The Wall- Rogers: 2 ώρες ανελέητης συναισθηματικής έντασης

2 Αυγούστου 2013

Ο Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος αρνείται να επιστρέψει σε γήινο έδαφος μετά από μια μοναδική οπτικοακουστική, βαθιά προσωπική αλλά και πολιτικά οργισμένη εμπειρία. To «Τhe Wall Live». Xωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει κάποιες αμφιβολίες.

Ο έμφυτος σνομπισμός μου απέναντι σε μαζικά πολυθεάματα που γίνονται talk of the town σε τριτοκοσμικές μεγαλουπόλεις όπως η Αθήνα, με είχε εμποδίσει να παρακολουθήσω την παράσταση «The Wall Live» του Ρότζερ Ουότερς δύο χρόνια πριν.

Θα μου πεις και με το δίκιο σου, «άσε μου κουκλίτσα μου, δεν πήγες στο «The Wall», αλλά μια χαρά έβαλες τα κόκκινα γοβάκια σου και για τη Madonna και για την Kylie και μας μιλάς για μαζικά πολυθεάματα.» Ένσταση κύριε πρόεδρε. Γιατί στις δύο προαναφερθείσες κυρίες, ήξερα ότι πρόκειται για φανταχτερό pop μαζικό υπερθέαμα εξ' αρχής. Αυτό ήθελα κι αυτό πήγα συνειδητά να καταναλώσω.

Στην περίπτωση του «The Wall» μουλάρωνα κατ' αρχάς απέναντι στο συνδυασμό της υπερπαραγωγής με το πολιτικό μήνυμα. Ένας συνδυασμός που πάντα με ψυλλιάζει όσον αφορά την τιμιότητα του. Με την έννοια του ότι πώς μου μιλάς για πόλεμο, πείνα, δυστυχία, καπιταλισμό, όταν από μόνη της η παραγωγή του σόου σου και τα φράγκα που βγάζεις από αυτό, φτάνουν για να ταΐσουν δέκα χωριά στην Αφρική; Κι όταν μου πουλάς τα αναμνηστικά made in China μπλουζάκια 30 ευρώ το ένα.

Η δεύτερη άρνηση μου είχε να κάνει με το πόσο, πώς και γιατί εξαργυρώνεις ένα άλμπουμ ορόσημο, 30 χρόνια μετά από την εποχή του και χωρίς το υπόλοιπο συγκρότημα που το είχε δημιουργήσει, δηλαδή τους Pink Floyd. Γιατί το «The Wall» και όχι κάτι καινούργιο σαν καλλιτεχνική πρόταση και δημιουργία;

Και η τρίτη εναντίωση μου, ίσως η πιο σνομπίστικη, αφορούσε στο τι επαφή είχε, έχει η πλειοψηφία του κοινού ενός σταδίου με το concept του «The Wall» το οποίο ουσιαστικά πρόκειται για μια ροκ όπερα που αφηγείται μια βαθιά προσωπική και αιχμηρά πολιτική ιστορία. Θα μου πεις «και τι σε νοιάζει ο κόσμος;». Ω με νοιάζει μαντάμ. Γιατί αν την ώρα που η σκηνή σείεται και οι στίχοι με παρασύρουν, εσύ απλώς επειδή δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται και λες μαλακίες στο γκόμενό σου, ονειρεύομαι ότι σε ψεκάζω με μουτζοκτόνο και μου χαλάς τη βραδιά. Σαν μια τύπισσα πάνω σε δεκάποντα, που έλεγε στον καλό της: «Μα αυτή η γέφυρα (σ.σ. ναι γέφυρα) του Καλατράβα από πάνω δεν κλείνει; Μα εγώ ήμουν σίγουρα ότι κλείνει». Ναι μωρή, και σε λίγο στη σκηνή μαζί με τον Ρότζερ Ουότερς θα βγει κι ο Νότης για ντουέτο.

Τέλος πάντων, μια οι κριτικές που διάβασα για την παράσταση, μια το πολύ λογικό εισιτήριο (πιο λογικό δε γίνεται, το υπογράφω αυτό και μπράβο στους διοργανωτές) είπα να πάω. Και πολύ φοβάμαι ότι ακόμα δε γύρισα. Και δε θέλω να γυρίσω.

Είναι αδύνατο να περιγράψεις τόσο το μέγεθος της παραγωγής όσο και την συναισθηματική της ένταση. Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω. Τεράστιες εντυπωσιακές τρισδιάστατες μαριονέτες βασισμένες πάνω στα κινούμενα σχέδια - ορόσημα του Τζέραλντ Σκαρφ από την ταινία. Τον δάσκαλο, τη μητέρα, τη δηλητηριώδη γυναίκα. Αεροπλάνο που καρφώνεται από τον αέρα πάνω στη σκηνή και πιάνει φωτιά την ώρα που το στάδιο όλο σείεται από τις ηχητικές εγκαταστάσεις με ήχους βομβαρδισμών σαν να είσαι στην πρώτη γραμμή. Μια πελώρια μαύρη φουσκωτή καπιταλιστική γουρούνα να πετάει πάνω από τα κεφάλια μας.

 

Video projection πέρα από κάθε τεχνική σύλληψη, πάνω στον πελώριο τοίχο που στήνεται σιγά σιγά, τούβλο τούβλο κατά τη διάρκεια του πρώτου μέρους της παράστασης, εξαφανίζοντας από πίσω του την μπάντα. Projections όχι μόνο με τα εμβληματικά σχέδια του Σκαρφ, αλλά με χίλια δύο ευρήματα και εικόνες και συγκινήσεις. Ανθρώπων που έχουν πεθάνει με το βιογραφικό τους και τη φωτογραφία τους, αεροπλάνων που βομβαρδίζουν τον κόσμο με βόμβες οι οποίες έχουν το σχήμα του Αστεριού του Δαυίδ, της Shell, του δολαρίου, του σφυροδρέπανου, του χριστιανικού σταυρού, όλων των συμβόλων που έχουν αιματοκυλίσει την ανθρωπότητα όπως αιματοκύλισαν και την οθόνη.

Αντικαπιταλιστικών και αντικυβερνητικών συνθημάτων, όπως το τεράστιο και γραμμένο στα ελληνικά: «ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ». Ο 69χρονος Ουότερς να αλωνίζει τη σκηνή ακούραστος, σαν 40άρης. Να ντύνεται φασίστας στο δεύτερο μέρος με τη μεταμόρφωση του ήρωα, την ώρα που σημαίες με το σήμα κατατεθέν των δύο σφυριών ανεβαίνουν πάνω από το ολοκληρωτικό τοίχος και τα μέλη της μπάντας μεταμφιέζονται κι αυτοί σε φασίστες στρατιωτικούς με περιβραχιόνια. Μέχρι το τελικό εντυπωσιακό γκρέμισμα της κατασκευής του τοίχους και τη λύτρωση.

Δύο ώρες ανελέητης συναισθηματικής έντασης, σε μία από τις ελάχιστες μουσικές παραστάσεις της ζωής μου που με έπιασα να δακρύζω και μια και δύο και τρεις φορές. Από δέος για το συγχρονισμό και το θέαμα αλλά και από πολιτική σκέψη και προσωπική ενδοσκόπηση και πραγματική συγκίνηση. Πράγμα που για μένα ήταν και το απόλυτο κριτήριο του αν άξιζε να είμαι εκεί.

Γιατί ο συγκεκριμένος όγκος του θεάματος, θα μπορούσε πάρα πολύ εύκολα, όχι απλώς να καπελώσει το συναίσθημα, αλλά να το ισοπεδώσει. Δεν το έκανε. Το μεγέθυνε σε τρομακτικό βαθμό που σε καθιστούσε ακούνητο στη μέση του γηπέδου. Τόσο που δε θυμάμαι ούτε καν να χειροκροτώ. Είχα παγώσει. Είχα ταξιδέψει. Είχα μικρύνει και μεγαλώσει εκατό φορές σαν μυρμηγκάκι και σαν γίγαντας.

Ναι, όταν όλα τελείωσαν, κάποιες από τις αμφιβολίες μου επέστρεψαν δεν το αρνούμαι. Όσον αφορά τη συνθηματολογική, θεαματική και συναισθηματική «επαναστατική» χειραγώγηση. Το πόσο εύκολο μπορεί να είναι στην τελική το να εκβιάσεις την οργή ενός πλήθους, γράφοντας «ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ». Ειδικά όταν αυτό είναι κοινή σκέψη.

Όμως φαντάζομαι ότι άλλο τόσο και ακόμα περισσότερο εύκολο είναι το να μην το γράψεις. Και να μην ενορχηστρώσεις ένα τέτοιο θέαμα για να το «περικυκλώσεις». Και ίσως, αυτή η ποιότητα του «The Wall» σαν υπερθέαμα είναι που το καθιστά μεγαλειώδες. Μπορείς να το απολαύσεις σε μια πρώτη ανάγνωση, σαν ένα επαναστατικό σόουμπιζ πυροτέχνημα που ενίοτε αγγίζει τα όρια του αφελούς και σίγουρα του πομπώδους. Μπορείς όμως και να το προσεγγίσεις σαν ένα εύκολο στην κατανάλωση, εφαλτήριο για να βουτήξεις μέσα σου και να δεις τον κόσμο γύρω σου με άλλο μάτι.

Κι εκεί να αποφασίσεις αν είσαι έτοιμος κι αν θέλεις να κάνεις το επόμενο, πιο δύσκολο βήμα ή απλώς θα χαζεύεις τις αναμνηστικές μπροσούρες με τις εικόνες από την παράσταση στο μικροαστικό σου σαλονάκι σαν μια μοναδική ανάμνηση και εμπειρία ζωής. Που όντως είναι. Κι αυτό το δύσκολο δεύτερο βήμα, αφορά πάντα στη δική σου ειλικρίνεια, ετοιμότητα κι επιθυμία για την επανάστασή σου. Κι όχι στην κριτική σου για την ειλικρίνεια του όποιου Ρότζερ Ουότερς, και του εξαιρετικού και υπεράνω περιγραφής, θεάματός του.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ