Πώς αναγνωρίζουμε έναν βιαστή; Τα κλινικά χαρακτηριστικά του

23 Σεπτεμβρίου 2013

Τι εννοούμε όταν λέμε σεξουαλική επιθετικότητα;

Oι κύριες κατηγορίες που αφορούν τη σεξουαλική επιθετικότητα  είναι : παιδοφιλία, επιδειξιμανία, φετιχισμός, εφαψιομανία, σεξουαλικός μαζοχισμός, σεξουαλικός σαδισμός, ηδονοβλεψία, μετενδυματικός φετιχισμός, και μια ξεχωριστή κατηγορία για άλλες παραφιλίες μη προσδιοριζόμενες αλλιώς, όπως ζωοφιλία, υποξυφιλία, νεκροφιλία, κοπροφιλία.

Μελέτες δείχνουν επίσης ότι, 10-20% των ενήλικων γυναικών πέφτουν θύματα σεξουαλικής επίθεσης (Johnson and Sacco, 1995). Τα επίσημα στοιχεία τείνουν να μην παρουσιάζουν όλη τη διάσταση, αφού υπολογίζεται ότι μόνο 8% των θυμάτων βιασμού αναφέρουν το γεγονός. Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι ένας σημαντικός αριθμός ανδρών παρουσιάζει επιθετική σεξουαλική συμπεριφορά.

Από την επιστημονική ομάδα της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης Κλίμακα 

Βιασμός θεωρείται η βίαιη σεξουαλική πράξη χωρίς τη συγκατάθεση της γυναίκας. Η νομική διερεύνηση όμως, σχετικά με το μέγεθος της βίας που εξασκείται για να καμφθεί η αντίσταση του θύματος (πχ. ψυχολογική πίεση, σωματική βία, απειλή με όπλο) αλλά και το μέγεθος της σεξουαλικής κακοποίησης που υφίσταται το θύμα (πχ., πεο-αιδιική, πεο-πρωκτική επαφή, συνέργεια, πολλαπλότης επαφών), συχνά προβληματίζει τους δικαστές και τους αναγκάζει να συνυπολογίζουν πολλές παραμέτρους (Firestone et al,1998) . Συχνά, εργαστηριακές εξετάσεις σπέρματος, γυναικολογική εξέταση και κολονοσκόπηση συμπληρώνουν τις απόδείξεις της πράξης. Κλινικοί και ερευνητές συμφωνούν ότι οι βιαστές είναι μια ετερογενής ομάδα ατόμων με ποίκιλλα κίνητρα για επιθετική σεξουαλική συμπεριφορά. H παρορμητικότης, η δυσκολία συναίσθησης των συναισθημάτων των άλλων και η πολλαπλή παραπτωματικότης, όμως, φαίνεται να είναι κοινά χαρακτηριστικά των βιαστών (Brown, 1997). Οι Abel και Rouleau (1990), τέλος, υποστηρίζουν την άποψη ότι ο βιασμός θα πρέπει να ταξινομηθεί στις παραφιλίες, αφού οι ψυχολογικές διαδικασίες και πρακτικές του βιασμού συχνά μοιάζουν η ακόμα πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια για παραφιλία.

Από τι χαρακτηρίζεται ο Βιασμός;

Βιασμός θεωρείται ως η βίαιη και παρά τη θέληση ενός ατόμου σαρκική εμπειρία??. Σύμφωνα με το μέγεθος της επιθετικότητας κατά το επεισόδιο διακρίνουμε τη βία εκείνη που μόλις επαρκεί για την ολοκλήρωση της διάπραξης και την υπερβολική βία με κατάχρηση της επιθετικότητας. Αν και η διάκριση αυτή φαίνεται ικανοποιητική και συνεχίζει να αποτελεί έναν βασικό διακριτικό παράγοντα σε αρκετά συστήματα ταξινόμησης, παραμένει προβληματικός ο καθορισμός της πρόθεσης της ασκούμενης βίας στις περιπτώσεις των σωματικών τραυματισμών (Rosenberg, Knight, Prentky, & Lee, 1988). Μπορούμε επίσης να διακρίνουμε περιστατικά στα οποία υπερισχύουν τα παραφιλικά στοιχεία και περιστατικά που διαπράττονται από άτομα με ιστορικό ψυχικής νόσου και/ή στοιχεία αντικοινωνικής συμπεριφοράς με παρορμητικότητα και έλλειψη συναισθηματικής ανταπόκρισης. Στις περιπτώσεις εκσεσημασμένης επιθετικότητας μπορούμε να διακρίνουμε τις συμπεριφορές που είναι σαδιστικές, όπου η προκαλούμενη βλάβη αποτελεί σαφώς μέρος της σεξουαλικής ικανοποίησης, και τις συμπεριφορές όπου επικρατούν πιο δυσδιάκριτες μορφές βίας (Prentky & Knight, 1991). Παραδείγματα αυτής της μορφής διαχωρισμού παρουσιάζονται στα ψυχοδυναμικού προσανατολισμού συστήματα ταξινόμησης των Groth, Burgess, και Holmstrom (1977), οι οποίοι διακρίνουν ανάμεσα στην επιθετικότητα που απορρέει από την ανάγκη επιβολής ισχύος και επιβεβαίωσης και στην επιθετικότητα που απορρέει από τάση εκδίκησης. ’λλο παράδειγμα επίσης αποτελεί ο διαχωρισμός ανάλογα με την επικράτηση της σεξουαλικότητας, της επιθετικότητας, της παρορμητικότητας, ή της συγκεχυμένης σεξουαλικότητας (Seghorn και Cohen, 1980).

Οι Hall και Hirschman (1991), στα πλαίσια της θεωρίας των τεσσάρων παραγόντων που ανέπτυξαν με βάση την αιτιολογία, όρισαν σαν κύριες παραμέτρους τη σεξουαλική διέγερση, τη διαδικασία αντίληψης, τη δυσκολία ελέγχου συναισθημάτων, και τα προβλήματα της προσωπικότητας. Η πλέον ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι αυτή που αφορά τις διαδικασίες αντίληψης, η οποία χαρακτηρίζεται από διαστρεβλωμένες στάσεις και απόψεις σχετικά με τους ρόλους της γυναίκας στο σεξ και τη συμπεριφορά της. Η παράμετρος αυτή είναι ίσως η πλέον συχνή και η πλέον εμφανής στην κατάληξη της διαδικασίας του βιασμού (Koss, 1985, Koss et al, 1987). Διαδικασίες αντίληψης όπως η ερμηνεία των αντιδράσεων του θύματος ως εκδηλώσεις ευχαρίστησης ή ερωτικής επιθυμίας μειώνουν τις πιθανότητες κατανόησης της διαστροφής. Πράγματι, ο Craig (1990) παρατήρησε ότι αρκετά άτομα, κατά τη φάση γνωριμίας με κάποια γυναίκα υιοθετούν επιλεκτικά διεστραμένες γνωσίες οι οποίες ενθαρρύνουν την εξέλιξη στη σεξουαλική πράξη και συγχρόνως ελαχιστοποιούν την πιθανότητα περιορισμού της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Ποιά είναι τα Κλινικά Χαρακτηριστικά των Βιαστών;

Σε γενικές γραμμές, οι βιαστές, τουλάχιστον αυτοί οι οποίοι έχουν φυλακιστεί για το αδίκημα του βιασμού, δεν φαίνεται να διαφέρουν από τα άτομα με άλλου τύπου παραπτωματικότητα. Συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι και οι δύο ομάδες προέρχονται από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, έχουν σταματήσει την εκπαίδευση στο γυμνάσιο, παρουσιάζουν ασταθές επαγγελματικό ιστορικό, συνήθως ως ανειδίκευτοι, εμφανίζουν ομοιότητες στο ψυχιατρικό ιστορικό και γενικά στην κοινωνική επιδεξιότητα, με εξαίρεση την ανοικτότητα.

Παρ' όλα αυτά, έχουν βρεθεί κάποιες ουσιαστικές διαφορές μεταξύ βιαστών και παιδόφιλων, οι οποίες σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά τόσο της ενήλικης φάσης, όσο και της προηγούμενης αναπτυξιακής φάσης. Οι βιαστές, σε σχέση με τους παιδόφιλους, τείνουν να είναι νεότεροι σε ηλικία, να έχουν τελειώσει γυμνάσιο, να επιβάλλονται (επιθετικοί) παρά να τους επιβάλλονται (παθητικοί), καθώς και να έχουν παντρευτεί ή να έχουν συσχετιστεί με γυναίκα για τουλάχιστον ένα χρόνο (Christie et al, 1979), ενώ τείνουν λιγότερο να εμφανίζουν πνευματική καθυστέρηση ή κάποιο οργανικό εγκεφαλικό σύνδρομο (Henn, Herjanic, &Vanderpearl, 1976, Swanson, 1968).

Κατά τα στάδια της ανάπτυξης, οι βιαστές σε σχέση με τους παιδεραστές, έχουν την τάση να προέρχονται από μη χωρισμένους γονείς, να μην έχουν συγγενείς με ψυχιατρικό ιστορικό, έχουν τις μισές πιθανότητες να έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, να μην έχουν εμφανίσει ιδιαίτερα σωματικά προβλήματα υγείας, αλλά να έχουν κακομεταχειριστεί ζώα και να έχουν παρουσιάσει προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο (Bard et al, 1987). Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι στην περίπτωση που ο βιαστής είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά, οι πιθανότητες να έχει διαπραχθεί η πράξη από τον πατέρα του θύματος μέσα σε ένα περιβάλλον με ιστορικό ψυχιατρικό, αλκοόλ/ναρκωτικών, ή ποινικό είναι τριπλάσιες αυτών για ένα παιδεραστή (Seghorn et al, 1987).

Σε μία προσπάθεια διερεύνησης των κοινών αναπτυξιακών παραμέτρων σε βιαστές και παιδόφιλους, οι Prentky et al (1989) πρότειναν τέσσερις σημαντικούς παράγοντες: την αδιαφορία των ατόμων που τους φρόντισαν, το ιστορικό διαβίωσης σε ιδρύματα, τη σωματική κακοποίηση και αμέλεια, και τη σεξουαλική κακοποίηση. Συσχετίζοντας κατόπιν τους τέσσερις αυτούς παράγοντες με τη σεξουαλική ή τη μη σεξουαλική επιθετικότητα που παρουσιάστηκε κατά την ενηλικίωση, βρέθηκε ότι η έλλειψη στοργής και η σεξουαλική παρέκκλιση στο οικογενειακό περιβάλλον σχετίζονταν με την ένταση της σεξουαλικής επιθετικότητας, ενώ το ιστορικό διαβίωσης σε ιδρύματα και η σωματική κακοποίηση σχετίζονταν με την ένταση της μη σεξουαλικής επιθετικότητας. Η εμπειρία λοιπόν της σεξουαλικής κακοποίησης και η ποιότητα των πρώιμων διαπροσωπικών σχέσεων ενός αγοριού παίζουν σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της σεξουαλικής (Marhall, 1989a, Ward, Hudson, Marshall, & Siegert, 1995).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση της πορνογραφίας από τους δράστες σεξουαλικών επιθέσεων, είτε ως στοιχείο της αναπτυξιακής τους πορείας ή ως στοιχείο που μπορεί να προκαλέσει σεξουαλική επίθεση. Στο σημείο αυτό υπάρχουν επίσης κάποιες διαφορές μεταξύ βιαστών και παιδόφιλων, αφού οι περισσότερες έρευνες βρίσκουν ότι οι βιαστές δηλώνουν γενικά μικρότερη χρήση πορνογραφίας, σε σύγκριση με τους παιδεραστές, ειδικά κατά την περίοδο της σεξουαλικής επίθεσης (Carter, Prentky, Knight, Vanderveer, & Boucher, 1987, Cook, Fosen, & Pacht, 1971, Goldstein, Kant, Judd, Rice, & Green, 1971). Είναι πολύ πιθανό όμως οι διαφορές αυτές να αντανακλούν διαφορετικό τύπο πορνογραφικού υλικού, καθώς και το γεγονός ότι οι παιδόφιλοι συνηθίζουν να χρησιμοποιούν το σχετικό υλικό για τις αυνανιστικές τους φαντασιώσεις κατά το διάστημα ανάμεσα σε δύο επιθέσεις (Marshall, 1989b).

Η φαλλομετρική διάκριση μεταξύ βιαστών και μη βιαστών έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια μεταστροφή. Στη βιβλιογραφία στα τέλη της δεκαετίας του 70 και στις αρχές της δεκαετίας του 80 διατυπωνόταν ξεκάθαρα ότι τα πρότυπα της σεξουαλικής διέγερσης των βιαστών διέφεραν από εκείνα των μη βιαστών  παρατηρώντας μάλιστα ότι οι βιαστές αντιδρούν ανάλογα και στις περιπτώσεις μη σεξουαλικής βίας εις βάρος γυναικών, και υποθέτοντας ότι τα κίνητρα της βίας αποτελούν το συνδετικό κρίκο. Πιο πρόσφατες όμως έρευνες εμφανίζουν αρκετές ομοιότητες στα προφίλ βιαστών και μη βιαστών αφού και οι δύο ομάδες παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα σεξουαλικής διέγερσης σε ερεθίσματα με σκηνές βιασμού, σε σχέση με ερεθίσματα που περιέχουν συναινετική σεξουαλική συνεύρεση. Πιθανότερη αιτία της ασυμφωνίας αυτής θεωρείται η επιλογή των ατόμων κατά τις αρχικές έρευνες από ακραία αποκλίνουσες περιπτώσεις.

Παρόλα αυτά, οι βιαστές που δεν αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά θεωρείται ότι παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο επανάληψης της πράξης σε σύγκριση με άλλους δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων, με αξιοσημείωτη εξαίρεση τους δράστες αιμομιξίας. Τα επίσημα ποσοστά υποτροπής κυμαίνονται μεταξύ του 6% και 35% (Marshall & Barbaree, 1990b) με τις περισσότερες τιμές να εμφανίζουν συγκέντρωση γύρω στο 10% (Hudson & Bakker, 1997)). Μία πρόσφατη μετα-ανάλυση 61 μελετών, σε 1.839 βιαστές, όμως έδειξε ποσοστό επανάληψης της σεξουαλικής επίθεσης 18.9% (Hanson & Bussiere, 1996). Μελέτη που περιελάμβανε άτομα που διέπραξαν βιασμό και βρίσκονταν υπο συνεχή παρακολούθηση (Marshal & Bussiere, 1996) βρήκε ότι τα ποσοστά υποτροπής ήταν 2,4 φορές υψηλότερα από τους παιδόφιλους και 2,8 φορές υψηλότερα από τους επιδειξίες. Αν λάβουμε υπόψη τον συντελεστή του Koss (1992), που κυμαίνεται από 4 εως και 10, τότε τα ποσοστά για τους βιαστές τείνουν να εξισωθούν με εκείνα άλλων τύπων δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων που έχουν φυλακιστεί.

Πάσχουν οι Βιαστές από Ψυχιατρικές διαταραχές;

Η παρουσία μείζονων ψυχιατρικών συμπτωμάτων δεν θεωρείται κάτι ασυνήθιστο στους βιαστές. Η κατάχρηση και η εξάρτηση από αλκοόλ ή άλλες ουσίες επικρατούν μέχρι και στο 70% των βιαστών, ενώ στο ένα τρίτο διαγνώσκεται καταθλιπτική διαταραχή (Hillbrand, Foster, & Hirt, 1990). Οι Seghorn et al (1987) αναφέρουν χαμηλότερα ποσοστά ψυχιατρικής διαταραχής: 7% σχιζοφρένεια, 2% σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, 3% μείζων κατάθλιψη, και 6% οργανικό ψυχοσύνδρομο. Θεωρείται πολύ πιθανό ότι τα ποσοστά αυτά είναι υψηλότερα από το μέσο όρο του συνολικού πληθυσμού των φυλακών (Hudson & Murrow, 1997).

Εξετάζοντας τις διαταραχές του ’ξονα ΙΙ, οι Seghorn et al (1987) παρατήρησαν ότι το ένα τρίτο σχεδόν του δείγματος εμφάνιζε διαταραχή προσωπικότητας, ενώ πολύ υψηλότερα ποσοστά, έως και 90%, βρέθηκαν από άλλους ερευνητές (Berner, Barger, Gutierez, Jordan, &Berger, 1992, Serin, Malcolm, Khanna, & Barbaree, 1994, Stermac & Quinsey, 1986). Είναι επίσης πιθανόν τα ποσοστά αυτά να μην διαφέρουν κατά πολύ από τα ποσοστά που αφορούν το συνολικό πληθυσμό των φυλακών.

Ένα άλλο ερώτημα είναι: Οι βιαστές μόνο βιάζουν; Και εάν όχι, παρουσιάζουν κάποια άλλη σεξουαλική παρέκκλιση ή άλλου τύπου δραστηριότητα; (Freund, 1990)

Η επιδειξιμανία ανέκαθεν συνδεόταν με τον βιασμό (Paitich et al, 1977, Rooth, 1973, Yalom, 1960). Οι Gebhard et al (1965) υποστηρίζουν ότι ο ένας στους 10 επιδειξίες έχει σκεφτεί σοβαρά ή και επιχειρήσει βιασμό.

Επίσης, από τη μελέτη των Stermac & Hall (1989) βρέθηκε ότι οι δράστες οι οποίοι παρουσίαζαν κλιμάκωση στη σεξουαλική επιθετικότητα συνήθως είχαν διαπράξει προηγουμένως σεξουαλική επίθεση ''χωρίς επαφή'', όπως επίδειξη γεννητικών οργάνων.

Από την έρευνα των Abel et al (1986) προκύπτει ότι από τους 126 βιαστές που εξετάστηκαν, το 44% είχε κακοποιήσει σεξουαλικά κορίτσια εκτός οικογενειακού κύκλου, ενώ το 14% είχε κακοποιήσει σεξουαλικά και αγόρια εκτός οικογενειακού κύκλου. Παρατηρήθηκε επίσης ότι οι βιαστές που έχουν καταδικαστεί έχουν συχνά καταδικαστεί και για μη σεξουαλική εγκληματική δραστηριότητα, ενώ το γεγονός αυτό φαίνεται να ισχύει και για τους έφηβους βιαστές (Epps, 1991). Βρέθηκε ότι οι μισοί περίπου από τους βιαστές έχουν καταδικαστεί συγχρόνως και για άλλες μη σεξουαλικές εγκληματικές πράξεις, ενώ σχεδόν όλοι τους έχουν διαπράξει τουλάχιστον μία μη σεξουαλικού τύπου επίθεση. Δεν έχει προσδιοριστεί όμως εάν τα ευρήματα αυτά χαρακτηρίζουν όλους τους βιαστές, περιλαμβανομένων και των ευκαιριακών.

Ποιά είναι τα σπουδαιότερα στοιχεία από το ιστορικό ενός ατόμου που κατηγορείται για βιασμό;

Οικογενειακό Ιστορικό: Η οικογένεια παρέχει το βασικό πλαίσιο μαθησιακής ανάπτυξης. Έχει ταυτοποιηθεί ένας αριθμός οικογενειακών παραγόντων που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη σεξουαλικής επιθετικότητας. Διαπροσωπικοί παράγοντες, όπως αρνητικές και απομακρυσμένες σχέσεις με γονείς, ασταθής ή αμελής φροντίδα, απώλεια γονέος λόγω θανάτου, χωρισμού ή διαζυγίου και υψηλή συχνότητα σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης, χαρακτηρίζουν τις πρώιμες παιδικές εμπειρίες πολλών σεξουαλικών παραπτωματιών (Fagen & Wexler, 1988, Prentky et al, 1989, Ryan & Lane, 1991, Seghorn et al, 1987, Tingle et al, 1986). Είναι επομένως σημαντικό να αποκτηθούν πληροφορίες σχετικές με τη φύση της σχέσης των ατόμων αυτών με τους γονείς και τα αδέλφια τους. Επίσης σημαντικές είναι πληροφορίες που αφορούν απώλεια γονέα, εγκατάλειψη, σταθερότητα οικογενειακού περιβάλλοντος, χρήση βίας, και τέλος επάρκεια του μοντέλου του γονεϊκού ρόλου. Το οικογενειακό ιστορικό αποτελεί ιδανικό σημείο για να αρχίσει μία διαδικασία εκτίμησης, ενώ συγχρόνως διευκολύνει την ανάπτυξη της σχέσης ιατρού-ασθενούς (rapport), ιδιαίτερα πριν από τη συζήτηση πιο ευαίσθητων θεμάτων.

Ιστορικό εκπαίδευσης: Οι βιαστές τείνουν να εγκαταλείπουν το σχολείο τους (Bard et al, 1987), αν και η εκπαιδευτική τους εξέλιξη μπορεί να ποικίλει αρκετά. Οι νοητικές ικανότητες είναι ευνόητο ότι επηρεάζουν την πορεία της θεραπείας. Για το λόγο αυτό η εκτίμηση θα πρέπει να περιλαμβάνει το ιστορικό εκπαίδευσης, το γενικό νοητικό επίπεδο και την παρουσία μαθησιακών ελλειμάτων. Η επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων και η συμπεριφορά στο σχολείο παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις νοητικές και ψυχολογικές δυνατότητες. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να διακρίνει δυσκολίες παρακολούθησης, παρορμητικότητα, έλλειψη στόχων, χαμηλή αυτοπεποίθηση και επιμονή. Οι παράγοντες αυτοί έχουν εμφανή επίδραση στην εξέλιξη της θεραπείας και μπορεί να υποδείξουν την ανάγκη συμπληρωματικής εκπαιδευτικής παρέμβασης.

Εργασιακό Ιστορικό: Η ύπαρξη σταθερού εργασιακού ιστορικού τείνει να προστατεύει από την ανάπτυξη εγκληματικής συμπεριφοράς (Bartol, 1991). Πράγματι, οι βιαστές τείνουν να έχουν ασταθές εργασιακό ιστορικό σε ανειδίκευτες εργασίες (Bard et al, 1987). Είναι επομένως χρήσιμο να εκτιμηθεί το εργασιακό ιστορικό, εστιάζοντας στη σταθερότητα και το είδος εργασίας, στο επίπεδο επιδεξιότητας και υπευθυνότητας και στη γενικότερη στάση απέναντι στη δουλεία που επέδειξε. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να σχετίζονται με ψυχολογικά χαρακτηριστικά όπως επιμονή, ικανότητα ανοχής στη ματαίωση και ικανότητα σχεδιασμού και επίτευξης στόχων. Οι πληροφορίες του εργασιακού ιστορικού μπορεί επίσης να υποδείξουν την ανάγκη ειδικών παρεμβάσεων με σκοπό να αυξήσουν τη μελλοντική δυνατότητα για εργασία.

Κοινωνικό ιστορικό: Τα άτομα που έχουν ιστορικό διαταραγμένης προσκόλλησης με τα άτομα που τους έχουν αναθρέψει είναι περισσότερο πιθανό να παρουσιάσουν δυσλειτουργικές σχέσεις και σε άλλους τομείς (Hazan & Shaver, 1994). Έχοντας υπόψη τις προαναφερθείσες διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι βιαστές παρουσιάζουν προβληματικό κοινωνικό ιστορικό. Για παράδειγμα, έχει αναφερθεί χαμηλό επίπεδο συναισθηματικής εμπλοκής με τους συναδέλφους τους (Blaske et al, 1989), ενώ το 86% είχαν ελάχιστους ή καθόλου φίλους κατά τη νεαρή ηλικία (Tingle et al, 1986). Γνωρίζοντας λοιπόν τη σπουδαιότητα των πρώιμων παιδικών εμπειριών στη μελλοντική ανάπτυξη κοινωνικού άγχους θεωρείται σκόπιμη η αναλυτική διερεύνηση του κοινωνικού ιστορικού. Η εκτίμηση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη ποιότητα, τη σταθερότητα και τη διάρκεια των δεσμών φιλίας, τη φύση και έκταση της κοινωνικής απομόνωσης, τη μορφή των διαπροσωπικών σχέσεων, τις δυσκολίες που πιθανόν υπήρξαν κατά τις πρώιμες σχέσεις και τον τρόπο λειτουργίας του ατόμου μέσα σε μία ερωτική σχέση. Η ανίχνευση ενδεχόμενων ειδικών ελλειμάτων της κοινωνικότητας των βιαστών είναι σημαντική για το θεραπευτικό σχεδιασμό.

Σεξουαλικό ιστορικό:

Η έρευνα έχει αποκαλύψει μία σειρά κοινών στοιχείων στο σεξουαλικό ιστορικό των βιαστών. Για παράδειγμα, οι άνδρες που παρουσιάζουν σοβαρή σεξουαλική επιθετικότητα φαίνεται να έχουν πιο πρώιμες και συχνές σεξουαλικές εμπειρίες (Koss & Dinero, 1989) και πιο χαλαρές πεποιθήσεις για τη σεξουαλικότητα (Marshall, 1989).

Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις για αυξημένη συνοσηρότητα με παραφιλίες (Freund, 1990, Marshall et al, 1991), καθώς και αυξημένη ενασχόληση με τη πορνογραφία (Carter et al, 1987, Cool et al, 1971, Goldstein et al, 1971). O κλινικός θα πρέπει επίσης να εξετάζει τη συχνότητα της σεξουαλικής δραστηριότητας, τυχόν καταναγκαστικά σεξουαλικά στοιχεία, καθώς και την ύπαρξη, τον τύπο και τη διαδικασία ενδεχόμενης αποκκλίνουσας σεξουαλικής δραστηριότητας (Groth & Loredo, 1981).

Είναι γενικά αποδεκτό ότι ένας σημαντικός αριθμός βιαστών έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά κατά την παιδική ηλικία ή υπήρξαν μάρτυρες παρεκκλίνουσας σεξουαλικής δραστηριότητας (Burgess et al, 1988, Dhawan & Marshall, 1996). Δεν παρουσιάζουν όμως σεξουαλική επιθετικότητα όλοι αυτοί που έχουν κακοποιηθεί κατά την παιδική ηλικία. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει την ύπαρξη και άλλων παραγόντων που μεσολαβούν στη πορεία ανάπτυξης σεξουαλικής επιθετικότητας. Η επιθυμία να εξευτελίσει το θύμα, η έλλειψη ικανότητας ενσυναισθησίας και ταυτοποίησης με τους άλλους έδειξαν να αποτελούν τέτοιους παράγοντες (Finkelhor, 1984). Η λήψη του σεξουαλικού ιστορικού θα πρέπει να γίνεται αφού πρώτα έχουν διερευνηθεί άλλες αναπτυξιακές πλευρές και έχει εγκατασταθεί θετική θεραπευτική σχέση. Θα πρέπει να αρχίζει με γενικές πληροφορίες για τη σεξουαλικότητα και το επίπεδο γνώσεων για τη σεξουαλική πράξη, και μετά να επεκτείνεται σε θέματα που αφορούν τη σεξουαλική δραστηριότητα του ατόμου, περιλαμβανομένου του αυνανισμού, της φύσης των σεξουαλικών φαντασιώσεων και επιθυμιών, καθώς και τη φύση και συχνότητα ενδεχόμενων σεξουαλικών παρεκκλίσεων. Είναι επίσης σημαντικό να εκτιμάται το θέμα του σεξουαλικού προσανατολισμού, η εμμονή στην πορνογραφία, η προσωπική εμπειρία σεξουαλικής κακοποίησης και η ύπαρξη σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Ποιά είναι τα σουδαιότερα σημεία από τη ψυχολογική εκτίμηση ενός ατόμου που κατηγορείται για βιασμό;

Άρνηση/ Αντίληψη της Υπευθυνότητας: Επειδή είναι αυτονόητο ότι η αποδοχή ευθυνών για πράξεις που βλάπτουν άλλους είναι δύσκολη, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί βιαστές αρνούνται την ανάληψη ευθύνης της εγκληματικής τους πράξης (Maletzky, 1996). Οι σεξουαλικοί παραπτωματίες αρνούνται συχνά όλες τις πλευρές της κατηγορίας χωρίς μάλιστα να αντιπαραθέτουν σοβαρά επιχειρήματα.

Τείνουν σταθερά να ελαχιστοποιούν την έκταση της διάπραξης και τις συνέπειες αυτής. Συχνά επίσης αποδίδουν τη διάπραξη σε άλλους παράγοντες, όπως κατάχρηση αλκοόλ, προβλήματα γάμου ή ψυχολογική ένταση, ενώ είναι συχνή επίσης η άρνηση κάθε πιθανής μελλοντικής διάπραξης.

Επιπλέον της άρνησης και της ελαχιστοποίησης, οι βιαστές παρουσιάζουν διαστροφή στην αντίληψη της συμπεριφοράς των θυμάτων, γεγονός που ενισχύει την στάση τους να δικαιολογούν τη συμπεριφορά τους. Για παράδειγμα, βλέπουν το ντύσιμο των θυμάτων τους ως προκλητικό και δυσκολεύονται να δουν την κατάσταση από την πλευρά των θυμάτων (Scully, 1988).

Επίσης, αντιλαμβάνονται την παθητικότητα ή το τρόμαγμα των θυμάτων σαν επιθυμία ή ευχαρίστηση. Όλες αυτές οι εκλογικεύσεις και οι γνωσιακές διαστροφές αντανακλούν την άρνηση στο να αναλάβουν την προσωπική ευθύνη της διάπραξης. Τα γενικά αυτά χαρακτηριστικά της έλλειψης ανάληψης ευθύνης συνδέονται στενά με τη σεξουαλική επιθετικότητα (Rapaport & Burkhart, 1984).

Συχνά, οι άνδρες που παρουσιάζουν σεξουαλική επιθετικότητα δε βλέπουν τη συμπεριφορά τους σαν βιασμό και αποδίδουν ίση ευθύνη στα άτομα που κακοποίησαν (Koss, 1988).

Συχνά επίσης οι βιαστές θεωρούν υπεύθυνες για το βιασμό τις γυναίκες και τον εαυτό τους αθώο (Marolla & Scully,1986). Ένα σημείο κλειδί της εξέτασης είναι η παρουσίαση της αποδοχής της ευθύνης σαν θετικό στοιχείο.

Ενσυναισθησία: Η έλλειψη ενσυναισθησίας (empathy) έναντι των θυμάτων και η αδυναμία ή άρνηση κατανόησης του μεγέθους του τραύματος που προκαλεί η σεξουαλική κακοποίηση, αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά των σεξουαλικών παραπτωματιών (Ward et al, 1995). Οι βιαστές συχνά είναι ανίκανοι να κατανοήσουν τα συναισθήματα των άλλων ή να δείξουν ενσυναισθησία στα θύματά τους (Abel et al, 1985, Rice et al, 1994, Scully, 1988). Σε αντιδιαστολή, σε μη παραπτωματίες, βρέθηκε στενή σχέση μεταξύ ενσυναισθησίας και θυμάτων βιασμού (Deitz et al, 1982).

Κοινωνικές δεξιότητες: Ο βιασμός είναι ένα έγκλημα κατά της προσωπικότητας και για το λόγο αυτό επικρατεί η άποψη ότι το επίπεδο κοινωνικών δεξιοτήτων αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην ανάπτυξη παρεκλίνουσας σεξουαλικής συμπεριφοράς (Ward et al, 1997). Παλαιότερες αλλά και πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι οι βιαστές παρουσιάζουν αρκετά κοινά στοιχεία στον τομέα των κοινωνικών δεξιοτήτων. Συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι υπολοίπονται σε κοινωνικού τύπου επιδεξιότητες (Segal & Marshall, 1985) και στην αντίληψη των συνεπειών μιας ενέργειας (Lipton et al, 1987), παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα άγχους, σε συνθήκες εργαστηρίου, όταν τους ζητείται να παίξουν ανταγωνιστικό ρόλο (Overholser & Beck, 1986), παρουσιάζουν ιδιαίτερα προβλήματα όταν σχετίζονται με γυναίκες (Clark & Lewis, 1977, Laws & Serber, 1975) και δείχνουν έλλειψη αγωνιστικής διάθεσης σε ετεροσεξουαλικές καταστάσεις (Stermac & Quinsey, 1986).

Θα πρέπει όμως να διαχωρίζουμε τη μοναχικότητα, την ικανότητα για στενή διαπροσωπική σχέση και τις κοινωνικές επιδεξιότητες από την κοινωνικότητα γενικά. Για να είναι ένα άτομο κοινωνικό θα πρέπει να είναι ικανό να ερμηνεύει επιδέξια τις πληροφορίες, να επιλέγει τις αντιδράσεις του και να εκτελεί τις αντιδράσεις αυτές (McFall, 1982). Οι βιαστές παρουσιάζουν ελλείμματα σε μία ή περισσότερες από τις περιοχές αυτές και για να εξετάσουμε την ακριβή φύση των ελλειμμάτων αυτών θα πρέπει να μελετήσουμε το άγχος, την διάθεση επιβολής και την ερμηνεία που αποδίδεται στα κοινωνικά ερεθίσματα (Stermac & Quinsey, 1986). Οι Knight & Prentky (1987), δίνοντας έμφαση στη μελέτη της σχέσης κοινωνικότητας, αναπτυξιακών παραγόντων και μορφής παραπτώματος, βρήκαν ότι οι βιαστές που επιδεικνύουν σαδισμό, σε σύγκριση με τους άλλους τύπους βιαστών, υπέστησαν πολύ συχνότερα σεξουαλική κακοποίηση και είχαν πιο πτωχή κοινωνικότητα, χαμηλά επίπεδα ετεροσεξουαλικής εξάρτησης και πιο ασταθείς διαπροσωπικές σχέσεις.

Ποιά είναι τα σπουδαιότερα σημεία του σεξουαλικού ιστορικού ενός βιαστή;

Ερωτικές σχέσεις: Αρκετοί ερευνητές παρατήρησαν ότι οι σεξουαλικοί παραπτωματίες είναι κοινωνικά απομονωμένοι με λίγες στενές ερωτικές σχέσεις (Fagan & Wexler, 1988, Marshall, 1989, Tingle et al, 1986). Εκείνοι μάλιστα οι σεξουαλικοί παραπτωματίες που έχουν πολλές σχέσεις, τις περιγράφουν σαν επιφανειακές (Marshall, 1989). Οι παρατηρήσεις αυτές ώθησαν τους ερευνητές να μελετήσουν τις ερωτικές σχέσεις των σεξουαλικών παραπτωματιών, απομονώνοντας κάποιες παραμέτρους οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για το σχηματισμό και τη διατήρηση μιας στενής ερωτικής σχέσης. Κοινό στοιχείο των σεξουαλικών παραπτωματιών αποτελεί η αποτυχία επίτευξης στενής ερωτικής σχέσης, η οποια οδηγεί σε βίωση μοναξιάς (Awad et al, 1984, Fagan & Wexler, 1988, Saunders et al, 1986, Seidman et al, 1994, Tingle et al, 1986). Βρέθηκε ότι οι σεξουαλικοί παραπτωματίες παρουσιάζουν σημαντικά μεγαλύτερες δυσκολίες στην ανάπτυξη στενής ερωτικής σχέσης, καθώς και σημαντικά υψηλότερα επίπεδα αίσθησης μοναξιάς, συγκρινόμενοι ξεχωριστά με μη σεξουαλικούς παραπτωματίες καθώς και με γενικό πληθυσμό (Seidman et al, 1994).

Σε φυλακισμένους για σεξουαλική παραπτωματικότητα βρέθηκαν παρόμοια αποτελέσματα, ενώ ειδικότερα, οι φυλακισμένοι για αιμομιξία παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα φόβου ανάπτυξης στενής ερωτικής σχέσης, συγκρινόμενα ξεχωριστά με βιαστές και με μη σεξουαλικούς παραπτωματίες, ενώ οι βιαστές παρουσίαζαν χαμηλότερη επιθυμία στενής σχέσης με άνδρες και με μέλη της οικογένειάς τους, συγκρινόμενοι με τους παιδόφιλους (Bumby & Marshall, 1994). 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Edgar Wallace
Η Σκέψη της ημέρας
3:17 Edgar Wallace