Ίλιγγος: Πού οφείλεται και πώς αντιμετωπίζεται;

3 Οκτωβρίου 2013

Ίλιγγος είναι η ψευδαίσθηση του ασθενούς ότι τα αντικείμενα γύρω του περιστρέφονται ή κινούνται. Σε συνδυασμό με αυτή την αίσθηση, το άτομο βιώνει κάποιου βαθμού αστάθεια, έχει την εντύπωση ότι το έδαφος κινείται ή χάνεται κάτω από τα πόδια του, ή ότι το ίδιο πέφτει προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Τα συμπτώματα αυτά συνοδεύονται συνήθως από ναυτία ή έμετο και έχουν ευρύ φάσμα όσον αφορά την ένταση και τη διάρκεια.

Πού οφείλεται ο ίλιγγος;

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο ίλιγγος οφείλεται σε δυσλειτουργία του περιφερικού αιθουσαίου συστήματος. Οφείλεται δηλαδή, σε κάποια διαταραχή είτε στο υποδεκτικό όργανο της ισορροπίας που είναι η αίθουσα και οι τρεις ημικύκλιοι σωλήνες (οπίσθιος λαβύρινθος) και το οποίο βρίσκεται στο έσω ους, είτε στο αιθουσαίο νεύρο που μεταβιβάζει τα ερεθίσματα στον εγκέφαλο. Σπανιότερα, ο ίλιγγος μπορεί να είναι αποτέλεσμα βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος, να αποδίδεται δηλαδή σε μια βλάβη πιο κεντρικά στον εγκέφαλο, να είναι ψυχογενής και να οφείλεται σε στρες , η να οφείλεται σε άλλα ερεθίσματα όπως για παράδειγμα στη ναυτία των ταξιδιωτών (κινήτωση).

Ποιές είναι οι πιο κοινές παθήσεις που προκαλούν ίλιγγο, πού οφείλονται και πώς αντιμετωπίζονται;

Τρεις είναι οι κύριες νοσολογικές οντότητες που προκαλούν περιφερικό ίλιγγο: ο καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος μετάθεσης κεφαλής, η αιθουσαία νευρίτιδα και η νόσος Meniere.

Στον καλοήθη παροξυσμικό ίλιγγο μετάθεσης κεφαλής, ο ασθενής εμφανίζει μικρής διάρκειας (λεπτών ή δευτερολέπτων) επεισόδια ιλίγγου την ώρα που ξαπλώνει ή σηκώνεται από το κρεβάτι του, όταν αλλάζει πλευρό κατά τη διάρκεια του ύπνου, όταν σκύβει ή όταν σηκώνει το κεφάλι ψηλά. Συνυπάρχει ναυτία, η οποία όμως σπάνια καταλήγει σε έμετο, καθώς και αστάθεια κατά τα πρώτα βήματα του ασθενούς μόλις σηκωθεί από το κρεβάτι. Η αιτία της νόσου είναι πλέον γνωστή και αφορά την απόσπαση κάποιων στερεών σωματιδίων, των ωτολίθων από τη θέση που φυσιολογικά βρίσκονται στο λαβύρινθο και τη μετακίνηση τους σε διάφορα σημεία μέσα σε αυτόν.

Η διάγνωση της νόσου γίνεται με τη δοκιμασία Dix Hallpike η οποία γίνεται από ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο ο οποίος κατά τη διάρκεια της, παρατηρεί μια χαρακτηριστική κίνηση στα μάτια του ασθενούς η οποία λέγεται νυσταγμός.

Εφόσον διαγνωσθεί η νόσος, ακολουθεί η θεραπεία, η οποία δεν είναι φαρμακευτική, ακριβώς επειδή το αίτιο που την προκαλεί είναι μηχανικό. Πρόκειται για το χειρισμό Epley, ο οποίος είναι μια σειρά κινήσεων που εκτελούνται για να επανατοποθετηθούν οι ωτόλιθοι στη θέση τους. Ο χειρισμός είναι αποτελεσματικός σε ποσοστό σχεδόν 98% με την πρώτη κιόλας εφαρμογή και προσφέρει ανακούφιση ακόμα και την ώρα της κρίσης.

Η αιθουσαία νευρίτιδα εκδηλώνεται με σφοδρό ίλιγγο ο οποίος εμφανίζεται ξαφνικά και μπορεί να διαρκέσει από αρκετές ώρες έως και 3 ημέρες. Ο ασθενής έχει έντονη αστάθεια με τάση να πέφτει προς τη μία πλευρά, η οποία καταδεικνύει το λαβύρινθο που υπολείπεται και νιώθει έντονη ναυτία με αποτέλεσμα συχνά επεισόδια εμέτου. Τα αίτια της αιθουσαίας νευρίτιδας φαίνεται να είναι ιογενή ή αγγειακά, ενώ η αντιμετώπισή της έγκειται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων με χορήγηση αντιεμετικών και κατασταλτικών του λαβυρίνθου όπως είναι για παράδειγμα οι βενζοδιαζεπίνες. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η θεραπεία δεν πρέπει να συνεχιστεί για περισσότερες από λίγες ημέρες, γιατί με τον τρόπο αυτό αναστέλλεται η φυσιολογική ικανότητα του οργανισμού για αντιρρόπηση της βλάβης.

Τέλος, η νόσος του Meniere χαρακτηρίζεται από την εξής κλινική τριάδα: 1) κρίσεις ιλίγγου που διαρκούν από λίγα λεπτά έως και αρκετές ώρες, 2) βαρηκοΐα, η οποία αρχικά έχει αυξομειούμενη βαρύτητα και με την πρόοδο της νόσου επιδεινώνεται και 3) εμβοές, οι οποίες στην αρχή εμφανίζονται μόνο στις κρίσεις, κατόπιν όμως γίνονται μόνιμες και μπορεί να συνοδεύονται από αίσθημα πληρότητας - «μπούκωμα» - του αυτιού. Η νόσος αποδίδεται σε ύδρωπα του λαβυρίνθου, αύξηση δηλαδή της ποσότητας της ενδολέμφου- του υγρού που βρίσκεται μέσα σε αυτόν. Η θεραπεία της νόσου Meniere αφορά αφενός την αντιμετώπιση των κρίσεων με χορήγηση αντιεμετικών και κατασταλτικών του λαβυρίνθου και αφετέρου την πρόληψη των υποτροπών. Η τελευταία συνίσταται στην εφαρμογή δίαιτας χαμηλής σε αλάτι και στη χορήγηση διουρητικών. Εάν αυτά τα μέτρα αποτύχουν, εφαρμόζεται η ενδοτυμπανική έγχυση κορτιζόνης σε εκείνους τους ασθενείς που έχουν φυσιολογική ακοή, ή σαν τελευταία λύση, χημική με ωτοτοξικά φάρμακα (γενταμυκίνη) ή χειρουργική καταστροφή του λαβυρίνθου που νοσεί.

Κωνσταντίνα Ρόβα Ειδικευόμενη Ωτορινολαρυγγολογίας, Γ.Ν Κομοτηνής, από το Ελληνικό Ίδρυμα Γαστρεντερολογίας και Διατροφής

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ
Τα νέα της ημέρας
11:39 Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ