Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα της θρησκείας, στο σήμερα

15 Αυγούστου 2013

Εχουν αξιολογηθεί από τη θρησκεία ως παραπτώματα που επισείουν την ύψιστη τιμωρία και καταδικάζονται εδώ και χιλιετίες από την εκάστοτε ηθική τάξη ως ελαττώματα που πρέπει να καταπολεμούνται. Παρ' όλα αυτά η αλαζονεία, η απληστία, η ζηλοφθονία, η λαγνεία, η οργή και η λαιμαργία αποτελούν αδυναμίες που εξακολουθούν να «βασιλεύουν» στη σύγχρονη εποχή. Και αυτό γιατί είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ανθρώπινη φύση.

Οι επιστήμονες, οι οποίοι έχουν αρχίσει τα τελευταία χρόνια να αφιερώνουν σε αυτές τις μελέτες τους, τις θεωρούν εκφράσεις οικουμενικών χαρακτηριστικών, ενστίκτων που συνοδεύουν το ανθρώπινο είδος «εκ κατασκευής», εξυπηρετώντας την πορεία της εξέλιξης. Και αν ακόμα τις έχουν απαλλάξει από τη «θανάσιμη» διάστασή τους _ ορισμένες μάλιστα, όπως την παχυσαρκία, αποφεύγουν να τις καταλογίσουν στην ελεύθερη βούληση _ δεν παύουν να τις θεωρούν προβληματικές, αφού πολλές από αυτές φαίνεται να συνδέονται με αντικοινωνικές συμπεριφορές και διαταραχές της προσωπικότητας.

Το παν, τονίζουν οι ψυχολόγοι, είναι να χρησιμοποιούμε αυτά τα «εξελικτικά εργαλεία» που μας έχει χαρίσει η φύση με τον σωστό τρόπο, χωρίς να χάνουμε το μέτρο . Και επειδή κάθε εποχή έχει τα δικά της πρότυπα και τις δικές της αδυναμίες, επτά εδικοί προτείνουν για τους αναγνώστες του «Βήματος» επτά νέα αμαρτήματα για τη σύγχρονη εποχή

Αλαζονεία, απληστία, ζηλοφθονία, λαγνεία, οργή, λαιμαργία, οκνηρία. Επτά θανάσιμα αμαρτήματα «βαραίνουν» εδώ και αιώνες τη χριστιανική συνείδηση και έχουν εντυπωθεί μέσω της τέχνης στην κουλτούρα ολόκληρου του δυτικού κόσμου. Τα βρίσκουμε παντού, από τις αλληγορικές μορφές των έργων των αναγεννησιακών ζωγράφων, τη «Θεία Κωμωδία» και τους «Θρύλους του Καντέρμπουρι» ως τα έργα του Σαίξπηρ, τη σάτιρα του Μπέρτολτ Μπρεχτ και του Κουρτ Βάιλ ή, σε απολύτως σύγχρονη εκδοχή, τη δολοφονική εμμονή της ταινίας «Seven».

Τα βλέπουμε επίσης να εκδηλώνονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό γύρω μας - στις καθημερινές ειδήσεις, στον κοινωνικό μας περίγυρο, ενδεχομένως και στον ίδιο τον εαυτό μας. Οι επίπονες προσπάθειες της θρησκείας να εξορίσει αυτές τις αδυναμίες μαζί με τους δαίμονές τους εις το πυρ το εξώτερον δεν φαίνεται να έχουν αποδώσει. Ισως επειδή αποτελούν εκφράσεις χαρακτηριστικών που είναι απολύτως συνυφασμένα με την ανθρώπινη φύση. Ετσι ακριβώς αντιμετωπίζονται σήμερα από την επιστήμη, η οποία βλέπει στη βάση του καθενός από αυτά τα «θανάσιμα αμαρτήματα» ένα εξελικτικό «εργαλείο» το οποίο εξυπηρετεί την επιβίωση και τη διαιώνιση του είδους. Τα προβλήματα, λένε οι ειδικοί, αρχίζουν όταν χάνουμε τον έλεγχο και ξεπερνάμε τη σωστή «δόση».

«Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα απεικονίζουν τον αιώνιο αγώνα της ανθρωπότητας να υπερβεί τα ζωώδη ένστικτά της και να κυριαρχήσει στα συναισθήματά της» επισημαίνει μιλώντας στο «Βήμα» ο δρ Κρίστιαν Τζάρετ, ο οποίος υπογράφει ένα σχετικό άρθρο σε πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Psychologist» της Βρετανικής Εταιρείας Ψυχολόγων. «Η ανικανότητά μας να επιτύχουμε απόλυτα αυτόν τον έλεγχο είναι αυτή που τα κάνει επίκαιρα ακόμη και σήμερα». Η «διαχρονικότητα» αυτών των ενστίκτων είναι έκδηλη στο γεγονός ότι όλα αποτελούν τα τελευταία χρόνια αντικείμενο μελέτης από τους ειδικούς, όπως καταγράφεται σε ρεπορτάζ της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ.

Αλαζονεία

Η αλαζονεία θεωρείται από τη θρησκεία η «μητέρα» όλων των αμαρτημάτων - δεν είναι τυχαίο ότι ο δαίμονας με τον οποίο συνδέεται είναι ο Εωσφόρος. Για τους ψυχολόγους ωστόσο η υπερηφάνεια είναι απλώς ένα ανθρώπινο συναίσθημα - δευτερεύον μεν και σύνθετο, αλλά απολύτως οικουμενικό και, σε μια «υγιή» διάσταση, εξαιρετικά χρήσιμο. Η έκφρασή του στη «γλώσσα του σώματος» - ελαφρό χαμόγελο, κεφάλι ψηλά, σώμα στητό και χέρια ανασηκωμένα ή στη μέση - αναγνωρίζεται, όπως δείχνουν οι επιστημονικές μελέτες, από όλους τους λαούς, ακόμη και από τετράχρονα παιδιά.

«Σε διαπολιτισμικές έρευνες που κάναμε διαπιστώσαμε ότι η μη λεκτική έκφραση της υπερηφάνειας αναγνωρίζεται ακόμη και από πληθυσμούς της Μπουρκίνα Φάσο, οι οποίοι δεν είχαν καμία επαφή με τον δυτικό πολιτισμό, ούτε καν μέσω της τηλεόρασης ή των περιοδικών» τονίζει μιλώντας στο «Βήμα» η Τζέσικα Τρέισι, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, η οποία ειδικεύεται στη μελέτη των συναισθημάτων.

Σε μια άλλη εργασία η κυρία Τρέισι και οι συνάδελφοί της μελέτησαν τους αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Διαπίστωσαν ότι όλοι, από όποια χώρα και αν προέρχονταν, επιδείκνυαν την ίδια ακριβώς «γλώσσα του σώματος» ύστερα από κάποια επιτυχία. Το ίδιο ίσχυε και για τους εκ γενετής τυφλούς αθλητές των Παραολυμπιακών, οι οποίοι δεν είχαν δει ποτέ την έκφραση της υπερηφάνειας σε κάποιον άλλο ώστε να τη μιμούνται. «Αυτό» τονίζει «αποτελεί για μένα μία από τις πιο ισχυρές ενδείξεις ότι το εν λόγω συναίσθημα είναι οικουμενικό, προφανώς έμφυτο, αποτελεί μέρος της γενετικής κατασκευής μας».

Η υπερηφάνεια είναι για την ψυχολογία μια θετική συναισθηματική εμπειρία. «Είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα· οι άνθρωποι το επιδιώκουν και θέλουν να το έχουν» λέει η ψυχολόγος. «Τώρα το κατά πόσον οι συνέπειές του είναι θετικές, αυτό εξαρτάται». Οι ερευνητές έχουν «εντοπίσει» δύο μορφές του: την αυθεντική και την υβριστική υπερηφάνεια. Η πρώτη θεωρείται θετική. Η δεύτερη εκφράζει μάλλον αυτό που έχει οριστεί ως το αμάρτημα της αλαζονείας.

«Η αυθεντική υπερηφάνεια» εξηγεί η ειδικός «είναι η υπερηφάνεια την οποία οι άνθρωποι αισθάνονται όταν έχουν επιτύχει κάτι - όταν έχουν “δοκιμάσει” τις δυνάμεις τους, όταν αισθάνονται άξιοι και παραγωγικοί». Αυτού του είδους η υπερηφάνεια κινητοποιεί κάθε θετική κοινωνική συμπεριφορά, την αίσθηση της προσφοράς, της φιλοπονίας και της οικοδόμησης καλών σχέσεων. «Από την άλλη πλευρά όμως» προσθέτει «υπάρχει η υβριστική υπερηφάνεια η οποία, αν και είναι εξίσου ευχάριστη ως συναίσθημα, συνδέεται με τον ναρκισσισμό και φαίνεται να έχει περισσότερο αρνητικές πλευρές». Στις έρευνές τους οι ειδικοί έχουν διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι στους οποίους το συγκεκριμένο συναίσθημα εκδηλώνεται με αυτόν τον τρόπο συνδέονται με αντικοινωνικές συμπεριφορές και τάσεις: τείνουν να είναι επιθετικοί, αντιπαθείς στον περίγυρό τους και επιρρεπείς σε διαταραχές της προσωπικότητας.

Τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά; «Μπορεί κάποιος να νιώσει αυθεντική ή υβριστική υπερηφάνεια από το ίδιο ακριβώς γεγονός» λέει η κυρία Τρέισι. Το «κρίσιμο» σημείο βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο θα το εκτιμήσει. «Εχουμε διαπιστώσει ότι, όταν κάποιος θεωρεί πως το γεγονός αυτό είναι αποτέλεσμα προσπάθειας, είναι πιο πιθανό να νιώσει αυθεντική υπερηφάνεια. Αν όμως θεωρήσει ότι είναι κάτι πιο γενικό - π.χ., αν πει “α, εγώ έχω ταλέντο, είμαι έξυπνος, είμαι καλύτερος από τους άλλους” -, τότε υπάρχει μια χροιά ανωτερότητας, κοινωνικής σύγκρισης που συνδέεται με την υβριστική υπερηφάνεια».

Απληστία

Για τη θρησκεία η απληστία είναι ένα ελάττωμα που υποκινείται από τον Μαμμωνά, το δαίμονα του υλικού πλούτου και του χρήματος. Για την ψυχολογία αποτελεί την υπερβολική έκφραση ενός βασικού «υλιστικού» ενστίκτου, το οποίο αποδεικνύεται επίσης οικουμενικό και εποικοδομητικό, αφού μας βοηθά να προοδεύουμε και να βελτιώνουμε τη θέση μας.

«Τη συναντάμε σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις εποχές» τονίζει μιλώντας στο «Βήμα» ο Τιμ Κάσερ, καθηγητής Ψυχολογίας στο Κολέγιο Νοξ του Ιλινόι, ο οποίος ειδικεύεται στη μελέτη των υλιστικών αξιών. «Η επιθυμία για χρήματα, κοινωνική θέση και άλλα ανάλογα αγαθά αποτελεί μία από τις βασικές αξίες που κινούν τις φαντασιώσεις των ανθρώπων. Οταν όμως η αίσθηση αυτών των υλιστικών αξιών γίνεται ακραία, οι άνθρωποι υιοθετούν άπληστες συμπεριφορές».

Μελέτες που έχουν αρχίσει να διεξάγονται τα τελευταία χρόνια έχουν εντοπίσει ορισμένους παράγοντες οι οποίοι ενισχύουν τις υλιστικές τάσεις και την απληστία μας. «Ενα πράγμα που γνωρίζουμε είναι ότι όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ψυχολογικά ανασφαλείς τείνουν να ενεργούν με περισσότερο υλιστικούς τρόπους» λέει ο κ. Κάσερ. «Το ίδιο ισχύει για όσους μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον με γονείς ψυχρούς ή καταπιεστικούς, χωρίς φροντίδα, όπως και για εκείνους που βιώνουν το διαζύγιο των γονιών τους ως παιδιά ή που μεγαλώνουν σε καταστάσεις φτώχειας ή σε οικονομικά δύσκολους καιρούς». Επίσης, μερικές έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι που σκέφτονται ή φοβούνται τον θάνατό τους έχουν την τάση να είναι περισσότερο υλιστές.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος εντοπίζεται στα κοινωνικά πρότυπα. Οι έρευνες δείχνουν ότι όσο περισσότερο εκτίθεται κανείς σε μηνύματα από το περιβάλλον του που υπονοούν πως το πιο σημαντικό είναι να αποκτήσει χρήματα, αγαθά και κοινωνική θέση τόσο πιθανότερο είναι να υιοθετήσει και αυτός την ίδια άποψη. «Αυτά τα μηνύματα μπορεί να έρχονται από τη μητέρα σας, μπορεί να έρχονται από τους φίλους σας, μπορεί να έρχονται από την τηλεόραση και τις διαφημίσεις που προβάλλει» εξηγεί ο ψυχολόγος.

Οι πιο πρόσφατες μελέτες έχουν αναδείξει, τέλος, σε υπολογίσιμο «υπεύθυνο» τα οικονομικά μοντέλα των κρατών. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι πολίτες των χωρών που έχουν υιοθετήσει απολύτως φιλελεύθερα και ανταγωνιστικά καπιταλιστικά συστήματα εστιάζουν περισσότερο σε αξίες όπως το χρήμα ή η κοινωνική θέση. Αντιθέτως, στα κράτη που έχουν ηπιότερες μορφές καπιταλισμού, με πνεύμα πρόνοιας και συνεργασίας, όπως οι σκανδιναβικές χώρες, οι άνθρωποι δεν επικεντρώνονται τόσο στις υλιστικές αξίες. «Και αυτό είναι λογικό» σχολιάζει ο κ. Κάσερ. «Τα νεοφιλελεύθερα ανταγωνιστικά οικονομικά συστήματα για να λειτουργήσουν πρέπει να εξασφαλίσουν ότι ο καθένας θα επιδιώκει το συμφέρον του και θα καταναλώνει όσο το δυνατόν περισσότερο, αφού αυτοί οι δύο παράγοντες κινούν τους τροχούς της οικονομίας τους».

Οργή

Ο θυμός ανήκει στα βασικά συναισθήματα, μαζί με τη λύπη, τον φόβο, την αηδία και την ευτυχία. Τον συναντάμε σε όλους τους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα, και η χρησιμότητά του για την επιβίωση είναι προφανής. Ο Δαρβίνος έγραφε ότι κινητοποιεί «τα ζώα κάθε είδους ώστε όταν δέχονται επίθεση ή απειλή από κάποιον εχθρό να πολεμήσουν και να προστατευθούν». Αναγνωρίζεται στην έκφραση - κοκκινισμένο πρόσωπο, σφιγμένα δόντια - και, όπως συμπληρώνει, διαφέρει από την οργή - την οποία η θρησκεία συνδέει με τον ίδιο τον Σατανά - «μόνο ως προς την ένταση, χωρίς να υπάρχει καμία εμφανής διάκριση στα χαρακτηριστικά τους».

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν φαίνεται να έχει κατορθώσει να ελέγξει το αρχέγονο αυτό συναίσθημα. Μάλλον το αντίθετο. «Νομίζω ότι η οργή είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά αμαρτήματα για τη σύγχρονη εποχή» λέει ο Κρίστιαν Τζάρετ. «Οι άνθρωποι φαίνονται να είναι περισσότερο επιρρεπείς από ποτέ στο να χάνουν την ψυχραιμία τους μέσα στις πολυάσχολες πόλεις, στην κίνηση των δρόμων. Βλέπουμε την επιθετική οδήγηση, τον εκνευρισμό στον συνωστισμό των μέσων μαζικής μεταφοράς, τον εκνευρισμό με την τεχνολογία. Ολοι φαίνεται ότι έχουμε μια τάση να χάνουμε την ψυχραιμία μας πιο εύκολα».

Αν και πρόκειται για κάτι τόσο διαδεδομένο και τόσο προβληματικό - οι ψυχολόγοι θεωρούν ότι αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες διαταραχών στις διαπροσωπικές σχέσεις - η οργή είναι σχετικά παραμελημένη από τις επιστημονικές έρευνες, οι οποίες «προτιμούν» την κατάθλιψη ή το άγχος. Σαφείς «οδηγίες» για τη διάγνωσή της δεν περιλαμβάνονται στον σχετικό «διαγνωστικό κώδικα» των ψυχικών ασθενειών.

Μόλις πέρυσι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βαλένθια στην Ισπανία διερεύνησαν για πρώτη φορά τον βιολογικό μηχανισμό της οργής. Διαπίστωσαν πως όταν θυμώνουμε ο καρδιακός ρυθμός επιταχύνεται, η αρτηριακή πίεση αυξάνεται, τα επίπεδα τεστοστερόνης ανεβαίνουν, η παραγωγή κορτιζόλης - της λεγόμενης ορμόνης του στρες -  μειώνεται, ενώ παρατηρείται εντονότερη διέγερση του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Οσον αφορά τους γενετικούς ή άλλους παράγοντες που ενδέχεται να «προκαλούν» τον θυμό, να τον καθιστούν προβληματικό ή να τον μετατρέπουν σε επιθετικότητα, η επιστήμη έχει ακόμη να μάθει πολλά.

Ορισμένοι ερευνητές έχουν εντοπίσει ωστόσο κάποια διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα στον «ελεγχόμενο θυμό» - ο οποίος βεβαίως απέχει πολύ από την οργή. Σε μια πρώτη μελέτη πριν από μερικά χρόνια ερευνητές της εμπορικής σχολής INSEAD είχαν διαπιστώσει ότι οι εθελοντές που εκπαιδεύθηκαν ώστε να υποκρίνονται πως είναι θυμωμένοι επετύγχαναν περισσότερες παραχωρήσεις από τους συνομιλητές τους. Μια δεύτερη μελέτη όμως που δημοσιεύθηκε πέρυσι από μια άλλη ερευνητική ομάδα της ίδιας σχολής έδειξε ότι ο θυμός βελτίωνε μεν τη διαπραγματευτική έκβαση στα πειράματα όπου οι εθελοντές είχαν «δυτική» αμερικανική καταγωγή αλλά είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα στους εθελοντές «ανατολικής» ασιατικής καταγωγής.

Λαγνεία

Η λαγνεία - η λατρεία του Ασμοδαίου - αποτελεί ίσως το «αμάρτημα» με την πιο προφανή εξελικτική σκοπιμότητα, αυτήν της διάδοσης των γονιδίων μας και της διαιώνισης του είδους. Οι ψυχολόγοι τη συνδέουν με τη σεξουαλική ορμή και, όπως συμβαίνει και με τις άλλες «θανάσιμες» αδυναμίες, τη θεωρούν προβληματική μόνο όταν ξεφεύγει προς την υπερβολή ή στρέφεται προς ακατάλληλους στόχους.

«Στον ανθρώπινο εγκέφαλο υπάρχουν τρία διαφορετικά συστήματα για το ζευγάρωμα και την αναπαραγωγή» τονίζει μιλώντας στο «Βήμα» η Ελεν Φίσερ, καθηγήτρια Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Ράτζερς του Νιου Τζέρσεϊ, η οποία μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά και θεωρείται η κορυφαία ειδικός στη βιολογία των μηχανισμών της αγάπης και της σεξουαλικής έλξης. «Το πρώτο αφορά τη σεξουαλική ορμή, τη δίψα για σεξουαλική ικανοποίηση. Το δεύτερο αφορά τον έρωτα, τον ενθουσιασμό, την ευφορία, τη δίψα να κερδίσεις ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Το τρίτο αφορά την αφοσίωση, την αίσθηση ηρεμίας και ασφάλειας που μπορείς να νιώσεις με έναν μόνιμο σύντροφο».

Η σεξουαλική ορμή διαφοροποιείται από τον έρωτα και στο συμπεριφορικό επίπεδο. Ο έρωτας, όπως τονίζει, έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά: την εστίαση σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, τη συνεχή σκέψη του συγκεκριμένου προσώπου και την ανάγκη συναισθηματικής επαφής μαζί του. «Αυτό το πρόσωπο “κατασκηνώνει” μέσα στο μυαλό σου, κοιμάσαι και ξυπνάς με τη σκέψη του και θέλεις πάση θυσία να το κερδίσεις. Φυσικά θέλεις να πας στο κρεβάτι μαζί του, αλλά εκείνο για το οποίο πραγματικά διψάς είναι να σου πει ότι σε αγαπάει, να σε βγάλει έξω, να ανταποδώσει τα αισθήματά σου» εξηγεί. «Αντιθέτως, η σεξουαλική ορμή δεν εστιάζεται σε ένα πρόσωπο, μπορείς να την αισθανθείς και ενώ οδηγείς το αυτοκίνητό σου. Επίσης, όταν επιδιώκεις μόνο το περιστασιακό σεξ, δεν εμπλέκεσαι συναισθηματικά, δεν σε νοιάζει αν ο άλλος απορρίψει τις προτάσεις σου ούτε αν έχει άλλες σχέσεις».

Τα τρία διαφορετικά δίκτυα έχουν, σύμφωνα με την ανθρωπολόγο, διαφορετικές εξελικτικές λειτουργίες. «Πιστεύω ότι η σεξουαλική ορμή εξελίχθηκε για να μας κάνει να αναζητήσουμε γενικώς κάποιον σύντροφο, ο έρωτας για να μας κάνει να εστιάσουμε την ενέργειά μας σε έναν μόνο σύντροφο για ένα διάστημα ικανό ώστε να αποκτήσουμε απογόνους και η αφοσίωση για να μας κάνει να μείνουμε με αυτόν τον σύντροφο τουλάχιστον ώσπου να μεγαλώσουμε μαζί ένα παιδί» λέει.

Γιατί η σεξουαλική ορμή απέκτησε τόσο νωρίς την ετικέτα της «αμαρτίας»; «Είναι ένας τρόπος να ελεγχθεί η αναπαραγωγική ζωή των ανθρώπων» απαντά. «Αν το σκεφτεί κανείς, μάλλον οι πρώτοι κανόνες που ανέπτυξε η ανθρωπότητα αφορούσαν την αναπαραγωγική συμπεριφορά: π.χ. δεν μπορείς να παντρευτείς κάποιον από αυτή τη φατρία ή από την ίδια οικογένεια. Η αιμομιξία ήταν ένα από τα πρώτα ταμπού».

Ζηλοφθονία

Η ζηλοφθονία - αδυναμία που η θρησκεία συνδέει με τον δαίμονα Λεβιάθαν, τον έναν από τους «επτά πρίγκιπες της κολάσεως» -  ανήκει και αυτή στα οικουμενικά συναισθήματα. «Πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν αποτελεί βασικό συναίσθημα αλλά ένα συναίσθημα “ανώτερης τάξης”» λέει η κυρία Τρέισι. «Δεν θα δείτε τον φθόνο σε άλλα ζώα. Θα τον δείτε μόνο στους ανθρώπους, οι οποίοι, εκτός του ότι εκδηλώνουν συναισθήματα όπως ο θυμός ή ο φόβος, κάνουν παράλληλα κοινωνικές συγκρίσεις και κοιτάζουν τι έχουν οι άλλοι που οι ίδιοι δεν έχουν. Πιστεύω ότι ένας συνδυασμός όλων των προαναφερθέντων, και ίσως της θλίψης, οδηγεί σε αυτή την κατάσταση».

Αν και συχνά χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη για να εκφράσουμε και τα δύο συναισθήματα, ο φθόνος δεν θα πρέπει να συγχέεται με τη ζήλια. Η ζήλια είναι το συναίσθημα που νιώθουμε όταν φοβόμαστε ότι θα χάσουμε κάποιον ή κάτι εξαιτίας κάποιου ανταγωνιστή. Αντιθέτως ο φθόνος «πυροδοτείται» όταν κάποιο άλλο πρόσωπο επιτύχει ή αποκτήσει κάτι το οποίο και εμείς θα θέλαμε να έχουμε. Βασικό χαρακτηριστικό του είναι ότι συνήθως επιθυμούμε το κακό εκείνου που έχει αυτό που εμείς δεν έχουμε.

Τι είναι αυτό που τον προκαλεί; Οι ειδικοί έχουν αρχίσει να εντοπίζουν ορισμένους παράγοντες. Ενας από αυτούς είναι η «εγγύτητα»: φθονούμε περισσότερο τους πλησίον μας και τους ομοίους μας. Ερευνες έχουν δείξει ότι μας «πονάει» περισσότερο όταν συγκρίνουμε την κοινωνική θέση ή το εισόδημά μας με αυτά των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω μας ή σε παρόμοια κατάσταση με εμάς παρά με εκείνων που βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου ή σε πολύ πιο προνομιούχο θέση από τη δική μας.

«Ορόσημο» στον εντοπισμό της ομοιότητας ως βασικού συστατικού του φθόνου θεωρείται μια μελέτη στην οποία ο Τζον Σάουενμπρεκ και ο Σάιμον Λαμ έδειξαν ότι οι υπάλληλοι μιας τράπεζας του Χονγκ Κονγκ που δεν πήραν προαγωγή ζήλευαν περισσότερο τους προαχθέντες συναδέλφους τους τους οποίους θεωρούσαν όμοιους με τους ίδιους. Στην ίδια μελέτη διαπιστώθηκε ότι οι υπάλληλοι που ζήλευαν περισσότερο είχαν καλύτερη απόδοση τους επόμενους πέντε μήνες, γεγονός το οποίο υποστηρίζει τη θεωρία ότι ο φθόνος έχει εξελικτικό σκοπό εφόσον μας βοηθά να αυξήσουμε τις πιθανότητες επιβίωσής μας κινητοποιώντας μας στο να αποκτήσουμε περισσότερα εφόδια. Από την άλλη πλευρά, άλλες έρευνες δείχνουν ότι η τάση μας για συγκρίσεις δεν ωφελεί ούτε την ψυχική ούτε τη σωματική υγεία μας, αφού μας κάνει λιγότερο ευτυχισμένους και επιρρεπείς στην κατάθλιψη και στο στρες.

Οκνηρία

Η οκνηρία - αδυναμία που συνδέεται με τον δαίμονα Βηλφεγώρ - διαφέρει από τα άλλα θανάσιμα αμαρτήματα στο ότι, υπό μια έννοια, φαίνεται να αποτελεί το αντιδιαμετρικά αντίθετό τους. «Τα άλλα αμαρτήματα αφορούν το να χάνει κανείς τον έλεγχο των συναισθημάτων του και να επιδεικνύει υπερβολικές συμπεριφορές. Να έχει, για παράδειγμα, υπερβολική ερωτική επιθυμία ή να θυμώνει υπερβολικά. Η οκνηρία όμως είναι ακριβώς το αντίθετο» λέει ο κ. Τζάρετ. «Είναι το να μην κάνει κανείς τίποτε, να μην έχει καμία κινητοποίηση».

Στην ψυχολογία η κινητοποίηση διακρίνεται σε εξωγενή και ενδογενή, αν και οι απόψεις των ειδικών σχετικά με το πώς πρέπει να γίνεται η διάκριση ανάμεσα στους δυο τύπους διίστανται. Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη, χαρακτηρίζεται ενδογενής όταν κάνουμε κάτι για να «ανταμείψουμε» τον εαυτό μας - απλώς επειδή μας προσφέρει χαρά ή ικανοποίηση. Αντιθέτως, όταν μιλάμε για εξωγενή κινητοποίηση, συνήθως κάνουμε κάτι για να κερδίσουμε μιαν ανταμοιβή από κάποιον τρίτο, όπως π.χ. όταν κάποιος μας προσφέρει κάτι ως αντάλλαγμα ή μας πληρώνει. «Θεωρώ ότι κατά κάποιον τρόπο στην αυθεντική οκνηρία θα πρέπει να υπάρχει έλλειψη οποιουδήποτε από τους δύο τύπους κινητοποίησης ή και των δύο» εξηγεί ο ψυχολόγος.

Η έλλειψη κινητοποίησης δεν θεωρείται επιλογή από τους ψυχολόγους. Αντιθέτως, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ζιβεσκίλε στη Φινλανδία που μελέτησαν την αποφυγή έργων - η οποία μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή οκνηρίας _ διαπίστωσαν ότι αυτή μπορεί να προκληθεί από τον φόβο της αποτυχίας, από μια μη ρεαλιστική τελειομανία ή από αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος. Ορισμένοι ειδικοί επισημαίνουν μάλιστα ότι η οκνηρία συχνά εναλλάσσεται με περιόδους ανήσυχης δραστηριότητας, παρουσιάζοντας τις δύο όψεις του ίδιου προβλήματος, το οποίο δεν μπορεί να λυθεί αν δεν βρεθεί η «ρίζα του κακού» που προκαλεί την έλλειψη κινητοποίησης.

Οσον αφορά την απλή «τεμπελιά», την απραξία στην οποία μας αρέσει τόσο συχνά να πέφτουμε όταν δεν έχουμε κάτι συγκεκριμένο να κάνουμε, αυτή φαίνεται να είναι «περασμένη» στα γονίδιά μας. Μια μελέτη ψυχολόγων του Πανεπιστημίου του Σικάγου με επικεφαλής τον Κρίστοφερ Χσέε που δημοσιεύθηκε πέρυσι υποστηρίζει ότι έχουμε κληρονομήσει ένα «ένστικτο της τεμπελιάς» από τους προγόνους μας, οι οποίοι, ζώντας σε συνθήκες εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές, εξοικονομούσαν με τον τρόπο αυτόν πολύτιμη ενέργεια.

Το ένστικτο αυτό παραμένει εξίσου ισχυρό στις μέρες μας και, από τη στιγμή που δεν έχουμε μια συγκεκριμένη δουλειά, αναλαμβάνει τον έλεγχο ωθώντας μας στην απραξία. Οπως όμως φαίνεται, ενδέχεται να αποτελεί για εμάς πηγή δυστυχίας, αφού οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι είμαστε περισσότερο ευτυχείς όταν είμαστε απασχολημένοι. «Μια απλή πρόφαση για να κάνουμε κάτι είναι αρκετή για να αντιστρέψει την πλάστιγγα και να μας κάνει να προτιμήσουμε την πιο δραστήρια επιλογή» επισημαίνει ο κ. Τζάρετ. «Και αν το κάνουμε αυτό, είμαστε πιο ευτυχισμένοι».

 

Λαιμαργία

Από τη στιγμή που η θρησκεία τοποθετεί τη λαιμαργία στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα είναι προφανές ότι τη θεωρεί «επιλογή» του ανθρώπου που αφήνεται να παρασυρθεί από τους γαστριμαργικούς πειρασμούς - βοηθούντος βεβαίως και του Βεελζεβούλ, του δαίμονα που συνδέεται μαζί της. Η ψυχολογία αρνείται ωστόσο κατηγορηματικά να αποδώσει την υπερκατανάλωση φαγητού ή ποτού - και κατ' επέκταση τις διατροφικές διαταραχές και την παχυσαρκία - αποκλειστικά στην ελεύθερη βούληση. «Νομίζω πως αυτό οφείλεται στο ότι οι ψυχολόγοι δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να “εντοπίσουν” την ευθύνη στο ίδιο το άτομο. Επίσης η λαιμαργία είναι τόσο φορτισμένος όρος, είναι πολύ κριτικός και υποδηλώνει ότι το άτομο είναι ηθικά κακό, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει» εξηγεί ο κ. Τζάρετ.

Τα τελευταία χρόνια η επιστήμη έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παχυσαρκία, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, προωθείται από ένα «παχυσαρκογόνο» περιβάλλον το οποίο ενθαρρύνει την υπερβολική κατανάλωση φαγητού και θερμίδων. Το πόσο διαθέσιμο ή το πόσο φθηνό είναι το φαγητό, το αν έχουμε εύκολη πρόσβαση σε καταστήματα που προσφέρουν έτοιμο φαγητό, ακόμη και το πόσο μεγάλες είναι οι μερίδες, όλα φαίνονται να επηρεάζουν το βάρος και ενδεχομένως τη διατροφική συμπεριφορά μας.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Ιανουάριο, για παράδειγμα, ερευνητές του Πανεπιστημίου Ντρέξελ της Φιλαδέλφειας ζήτησαν από εθελόντριες να καταγράφουν σε πραγματικό χρόνο σε υπολογιστές παλάμης πληροφορίες για το περιβάλλον τους και τη διατροφική συμπεριφορά τους. Διαπίστωσαν ότι οι πιθανότητες να φάνε περισσότερο και να πάρουν παραπανίσια κιλά μειώνονταν σημαντικά όταν από το περιβάλλον τους έλειπαν τα δελεαστικά ή νόστιμα παχυντικά φαγητά. Μια άλλη μελέτη που είχε διεξαχθεί πριν από μερικά χρόνια από ερευνητές του Πανεπιστημίου Κορνέλ είχε διαπιστώσει ότι οι συμμετέχοντες κατανάλωναν ως και 73% περισσότερη σούπα όταν έτρωγαν από μπολ τα οποία γέμιζαν αυτόματα συνεχώς, χωρίς οι ίδιοι να το καταλαβαίνουν. Το περίεργο δε είναι ότι δεν δήλωναν περισσότερο χορτάτοι από τους συμμετέχοντες που είχαν καταναλώσει τη συνηθισμένη μερίδα από απλά μπολ.

Η θεωρία της περιβαλλοντικής ευθύνης για την παχυσαρκία ενισχύθηκε ιδιαίτερα πριν από μερικά χρόνια με μια έρευνα του Τζέιμς Φάουλερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας και του Νικόλα Χρηστάκη της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ που αποκάλυπτε ότι η παχυσαρκία είναι... μεταδοτική. Αναλύοντας τα δεδομένα της Καρδιολογικής Μελέτης Φρέιμιγχαμ, οι δύο ερευνητές διαπίστωσαν πως όταν κάποιος από τους συμμετέχοντες είχε έναν φίλο ο οποίος είχε πάρει παραπανίσια κιλά μέσα σε μια χρονική φάση της μελέτης είχε και ο ίδιος 57% περισσότερες πιθανότητες να αυξήσει το βάρος του μέσα στην επόμενη χρονική φάση. Η «μεταδοτικότητα» αυτή αποδίδεται σε καθαρά κοινωνικούς παράγοντες - δηλαδή ποιο θεωρείται αποδεκτό βάρος και ποιες είναι οι κρατούσες διατροφικές συμπεριφορές σε συγκεκριμένους κύκλους ανθρώπων.

Νευροεπιστήμονες του Εθνικού Εργαστηρίου Μπρουκχέιβεν του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας έχουν παρατηρήσει ότι ο εγκέφαλος των ανθρώπων που τρώνε πολύ διαθέτει λιγότερους υποδοχείς ντοπαμίνης και παρουσιάζει αυξημένη δραστηριότητα σε περιοχές οι οποίες συνδέονται με το στόμα και τη γλώσσα. Το εύρημα θα μπορούσε να σημαίνει ότι στους ανθρώπους αυτούς το κύκλωμα της ανταμοιβής υπολειτουργεί κάνοντάς τους να επιζητούν περισσότερη απόλαυση στο φαγητό. Θα μπορούσε όμως να υποδηλώνει και το ακριβώς αντίθετο - ότι δηλαδή η ροπή τους προς τη συγκεκριμένη απόλαυση έχει επιφέρει μεταβολές στα εγκεφαλικά τους δίκτυα.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Φράντς Κάφκα
Η Σκέψη της ημέρας
9:10 Φράντς Κάφκα