Ορμόνες: Η αιτία που ένας έρωτας σβήνει και ξανανάβει!

12 Αυγούστου 2013

Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη ταράζει συθέμελα τη ρομαντική -και κάπως αφελή- αντίληψη για τον έρωτα, η οποία έχει την καταγωγή της στην τέχνη και η ανθρωπότητα με ευχαρίστηση την έχει ενστερνιστεί. O έρωτας, αυτή η «ανεξήγητη δύναμη» που μας συνεπαίρνει, αυτή η «μαγεία» που μας μετατρέπει σε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε συνήθως, αυτή η «μοίρα» που μας οδηγεί σε άγνωστα μονοπάτια, παύει να είναι τόσο ανεξήγητος. Μέσα σε εργαστήρια βιολόγων και νευρολόγων, τα «ρομαντικά» μας συναισθήματα αναλύονται, παρατηρούνται, ερευνώνται, αποκρυπτογραφούνται και μας αποκαλύπτουν πολλά από τα έως τώρα ανεξιχνίαστα μυστήρια του έρωτα. Αυτό, βέβαια, δεν μας εμποδίζει σε καμία περίπτωση να συνεχίζουμε να ζούμε τον έρωτα με τον ίδιο μαγικό κι εκστατικό τρόπο όπως ανέκαθεν.

Αρκεί που γνωρίζουμε πλέον ότι, όσο κι αν μια κόκκινη καρδιά θα είναι το αιώνιο σύμβολο των απανταχού ερωτευμένων, όλη η ιστορία του έρωτα και της αγάπης αρχίζει (και... τελειώνει) μέσα στις ατέρμονες ­πτυχώσεις του εγκεφάλου μας. Γι’ αυτό, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στα βαθιά μυστήρια του ερωτευμένου μυαλού. Ίσως, μάλιστα, καταφέρουμε να πάρουμε απαντήσεις σε κάποια από τα πιο συχνά ερωτήματα σχετικά με τις ερωτικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα: «Τελικά σεξ και συναίσθημα πάνε μαζί ή μπορούμε να διαχωρίσουμε εντελώς το ένα από το άλλο;». 


Ας φανταστούμε μια απλή και συνηθισμένη ιστορία ερωτικής σχέσης, που ίσως να θυμίζει στον καθένα μας κάτι από τη δική του ιστορία. 


Μια ρομαντική ανταλλαγή φερομονών 
Ένας άνδρας και μία γυναίκα συναντώνται στο σπίτι ενός κοινού φίλου. Από την πρώτη στιγμή και οι δύο αισθάνονται ότι «κάτι συμβαίνει» μεταξύ τους. Ξανά και ξανά, βρίσκουν αφορμές για να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον και φεύγουν έχοντας καθένας τους «αποθηκευμένο» στο κινητό του το τηλέφωνο του άλλου. Μια μικρή παύση εδώ και μια ματιά στα «παρασκήνια». Τι έχει παιχτεί μέχρι τώρα στο «χημικό εργαστήριο» του σώματός τους; Από την πρώτη κιόλας συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να υποψιάζονται ­τίποτα, τα σώματά τους έχουν ήδη ­ανταλλάξει πάρα πολλές και σημαντικές πληροφορίες. Αυτό οφείλεται στις ­περίφημες φερομόνες, τις χημικές ουσίες που προέρχονται από το πολύ μακρινό παρελθόν του είδους των θηλαστικών. Κάτω από το δέρμα μας, σε σημεία πολύ «κρίσιμα», όπως κάτω από τις μασχάλες, στα γεννητικά όργανα και το στήθος, βρίσκονται μικροσκοπικοί αδένες που εκκρίνουν αυτές τις «άτακτες» ορμόνες. Κι επειδή τίποτα δεν τις σταματά, στοχεύουν και βρίσκουν τον άλλον κατευθείαν στο κέντρο της όσφρησής του. «Χτυπούν την πόρτα» στο πιο πρωτόγονο κομμάτι του εγκεφάλου του και αφήνουν εκεί ανεξίτηλα την προσωπική, μοναδική τους σφραγίδα. Και με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή; Γιατί ορισμένοι μπαίνουν «με το έτσι θέλω» κι αφήνουν τη σφραγίδα τους, ενώ άλλοι προσπαθούν και δεν τα καταφέρνουν; Γιατί τελικά «τρελαινόμαστε» με εκείνον που ίσως δεν πληροί τις προδιαγραφές μας (αισθητικές, κοινωνικές, ηλικιακές κλπ.); Η αμιγώς βιολογική εξήγηση είναι ότι μέσα στον εγκέφαλό μας υπάρχει ένα σύστημα «αποκωδικοποίησης» των πληροφοριών που μας δίνουν οι φερομόνες του άλλου. Το σύστημα αυτό μας κάνει να επιλέγουμε το σύντροφο που το γενετικό του προφίλ ταιριάζει καλύτερα στο δικό μας. Σκοπός όλης αυτής της διαδικασίας είναι η διασφάλιση των καλύτερων προϋποθέσεων για γερούς απογόνους και για τη διαιώνιση του είδους. Ακόμη, λοιπόν, κι αν εμείς ούτε το σκεφτόμαστε να αποκτήσουμε απογόνους, ο πιο «πρωτόγονος» εαυτός μας δουλεύει για να εξασφαλίσει το μέλλον του Homo sapiens. Φαίνεται μάλιστα πως οι γυναίκες, επιφορτισμένες πρωτίστως με την ευθύνη της αναπαραγωγής, είναι καλύτερα εξοπλισμένες για την αποκωδικοποίηση των γενετικών πληροφοριών των ανδρικών φερομονών. Eίναι, δηλαδή, πιο «εις βάθος» ­επιλεκτικές.

«Θα σε αγαπώ μέχρι το τέλος της... σεροτονίνης!» 

Τι θα συμβεί, όμως, όταν τα πράγματα αρχίζουν να μην αλλάζουν πια τόσο ραγδαία; Με το χρόνο, η συνήθεια (που είναι και βιολογική συνήθεια των νευρώνων) ρίχνει τα επίπεδα της ντοπαμίνης και δεν νιώθουμε πια την ίδια ευχαρίστηση όταν είμαστε με τον άλλον. Για να τη διαφυλάξουμε και να την αναβιώνουμε, χρειάζεται να διατηρούμε τη σχέση μας σε «κίνηση», να βάζουμε τη φαντασία μας να δουλέψει και να επιστρατεύουμε τη δημιουργικότητά μας. Όπως ένας καλλιτέχνης που έχει διαστήματα χωρίς έμπνευση, αλλά δεν σταματά να είναι «γόνιμος» και να καλλιεργεί συνεχώς τη φαντασία του. Άλλωστε, η οξυτοκίνη δεν μας αφήνει ποτέ: μπορεί να επανέλθει κάθε στιγμή και να «ξανανάψει τη φλόγα». Και μετά έρχεται η σεροτονίνη, ορμόνη υπεύθυνη για τον ύπνο και την καλή μας διάθεση και, σύμφωνα με τους νευροβιολόγους, το θεμέλιο της αληθινής σχέσης. Το ζευγάρι πλέει τώρα στα πελάγη της ώριμης αγάπης...


Πάρτι αμφεταμινών 
Σύντομα -πολύ σύντομα- τηλεφωνούνται και ξαναβρίσκονται. Μεταξύ τους αναπτύσσεται ένας έντονος έρωτας. Η ματιά του! Το χαμόγελό της! Η φωνή του! Το άγγιγμά της! Καθετί στον άλλ­ον έχει τη δύναμη να τους ανεβάσει στον έβδομο ουρανό, να κάνει την καρδιά να χτυπά δυνατά και όλο το «είναι» τους να νιώθει τεράστια ευφορία. Φυσικά, δεν έχουν μυαλό για τίποτε άλλο και δεν τους απασχολεί τίποτε άλλο. Oύτε οι νουθεσίες των φιλενάδων της ότι εκείνος δεν έχει ακόμη χωρίσει εντελώς με την πρώην του, ούτε οι φήμες ότι εκείνη είναι ανυπόφορα ζηλιάρα. Oι δυο τους είναι «κουφοί και τυφλοί» για όλα αυτά και το μόνο που θέλουν είναι να ζήσουν το πάθος τους. Εννοείται ότι και στο σεξ αισθάνονται πως έχουν βρει το άλλο τους μισό. 

 Παίρνουμε «αναβολικά»; Γιατί τόση ευφορία; Τίποτα πιο φυσικό από αυτό. Μια «εκτόξευση» αδρεναλίνης ενεργοποιεί στο έπακρο τις εγκεφαλικές μας λειτουργίες και μας κάνει να είμαστε σε υπέροχη φόρμα! Αισθανόμαστε θαυμάσια και ο άλλος μας βρίσκει μαγευτικούς! Η φαινυλεθυλαμίνη, η εγκεφαλική μας αμφεταμίνη (που παρεμπιπτόντως υπάρχει και στη σοκολάτα!), είναι υπεύθυνη για όλα αυτά τα καταπληκτικά συναισθήματα, για το ότι δεν πεινάμε, δεν διψάμε, δεν νυστάζουμε και νιώθουμε εκστατικοί και πλήρεις. Και όλα αυτά τα παράγει το συναίσθημα, η «ρομαντική», ας πούμε, πλευρά του έρωτά μας και όχι, όπως ίσως τείνουμε να πιστεύουμε, το σεξουαλικό πάθος. Ταυτόχρονα, συμβαίνει και κάτι άλλο. Η έντονη ερωτική επιθυμία για τον άλλο μας «τυφλώνει». Αποδεδειγμένα. Όταν θέλουμε πολύ τον άλλον, τότε κάποιες ζώνες του εγκεφάλου μας «ανάβουν» και κάποιες «σβήνουν», αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο για να παραδοθούμε στο πάθος μας. Η λογική σκέψη αφοπλίζεται, γι’ αυτό και κανένα επιχείρημα, καμιά προειδοποίηση, όσο λογικά κι αν ακούγονται, δεν μπορούν να αναχαιτίσουν την προσπάθειά μας να τον κατακτήσουμε. Το ενδιαφέρον είναι ότι, σε αυτή την περίπτωση, σεξουαλική επιθυμία και συναίσθημα δουλεύουν μαζί. Αυτό το «σβήσιμο της λογικής» γίνεται ταυτό­χρονα και από το σεξουαλικό και από το συναισθηματικό κέντρο του εγκεφάλου. Όταν, λοιπόν, νιώθουμε αποκλειστικά σεξουαλικό ενδιαφέρον για κάποιον ή αν κάποιος μας συγκινεί μόνο συναισθηματικά, αλλά όχι σεξουαλικά, τότε δεν «τυφλωνόμαστε» και η λογική εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να μας συμμορφώσει! 


Μια σχέση αγάπης με... οξυτοκίνη 

Το ζευγάρι αρχίζει να γνωρίζεται καλύτερα. Και η έκσταση δεν κρατά πάρα πολύ. Μόλις τη νιώθουν να πέφτει, θέλουν άλλη μια «δόση», να τηλεφωνηθούν, να μιλήσουν, να βρεθούν, να ξανανιώσουν αυτή την υπέροχη ευφορία... Ώσπου έρχεται η στιγμή που το σώμα δεν πάλλεται πια με τον ίδιο τρόπο, η καρδιά δεν ­χτυπά τρελά, τα πράγματα ησυχάζουν... για ορισμένους, μάλιστα, είναι η στιγμή «να την κάνουν» και να ψάξουν την έκσταση κάπου αλλού. Για όσους, όμως, παραμένουν στις επάλξεις της σχέσης, μια καινούργια φάση αρχίζει, αυτή της αγάπης και του δεσίματος, της βαθύτερης γνωριμίας και των «ώριμων» συναισθημάτων. Αναπτύσσεται οικειότητα και συντροφικότητα, ενώ στιγμές ευφορίας κάλλιστα μπορούν να υπάρξουν, παρόλο που είναι σπανιότερες και λιγότερο έντονες. Το ίδιο το ζευγάρι τις χαρακτηρίζει «πιο βαθιές». Από χημική άποψη, πρόκειται για τη φάση ενός ορμονικού «κοκτέιλ» πιο ανθεκτικού στο χρόνο, που περιέχει ντοπαμίνη φυσικά, για ευτυχία και τόνωση, και οξυτοκίνη, την κατεξοχήν ορμόνη της αγάπης! Την έκκρισή της προκαλεί μια τρυφερή κουβέντα, αλλά και ο ήχος της αγαπημένης φωνής, η αναπόληση μιας ωραίας στιγμής. Η οξυτοκίνη είναι η υπεύθυνη ορμόνη για τις ωδίνες του τοκετού, αλλά και για το πρώτο συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ μητέρας και νεογέννητου, και τα επίπεδά της μέσα στον οργανισμό μας ανεβαίνουν όταν αισθανόμαστε σιγουριά κι εμπιστοσύνη. Το «κοκτέιλ» αυτό είναι απαραίτητο συστατικό της κοινής μας ζωής, της μόνιμης σχέσης, των κοινών στόχων, της επιθυμίας για παιδιά...


Μπορεί η σβησμένη φλόγα να ξανανάψει;
Αντίθετα με ό,τι πιστεύουμε και μας κάνει πολύ συχνά να απογοητευό­μαστε και να εγκαταλείπουμε, φαίνε­ται πως η αντίληψη ότι όταν ο έρωτας σβήνει, δεν ξανανάβει, δεν είναι και τόσο σωστή. Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα. Διότι, επίσης αντίθετα με αυτό που πιστεύεται, δεν είναι η σεξουαλική επι­θυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθή­ματα που ξυπνούν την επιθυμία για τον άλλον.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ