συνεπαγόμενο πια αυτοεγκλωβισμό. Η υπερβολική ενασχόληση και φροντίδα προς την μητέρα θα συγκαλύπτει προσωρινά και αναποτελεσματικά την υπολανθάνουσα οργή.


Η κόρη από κάποια στιγμή και έπειτα παραμένει μαζί με την μητέρα της, γιατί πείθεται για την ανεπάρκειά της να αυτονομηθεί, αλλά στην πραγματικότητα για να επιβεβαιώνει την αδικία από την αφόρητη έλλειψη αυθεντικής αγάπης από την μητέρα της. Πλημμυρισμένη από την αίσθηση αδικίας, την τιμωρεί με το να δυστυχεί η ίδια. Παράλληλα τιμωρεί τον εαυτό της, επειδή υπέκυψε στους εκβιασμούς, ενώ γνώριζε τις αρνητικές συνέπειες στην προσωπική της πορεία. Η σχέση τους γίνεται αφόρητα κοντινή αλλά ταυτόχρονα ενελέητα συγκρουσιακή. Εξαπολύονται προσβολές και απειλές, που εναλλάσονται με συναισθηματικά φορτισμένες δηλώσεις κούρασης, εξάντλησης και οριστικής παράιτησης.


Το αδιέξοδο της μη αυτονόμησης γίνεται αναγνωρίσιμο από τους τρίτους, φίλους, και συγγενείς που προσπαθούν να ενθαρρύνουν την δήθεν συνεσταλμένη κόρη να ανοιχθεί στη ζωή, μη γνωρίζοντας ότι αυτό που συγκρατεί την κόρη δεν είναι οι φόβοι της, αλλά η φοβερή της οργή και η ασυνείδητη ευχή θανάτου για την μητέρα της, με την συνεπαγόμενη σκληρή ενοχή. Η τραγικότητα ολοκληρώνεται μετά τον θάνατο της μητέρας. Αντί της αναμενόμενης απελευθέρωσης της κόρης, αυτή κλείνεται στον εαυτό της και απομονώνεται ακόμη περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους.


Συνάντησα μια τέτοια μητέρα σ’ ένα νοσοκομείο, στο επισκεπτήριο ασθενών. Ήταν μια ηλικιωμένη, στα τέλη της ζωής της. Αποστεωμένη, αλλά η φωνή της είχε κρατήσει τον επιτακτικό και προστατευτικό τόνο. Απαιτούσε διαρκώς από την ενήλικη κόρη της να την υπηρετεί, αλλά δίχως κανένα “παρακαλώ” ή “ευχαριστώ”. Αντίθετα την επιτιμούσε διαρκώς για τις λανθασμένες της, κατ’ αυτήν, ενέργειες. Σε κάποια στιγμή που η κόρη της είχε βγει από τον θάλαμο για να την υπηρετήσει, σχολίασα στη γυναίκα το νοιάξιμο που της προσέφερε ακούραστα η κόρη της. Αυτή όχι μόνο δεν το αναγνώρισε αλλά το με στυφό ύφος απάντησε ότι αυτό ήταν υποχρέωση της κόρης της. Όταν στη συνέχεια ρώτησα αν είχε δώσει ποτέ την ευχή της στην κόρη της, με κοίταξε επιθετικά και μου είπε πικρά: “δεν έχω καμία ευχή για να μπορώ να την δώσω και στους άλλους!”


Μου ήταν φοβερά λυπηρό να βλέπω έναν άνθρωπο, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, να τελειώσει τη ζωή του μέσα σε μια αυτοδημιούργητη μιζέρια. Να έχει ενδοβάλει και ενσωματώσει τόσο πολύ την αδικία που είχε δεχθεί στο παρελθόν και να αποκλείει την πιθανότητα να γευθεί την όποια χαρά. Να μην έχει ευχή, γιατί αρνήθηκε να ζήσει ευχαριστισιακά. Αρνούμενη να ευχαριστήσει την κόρη της, αρνιόταν να γευτεί την αγάπη που δεχόταν. Θα μπορούσα να γράψω πολλούς τόμους με αντίστοιχες περιπτώσεις που έχω ζήσει στην κλινική μου εμπειρία, στις οποίες είναι ικανές νέες γυναίκες χάνουν τα χρόνια την νιότης τους σε μπλεγμένες σχέσεις με τις μητέρες τους. Οι μητέρες δεν βρίσκονται συνήθως σε τόσο δυσλειτουργηκές καταστάσεις, όπως αυτή η γυναίκα στο νοσοκομείο. Πρόκειται για γυναίκες που συνειδητά αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά ασυνείδητα τα εμποδίζουν στην αυτονόμησή τους.


Θυμάμαι πάντα με πολύ τρυφερότητα και εκτίμηση το νέο κορίτσι που είχε έρθει να με βρει από μια επαρχιακή πόλη, μετά τις Πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις.


Ήταν πολύ φορτισμένη, καθώς περιέγραφε την εμπειρία της. Στα τρία πρώτα μαθήματα είχε πάει πολύ καλά. Το τελευταίο μάθημα που έγραφε ήταν το αγαπημένο της, η Βιολογία. Στη διάρκεια της εξέτασης έκλαιγε με λυγμούς. Η επιβλέπουσα καθηγήτρια προσπαθούσε με γνήσιο ενδιαφέρον να την παρηγορήσει, λέγοντας της ότι δεν έπρεπε να στεναχωριέται, γιατί αν δεν πετύχαινε αυτήν την φορά, θα διάβαζε περισσότερο και θα τα κατάφερνε την επόμενη. Η κοπέλα όμως δεν της αποκάλυψε ότι ο λόγος που έκλαιγε συντετριμμένη δεν ήταν επειδή δε γνώριζε τα θέματα, αλλά ακριβώς το αντίθετο! Ήξερε τα πάντα, αλλά δεν έγραφε, καθώς η επιτυχία της θα την έφερνε στην Αθήνα.


Η ίδια αρχικά το απέδιδε στους φόβους της ως προς τις δυσκολίες προσαρμογής της στην μεγάλη απρόσωπη πόλη. Αργότερα στη θεραπεία αναδύθηκε η πραγματική αιτία, που αφορούσε την ανησυχία για την μητέρα της, η οποία περνούσε μια δύσκολη προσωπική περίοδο. Η μητέρα, επειδή ένιωθε ανεπαρκής να αντιμετωπίσει το πρόβλημά της, είχε μεταφέρει το βάρος της φροντίδας της στην κόρη, που η μετακίνησή της για σπουδές έμμεσα καταγραφόταν ως εγκατάλειψη.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ