Ποιά είναι η καλύτερη αντιμετώπιση του πένθους

26 Ιουλίου 2013

 

 

 

 

Το πένθος είναι ένα κοινό και δυστυχώς συχνό φαινόμενο στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Είναι αναπόφευκτο στην ζωή όλων των ανθρώπων να υπάρχουν στιγμές που θα αποχαιρετήσουμε για πάντα, αγαπημένα πρόσωπα, ή γενικότερα «αντικείμενα αγάπης», όπως λέει η κλασική Ψυχιατρική. Μόνο ένα ον, που δεν έχει κάνει καμιά συναισθηματική επένδυση, δεν θα έρθει ποτέ στην δυσάρεστη θέση να πενθήσει για κάποια απώλεια. Όλοι οι υπόλοιποι είμαστε καταδικασμένοι να βιώσουμε πένθος.

Καθότι λοιπόν το πένθος αποτελεί αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής μας, οφείλουμε να βρούμε τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισής του. Και όταν λέμε αντιμετώπισής του, εννοούμε το άτομο που είχε την απώλεια, να καταφέρει να ξεπεράσει τις ψυχικές επιπτώσεις της και να επανέλθει στο προηγούμενο επίπεδο λειτουργικότητας. Με άλλα λόγια να επουλώσει την πληγή που προκάλεσε η απώλεια.

Το δηλώνω λοιπόν από την αρχή. Η άποψή μου είναι, όπως και στο παράδειγμα της πληγής, ας την αφήσουμε να κλείσει και ας μη την σκαλίζουμε συνεχώς. Ας δώσουμε την ευκαιρία στον οργανισμό να ολοκληρώσει ανενόχλητος την διαδικασία της επούλωσης και ας μη τον παρεμποδίζουμε με «αναμνηστικές» δόσεις πένθους.

Όλοι οι ψυχίατροι βέβαια, που εκπαιδευτήκαμε στα χρόνια της βασιλείας της ψυχανάλυσης, στα αυτιά μας ηχεί η πομπώδης ρύση: «ο άνθρωπος οφείλει να βιώσει το πένθος του». Τι αλήθεια όμως σημαίνει αυτό;

Εκείνο που πρακτικά σημαίνει, είναι να υπενθυμίζουμε στον παθόντα την απώλεια που υπέστη, το μέγεθός της και τις επιπτώσεις της στην συνέχεια του βίου του. Ένα επαναλαμβανόμενο μοιρολόι, το οποίο μετά από την συνεχή επανάληψη του, ελπίζουμε ότι θα προκαλεί όλο και μικρότερη συναισθηματική αντίδραση, στον πενθούντα. Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με τη συμπεριφεριολογία προκαλεί προοδευτική απευαισθητοποίηση, στο ερέθισμα του πένθους. Κατά τρόπον ώστε στο μέλλον, η υπενθύμιση του δυσάρεστου γεγονότος, να μη διεγείρει συναισθηματικές αντιδράσεις, ή εν πάση περιπτώσει τις ελάχιστες δυνατές.

Βέβαια η ψυχαναλυτική άποψη υποστηρίζει ότι η επώδυνη και μακρά αυτή διαδικασία, προκαλεί δομικές αλλαγές στην προσωπικότητα και ενισχύει ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας του πενθούντος ατόμου. Σωστό κι αυτό, όμως όπως είπα και προηγουμένως, επώδυνο και χρονοβόρο. Επιπλέον αρκετοί άνθρωποι που εισέρχονται σε αυτή την διαδικασία «βίωσης» του πένθους, εμπλέκονται σε ιδεοληπτική επανάληψη του ψυχοτραυματικού γεγονότος. Ιδιαίτερα άνθρωποι οι οποίοι συνηθίζουν να επικεντρώνουν την προσοχή τους σε λεπτομέρειες, άτομα με ψυχαναγκαστικά και τελειοθηρικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας, διατρέχουν τον κίνδυνο να εμπλακούν στην επανάληψη των ιδεών και των εικόνων που σχετίζονται με την απώλεια, με έναν ιδεοληπτικό τρόπο. Όπως ακριβώς γίνεται στην μετατραυματική διαταραχή (Post Traumatic Stress Disorder), όπου ο ασθενής εμπλέκεται και «κλειδώνεται», στην επανάληψη στο μυαλό του, της σκηνής του «τραυματισμού», έτσι και μερικοί πενθούντες μπλέκονται στην επανάληψη των αναμνήσεων, των εικόνων και των σκηνών.

 Προσωπικά έχω δει πολλούς γονείς, των οποίων τα παιδιά σκοτώθηκαν σε ατυχήματα, οι οποίοι είχαν «μπλεχτεί» στην συνεχή υπενθύμιση του πένθους, με καθημερινές επισκέψεις στον τάφο, ή στο τόπο του δυστυχήματος. Άλλοι διατηρούν ανέπαφο το δωμάτιο του παιδιού που πενθούν, όπως επίσης και τα προσωπικά του αντικείμενα και πράγματα. Υπάρχουν γονείς, οι οποίοι αναφέρονται συνεχώς στο απολεσθέν τέκνο τους, σαν να ζούσε, ή συχνά λένε: «αν ήταν εδώ ο…, θα έκανε αυτό, ή θα έλεγε εκείνο».

Αυτοί οι γονείς αποτελούν και τις δυσκολότερα αντιμετωπίσιμες περιπτώσεις κατάθλιψης. Έχουν μάλιστα και πολύ υψηλό βαθμό αυτοκτονικότητας. Μια μητέρα αυτοκτόνησε στο μέρος όπου πριν μερικά χρόνια είχε καεί το παιδί της, ακριβώς την επέτειο του ατυχούς γεγονότος.

Το πρώτο που λέω σε αυτούς τους γονείς είναι να σταματήσουν τις τελετουργίες υπενθύμισης του πένθους. Να σταματήσουν να πηγαίνουν στο νεκροταφείο, να περιορίσουν τις φωτογραφίες και τα ενθυμήματα του νεκρού παιδιού τους. Οι εντολές αυτές μάλιστα, εφόσον δίδονται από τον γιατρό, απενοχοποιούν τους γονείς, οι οποίοι δεν τολμούν να το κάνουν από μόνοι τους, γιατί θεωρούν ότι έτσι θα πρόδιδαν την μνήμη των νεκρών τους.

Μόνο εφ’ όσον περιοριστούν οι τελετουργίες υπενθύμισης, υπάρχει ελπίδα, απεγκλωβισμού αυτών των ανθρώπων από το πένθος τους και θεραπείας της κατάθλιψης, που αυτό προκαλεί. Μόνο τότε υπάρχει ελπίδα οι άνθρωποι αυτοί να επουλώσουν τις πληγές τους και να προχωρήσουν στη ζωή τους.

Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζω ότι είναι σημαντικό μετά από μια απώλεια, να μη εμπλακεί κανείς σε διαδικασίες και τελετουργίες υπενθύμισης του δυσάρεστου γεγονότος. Ο οργανισμός διαθέτει διαδικασίες επούλωσης, τις οποίες ακριβώς αναστέλλει ο πολιτισμός μας, με όλες τις ενοχές και τους εγωισμούς που παράγει.

Αν το σκεφτούμε ο θάνατος είναι δυστυχώς, ένα απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο φαινόμενο. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, με αυτό τον τρόπο αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι στον τόπο μας «το μοιραίο», όπως άλλωστε το αποκαλούσαν. Όμως οι τελευταίες δύο γενιές έχουν πιστέψει ότι δικαιούνται να ζήσουν τουλάχιστον μέχρι την όγδοη δεκαετία. Η εκπληκτική πρόοδος της Ιατρικής και της Υγιεινής, έκαναν τον σύγχρονο πολιτισμένο άνθρωπο, τολμώ να πω αυθάδη και εγωιστή εμπρός στον θάνατο.  Ότι δυσάρεστο βλέπει να συμβαίνει στους γύρω του, πιστεύει ακράδαντα ότι δεν πρόκειται να συμβεί σε αυτόν. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει την αίσθηση ότι είναι άτρωτος.

Σε όλη την μακρά ιστορία του ανθρώπου, όταν συνέβαινε ένα κακό στον γείτονα, ο άνθρωπος, αφ’ ενός ξόρκιζε το κακό, με αφιερώματα και θυσίες, αφ’ ετέρου λάμβανε προφυλάξεις, που έφταναν ακόμα και σε στιγματισμό της οικογένειας του αρρώστου ή του νεκρού. Τώρα βλέπει να παθαίνει από το κάπνισμα καρκίνο του πνεύμονα, ή έμφραγμα, ή ΧΑΠ ο γείτονας του και αυτός εξακολουθεί να καπνίζει, πιστεύοντας ότι αυτά τα κακά δεν πρόκειται να τον αγγίξουν ποτέ.

Από την άλλη, εάν συμβεί κάποιο δυσάρεστο γεγονός σε άτομο που εξαρτάται από αυτόν, όπως για παράδειγμα στο παιδί του, ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος, αισθάνεται ενοχές γιατί ως αυτάρεσκα «υπερδύναμος», όφειλε να το προστατέψει. Οι ενοχές που μας έχει βάλει αυτή η λογική της παντοδυναμίας, δημιουργούν έντονη ψυχική πίεση στον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος δεν μπορεί να αποδεχτεί την μοίρα του, αφού έχει διδαχτεί μετ’ επιτάσεως ότι η μοίρα του εξαρτάται από τον ίδιο.

Ποια είναι λοιπόν η προσφορότερη αντιμετώπιση του πένθους; Αφού βέβαια τονιστούν όλα τα παραπάνω, στον πενθούντα και το περιβάλλον του, νομίζω ότι πρέπει να αφήσουμε τους φυσικούς μηχανισμούς της λήθης, να κάνουν την δουλειά τους. Δηλαδή ας προσπαθήσουμε να μην επαναφέρουμε στο προσκήνιο «φακέλους» και «αρχεία» που σχετίζονται με το γεγονός της απώλειας και το απολεσθέν αντικείμενο της αγάπης.

Οι όροι «φάκελος» και «αρχείο» προέρχονται προφανώς από την τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όσοι λοιπόν χρησιμοποιείτε Η/Υ θα έχετε αντιληφθεί, ότι μια από τις ιδιότητες κατάταξης των φακέλων και των αρχείων, που διευκολύνει τον χρήστη, είναι ότι έρχονται σε πρώτη εμφάνιση και εύκολη πρόσβαση, όσοι φάκελοι ανοίχτηκαν τελευταία. Αντίθετα φάκελοι που δεν χρησιμοποιούνται, κατεβαίνουν στην ιεραρχία και η ανάκλησή τους γίνεται δυσκολότερη. Επομένως εάν θέλουμε ένας φάκελος να ξεχαστεί, δεν θα πρέπει να τον ξανανοίξουμε, γιατί κάθε φορά που τον ανοίγουμε,  ανακαλείται στην πρώτη θέση της ταξινόμησης των «αγαπημένων», όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνται οι φάκελοι αυτοί.

Εάν αποφύγουμε την ανάκληση των επώδυνων «φακέλων», αυτοί σιγά-σιγά με τον χρόνο θα θαφτούν, κάτω από τους νέους φακέλους της ζωής που συνεχίζεται. Αυτή είναι η φυσική πορεία λησμονιάς, κάθε δυσάρεστης παράστασης. Σε αυτή την φυσιολογική πορεία, δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε με υπενθυμίσεις και αναβιώσεις του πένθους, στο όνομα της κάθαρσης που πιστεύουν κάποιοι ότι προκαλείται από την «βίωση του πένθους».

Η θέση που υποστηρίζω εδώ, έρχεται σε αντίθεση με πολλές κατεστημένες πρακτικές, που εφαρμόζονται όχι μόνο στο πένθος αλλά και στη μετατραυματική διαταραχή PTSD. Ανάλογης φιλοσοφίας είναι και η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση ομάδας ατόμων με παρόμοιες ψυχοτραυματικές εμπειρίες. Ενώ αρκετοί ερευνητές ισχυρίζονται ότι αυτή η ομαδική έκφραση συναισθημάτων βοηθάει στην καλύτερη επούλωση των «πληγών», εντούτοις πιστεύω ότι πολλές φορές μπορεί να προκαλέσει διεύρυνση και καθήλωση των αρνητικών συναισθηματικών εμπειριών. Οι αναμνήσεις του ενός μέλους της ομάδος, διακινούν συναισθηματικά και τα υπόλοιπα μέλη. Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι ανακυκλώνονται τα αρνητικά συναισθήματα και οι αρνητικά φορτισμένες παραστάσεις. Με τον τρόπο αυτόν, εμποδίζεται η φυσική διαδικασία της λήθης και άρα δεν ευνοείται η αντιμετώπιση του πένθους.

Γράφει ο Παύλος Σακκάς, Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Edgar Wallace
Η Σκέψη της ημέρας
3:17 Edgar Wallace