Πώς πρέπει να μιλάμε στα παιδιά για την κρίση;

25 Ιουλίου 2013
Τι λέμε στο παιδί για την κρίση;
  
Η απάντηση έχει δύο βασικές πτυχές, που και οι δύο απαιτούν την εμπειρία και τη γνώση των μεγάλων προκειμένου να γίνουν κτήμα του παιδιού κατά τρόπο εποικοδομητικό. 
 
Γράφει ο Νίκος Σιδέρης, διδάκτωρ του τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και διδάσκων ψυχαναλυτής, μέλος της ψυχαναλυτικής σχολής του Στρασβούργου. 
 
 
Α) Το πρώτο που χρειάζεται να κατανοήσει το παιδί, είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο σκληρό, άνισο και άδικο- κι αυτό ισχύει μόνο για την Ελλάδα. Προφανώς, η οικογενειακή ιδεολογία θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη χροιά που θα δοθεί σ’ αυτή την πυρηνική περιγραφή της πραγματικότητας. Ωστόσο, η ουσία αυτή πρέπει να μεταδοθεί στο παιδί- υπερβαίνοντας τον καλοπροαίρετο ίσως πειρασμό “να προστατεύσουν το παιδί από τη σκληρή πραγματικότητα”. Καθώς καταρρέουν υλικοί, φαντασιακοί και συμβολικοί όροι της γενικής αυταπάτης, η απόπειρα εξωπραγματικής προστασίας στις αγκάλες μιας ακόμη ανυπόστατης μυθοπλασίας θα έχει μάλλον βαρύ κόστος: Να φας τα μούτρα σου στην όντως σκληρή πραγματικότητα.
 
Με άλλα λόγια: η πυρηνική αυτή αλήθεια πρέπει να μεταδοθεί στο παιδί όχι μόνο επειδή είναι αλήθεια- η πιο δυσβάσταχτη αλήθεια, εκείνη που ζούμε όσο κι αν την ξορκίζουμε και δεν θέλουμε να τη δούμε ολόκληρη. Αλλά, κυρίως, επειδή, χωρίς κάποια επίγνωση της θεμελιακής λογικής του συστήματος, τα παιδιά (και οι μεγάλοι) κινδυνεύουν να χαθούν σε μια αίσθηση και παράσταση του κόσμου διπλά επικίνδυνη. Που θα είναι, δηλαδή, όχι μόνο εξωπραγματική, άρα ολισθηρή, απατηλή, οδηγός σε εσφαλμένες επιλογές-  αφού με λάθος χάρτη το πιο πιθανό είναι να χάσεις τον δρόμο. Αλλά και, κάτω από τα δυσάρεστα πλήγματα της εμπειρίας και της διάψευσης των παραμυθιών, γεμάτη διωκτικά και καταθλιπτικά βιώματα, αισθήματα και σενάρια. Που συνθλίβουν την ψυχή καταπλακώνοντάς τη με αγωνίες, φθόνο, ντροπή, οργή και θυμό ενάντια σε εχθρούς και φίλους( ακόμη κι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό σου), ακρωτηριασμένη αυτοεκτίμηση, θλίψη...μέχρι και συμπεριφορές αυτοκαταστροφής, που στο παιδί μπορεί να πάρουν τη μορφή της σχολικής αποτυχίας, του μπλεξίματος σε κακές παρέες, της τσαλαβούτας σε ουσίες, της παραβατικότητας και της βίας.
 
Β) Το δεύτερο που χρειάζεται να δει και να πιστέψει το παιδί είναι ότι, απέναντι σ’ αυτόν τον σκληρό, άνισο και άδικο κόσμο, αντίδοτο υπάρχει. Και πάλι, η οικογενειακή ιδεολογία θα επικαθορίσει τον τρόπο που θα περιγραφεί αυτό το αντίδοτο: Άλλοι θα προσθέσουν τη διάσταση της πολιτικής, κοινωνικής, νοοτροπικής ή ηθικής μεταβολής του συνόλου. Άλλοι θα πουν ότι τα πάντα είναι θέμα προσωπικής πορείας, ανεξάρτητα από την πίεση των περιστάσεων. Και τα λοιπά. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι φανερό: Πέρα από ευρύτερες θεωρήσεις, υπάρχει αντίδοτο σρην κρίση στο επίπεδο της προσωπικής στάσης κάθε ανθρώπου, είτε μεγάλος είναι είτε παιδί. Κι αυτό το αντίδοτο ισχύει σε όλες της συνθήκες όπου οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με την αντιξοότητα.
 
Το εν λόγω αντίδοτο δεν είναι καρπός προσωπικού διαλογισμού και αυτοσχεδιασμού, αλλά της ιστορικής εμπειρίας. Πράγματι ο ελληνικός λαός έχει μακρότατη εμπειρία αντιμετώπισης της αντιξοότητας, επιβίωσης μέσα σε ακραία δυσμενείς συνθήκες και υπέρβασης της δοκιμασίας, συχνά με όρους λύτρωσης και συλλογικής αναβάθμισης της ύπαρξης. (Η Γερμανική Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση αποτελούν κορυφαία σύνοψη αυτής της διεργασίας.) Η ιστορική εμπειρία, λοιπόν, είναι αυτή που έχει εξοπλίσει του Έλληνες με βαθιά και ισχυρή τεχνογνωσία του αντεπεξέρχεσθαι στην αντιξοότητα. Τα βασικά κλειδιά της είναι τρία: Ανθρώπινη σχέση, υπαρξιακή αίσθηση του χρόνου, επινοητικότητα. Κι επειδή η αξία τους είναι ανεκτίμητη, καλό είναι να πούμε δυο λόγια περισσότερα γι’ αυτά τα ζωτικά κλειδιά, έτσι όπως έχουν προκύψει σαν καταστάλαγμα της εμπειρίας στην ελληνική παράδοση και κουλτούρα.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ