Γιατί οι γυναίκες είναι τόσο ευάλωτες στην κατάθλιψη;

18 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Η κατάθλιψη είναι η συχνότερη ψυχική διαταραχή παγκοσμίως: εκατομμύρια άνθρωποι νοσούν από αυτήν. Αν και οι ψυχιατρικές διαταραχές συνολικά είναι εξίσου κοινές σε άντρες και γυναίκες, διπλάσιες περίπου γυναίκες από ότι άντρες φαίνεται να πάσχουν από κατάθλιψη (διάκριση που αρχίζει να εμφανίζεται στα ποσοστά κατάθλιψης στα δύο φύλα κατά την ηλικία της εφηβείας και όχι νωρίτερα). Οι γυναίκες εμφανίζουν – εκτός από τις μορφές κατάθλιψης που βρίσκουμε και στους άντρες – τα εξής χαρακτηριστικά είδη κατάθλιψης: κατάθλιψη μετά τον τοκετό (επιλόχεια κατάθλιψη), προεμμηνορυσιακή δυσφορική διαταραχή (πριν την έμμηνο ρύση) και εμμηνοπαυσιακή κατάθλιψη.

Γράφει η Αγγελική Μενεδιάτου. Ψυχολόγος, Μ.Α. Κλινικής Ψυχολογίας

Πρόεδρος και Επιστημονική Υπεύθυνη της Ελληνικής Εταρείας Διαταραχών Διάθεσης «ΜΑΖΙ»

Έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες για την τρωτότητα των γυναικών στην κατάθλιψη.

Η μία ομάδα ερμηνειών εστιάζει στο βιολογικό υπόστρωμα του οργανισμού του γυναικείου φύλου:

α) Οι γυναίκες χρειάζονται το διπλάσιο χρόνο απ’ ότι οι άντρες για να συνθέσουν και να αναπληρώσουν τα αποθέματα σεροτονίνης στον εγκέφαλο, μετά από έντονο στρες (η σεροτονίνη είναι ένας από τους νευροδιαβιβαστές και η μείωση της ενοχοποιείται για την εμφάνιση της κατάθλιψης).

β) Οι έντονες ορμονικές αλλαγές προκαλούν χημικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Ειδικότερα, η απότομη μείωση του επιπέδου των οιστρογόνων είναι πιθανόν να προκαλέσει καταθλιπτικά συμπτώματα (μετά τον τοκετό ή μετά την εμμηνόπαυση). Παρομοίως, οι μικρότερες αλλαγές στις ορμόνες πριν την έμμηνο ρύση μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην διάθεση.

Η άλλη ομάδα ερμηνειών υποστηρίζει ότι η βιολογία δεν ευθύνεται από μόνη της για την τόσο υψηλότερη συχνότητα της κατάθλιψης στις γυναίκες. Όλο και περισσότεροι ερευνητές τονίζουν την πολυπαραγοντική φύση της κατάθλιψης γενικά αλλά και ειδικά για να εξηγήσουν την αναλογία 2 γυναίκες : 1 άντρας με κατάθλιψη. Υποστηρίζουν ότι οι κοινωνιολογικές διαφορές αντρών και γυναικών και κυρίως οι διαφορές στη θέση των δύο φύλων όσον αφορά την ισχύ και την εξουσία είναι εξίσου σημαντικοί παράγοντες με τους βιολογικούς. Π.χ. έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες των οποίων οι σύζυγοι αναλαμβάνουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην φροντίδα των παιδιών έχουν μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν επιλόχεια κατάθλιψη.

Μέρος των αιτιών της δυσανάλογης συχνότητας της κατάθλιψης μεταξύ των δύο φύλων είναι ότι οι ανάγκες των γυναικών ικανοποιούνται λιγότερο συχνά απ’ ότι αντίστοιχα οι ανάγκες των αντρών.

Οι γυναίκες είναι λιγότερο ικανές σωματικά να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Στατιστικά, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να βιώνουν φτώχεια, να πέσουν θύματα κακοποίησης - σωματικής ή ψυχολογικής -, να είναι εξαρτημένες από τον σύζυγο τους, να νιώσουν μείωση του κοινωνικού τους κύρους λόγω των ορατών σημαδιών της γήρανσης. Ταυτόχρονα, έχουν λιγότερες πιθανότητες να αποκτήσουν μόρφωση και επαγγελματική καταξίωση, έχουν λιγότερο οικονομικό έλεγχο και στο γάμο αποδέχονται την κακή μεταχείριση πιο εύκολα απ΄ότι οι άντρες.

Οι γυναίκες νοικοκυρές βιώνουν καταθλιπτικά συναισθήματα εφόσον δεν έχουν άλλες «περιοχές» να επιβεβαιώσουν την αξία τους και περιορίζονται στα οικιακά επιτεύγματα. Αντίθετα, οι γυναίκες που εργάζονται έχουν υπερβολικά πολλές «περιοχές» όπου θα μπορούσαν να επιβεβαιώνονται και έτσι είναι μόνιμα διχασμένες ανάμεσα στο σπίτι και στη δουλειά, καταλήγοντας να βιώνουν επίσης καταθλιπτικά συναισθήματα.

Οι έρευνες δείχνουν ότι οι παντρεμένες γυναίκες που δεν εργάζονται και οι παντρεμένες εργαζόμενες παρουσιάζουν κατάθλιψη στο ίδιο περίπου ποσοστό (πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό κατάθλιψης στους παντρεμένους άντρες)!!

Ο George Brown (ψυχολόγος) υποστηρίζει ότι «οι διαφορές συχνότητας στην κατάθλιψη ανάμεσα στα δύο φύλα είναι, σε σημαντικό βαθμό, συνέπεια της διαφοράς των ρόλων». Υποστηρίζεται ότι η κατάθλιψη στις γυναίκες συνδέεται με την έγνοια και την ανησυχία για τα παιδιά. Αν εξαιρεθεί η κατάθλιψη που πυροδοτείται από το άγχος για τα παιδιά, τα ποσοστά μεταξύ των δύο φύλων τείνουν να εξισώνονται. Το ίδιο συμβαίνει στα ζευγάρια που οι ρόλοι δεν προσδιορίζονται αυστηρά φυλετικά.

Η συμβολή της χημείας (οιστρογόνα) στην εμφάνιση της επιλόχειας κατάθλιψης είναι αδιαμφισβήτητη. Όμως, ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει κοινωνιολογικός παράγοντας: δυστυχώς, η μητρότητα «διαφημίζεται» ως μια φυσική ικανότητα που έχουν όλες οι «καλές» γυναίκες και η μητρική αγάπη ως βιολογική , άρα και αυτονόητη. Στην πραγματικότητα, η εγκυμοσύνη και η μητρότητα σημαίνουν μία περίοδο με συνεχώς καινούρια γεγονότα και καθήκοντα που χρειάζονται την εκμάθηση καινούριων ικανοτήτων και την αναπροσαρμογή ολόκληρου του προηγούμενου τρόπου ζωής, ώστε η γυναίκα να μπορέσει να ανταποκριθεί επιτυχώς. Οι γυναίκες ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΠΩΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΑΛΛΑ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕ ΝΑ ΞΕΡΟΥΝ. Έτσι, νιώθουν ανεπαρκείς, ανίκανες, αποτυχημένες, ακόμα και «κακές» όταν δεν καταφέρνουν να νιώσουν την πολυδιαφημιζόμενη ευδαιμονία της φροντίδας του βρέφους.

Αν και χρειάζεται ακόμη πολλή έρευνα σχετικά με την ακριβή συμβολή των κοινωνιολογικών παραγόντων στην εμφάνιση της κατάθλιψης στις γυναίκες, ήδη τα ευρήματα μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτοί οι παράγοντες, όπως εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή (π.χ. επίπεδο ισοτιμίας και ποιότητα σχέσης στο γάμο) θέτουν σε υποθετικό κίνδυνο τις γυναίκες. Άρα, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται σε οποιαδήποτε προσπάθεια ολιστικής προσέγγισης, υποστήριξης και θεραπείας μιας γυναίκας με καταθλιπτική συμπτωματολογία.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο κείμενο δεν αναφέρθηκαν άλλοι σημαντικοί παράγοντες που συμμετέχουν στην εμφάνιση της νόσου, όπως κληρονομικότητα (γενετικοί παράγοντες), προσωπικότητα, οικογενειακοί παράγοντες (κατά την παιδική ηλικία), στρεσογόνα γεγονότα της ζωής, γενικές ιατρικές καταστάσεις και νοσήματα. Οι παράγοντες αυτοί είναι κοινοί και στα δύο φύλα. Το κείμενο περιορίστηκε μόνο στους παράγοντες που εξηγούν την διαφορά συχνότητας της κατάθλιψης ανάμεσα σε γυναίκες και σε άντρες.

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ