Μύθοι και αλήθειες για τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα

14 Οκτωβρίου 2013

Μύθοι και αλήθειες για τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα

Από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων

 

Μύθοι Αλήθειες
Δεν είναι πολλοί αυτοί που ενδιαφέρονται για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ). Είναι σπάνια, και δεν προκαλούν σοβαρά προβλήματα. Τα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα αποτελούν σημαντικό πρόβλημα. Τα νοσήματα που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις λοιμώξεις από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων, δηλαδή τα κονδυλώματα, τον έρπητα των γεννητικών οργάνων, τη σύφιλη, τη γονόρροια, τις χλαμυδιακές λοιμώξεις, τις ουρηθρίτιδες, τη μη ειδική κολπίτιδα ή βακτηριακή κολπίτιδα, τις λοιμώξεις από τριχομονάδες, τις ηπατίτιδες και την ιδιαίτερα σημαντική HIV λοίμωξη. Συχνά αντί του όρου Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ) χρησιμοποιείται ο όρος  Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενες Λοιμώξεις, προκειμένου να συμπεριληφθούν και οι περιπτώσεις των ατόμων που δεν εμφανίζουν συμπτώματα. 

 

Τα ΣΜΝ αντιμετωπίζονται θεραπευτικά, αν και η αντιμετώπισή τους επιπλέκεται από το γεγονός της ασυμπτωματικής τους μετάδοσης, όπως στην περίπτωση του έρπητα των γεννητικών οργάνων και των κονδυλωμάτων. Επιπλέον, μελέτες έχουν δείξει ότι η ύπαρξη ενός ΣΜΝ διευκολύνει τη μετάδοση άλλου, όπως της HIV λοίμωξης, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.

Με την πρόοδο της ιατρικής δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Τα ΣΜΝ θεραπεύονται με αντιβιοτικά. Είναι αλήθεια ότι η σύφιλη, η γονόρροια, οι ουρηθρίτιδες και οι κολπίτιδες θεραπεύονται με την κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή. Για το λόγο αυτό πρέπει να γίνεται εργαστηριακός έλεγχος όταν υπάρχει υποψία λοίμωξης από ΣΜΝ. 

 

Θα πρέπει, επίσης, να λαμβάνουμε υπόψη ότι πολλά από τα ΣΜΝ δεν προκαλούν πάντα συμπτώματα και ιδιαίτερα στις γυναίκες. Εάν δε χορηγηθεί αγωγή μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Δεν υπάρχει πρόβλημα αντοχής στα αντιβιοτικά για τον γονόκοκκο Η βλενόρροια ή γονόρροια μπορεί να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Σε ευρωπαϊκό, αλλά και παγκόσμιο επίπεδο, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αυξανόμενη αντοχή του γονοκόκκου στα αντιβιοτικά. 

 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Μελέτης Αντοχής Γονοκόκκου στα αντιβιοτικά, η μειωμένη ευαισθησία του γονοκόκκου στην κεφιξίμη (ένα από τα συνιστώμενα αντιβιοτικά για τη θεραπεία του) αυξήθηκε από 4% το 2009 σε 9% το 2010 σε 17 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρατήρηση αυτή έχει οδηγήσει σε αναθεώρηση των θεραπευτικών κατευθυντηρίων οδηγιών.

Για τους λόγους αυτούς, εάν μετά την ολοκλήρωση της θεραπευτικής αγωγής συνεχίζουν να υπάρχουν συμπτώματα, ο ασθενής πρέπει να επισκεφθεί εκ νέου τον ιατρό του για επανεκτίμηση της εξέλιξης της νόσου.

Τα προφυλακτικά προστατεύουν έναντι όλων των ΣΜΝ Η συστηματική χρήση προφυλακτικού κατά τη διάρκεια της στοματικής, κολπικής και πρωκτικής επαφής προφυλάσσει έναντι των ουρηθριτίδων, της λοίμωξης από χλαμύδια, της συφιλίδος, της γονόρροιας, καθώς και έναντι της μετάδοσης των ηπατιτίδων και του HIV. 

 

Αν και το προφυλακτικό δεν προστατεύει με απόλυτη ασφάλεια από τη μετάδοση όλων των ΣΜΝ, όπως των κονδυλωμάτων όταν αυτά εντοπίζονται στην περιγεννητική περιοχή, η χρήση του παραμένει η καλύτερη επιλογή προστασίας από τη μετάδοση των ΣΜΝ. Η χρήση αντισυλληπτικών προσφέρει προστασία μόνο έναντι ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, όχι όμως έναντι των ΣΜΝ.

Ο άνθρωπος που πάσχει από ΣΜΝ φαίνεται από την συμπεριφορά του. Πρέπει μόνο να ξέρεις να εκτιμάς τους ανθρώπους. Τα ΣΜΝ δεν κάνουν διακρίσεις, κάθε σεξουαλικώς ενεργό άτομο μπορεί να μολυνθεί από ΣΜΝ.
Εάν προσβληθώ από σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, πχ. λοίμωξη από χλαμύδια, θα το καταλάβω γιατί θα έχω συμπτώματα. Πολλές λοιμώξεις από χλαμύδια μπορεί να παραμένουν αδιάγνωστες λόγω του υψηλού ποσοστού ασυμπτωματικών ασθενών (70% των γυναικών και πάνω από 50% των ανδρών). Χωρίς να υποβληθούν σε διαγνωστικό έλεγχο, οι ασυμπτωματικοί ασθενείς πιθανώς να μεταδώσουν τη λοίμωξη στους σεξουαλικούς τους συντρόφους.
Οι χλαμυδιακές λοιμώξεις δεν έχουν επιπλοκές Τόσο οι συμπτωματικές όσο και οι ασυμπτωματικές λοιμώξεις από Chlamydia Trachomatis έχουν επιπλοκές, εάν δεν αντιμετωπισθούν θεραπευτικά. Η φλεγμονή που ακολουθεί τη λοίμωξη του ανώτερου γεννητικού συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε απόφραξη των σαλπίγγων και υπογονιμότητα. Επιπλέον, η απόφραξη των σαλπίγγων, ως αποτέλεσμα χλαμυδιακών λοιμώξεων, αλλά και λοιμώξεων από άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, είναι σημαντικός παράγοντας κινδύνου για έκτοπη κύηση, μια κατάσταση που πιθανώς να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της εγκύου.
Το τεστ ΠΑΠ θα δείξει εάν πάσχω από σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα Το τεστ ΠΑΠ δεν είναι ειδικό για κανένα ΣΜΝ. Εάν υπάρχει υποψία μετάδοσης κάποιου ΣΜΝ είναι σκόπιμο να επικοινωνήσετε με το ιατρό σας, ώστε να υποβληθείτε στον κατάλληλο διαγνωστικό έλεγχο.
Δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω προφυλακτικό. Είμαι αλλεργικός / δε βρίσκω το σωστό μέγεθος Υπάρχουν πολλά μεγέθη και είδη προφυλακτικών, ώστε να ικανοποιήσουν τις διαφορετικές προτιμήσεις και ανάγκες. Προφυλακτικά χωρίς latex είναι διαθέσιμα για άτομα αλλεργικά στο latex. H μη χρήση προφυλακτικού μπορεί να οδηγήσει στη μόλυνση από ΣΜΝ.
Η μόλυνση μία φορά από ΣΜΝ καταλείπει ανοσία, δηλαδή «δε μπορείς να ξανακολλήσεις». Μπορείς να μολυνθείς από ένα ΣΜΝ περισσότερες από μια φορές, είτε από ένα μη θεραπευμένο σύντροφο είτε από ένα νέο σεξουαλικό σύντροφο. Η θεραπευθείσα λοίμωξη από χλαμύδια, γονόρροια ή σύφιλη δεν προστατεύει τους ασθενείς από επαναμόλυνση.
Εάν διαγνωστώ με ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα δεν χρειάζονται εξετάσεις για άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Μπορείς να μολυνθείς με περισσότερα από ένα ΣΜΝ. Είναι σημαντικό το άτομο που διαγιγνώσκεται με ένα ΣΜΝ να ελέγχεται και για τα υπόλοιπα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, ώστε να λαμβάνει την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Είναι σημαντική, επίσης, η αναζήτηση και θεραπεία των σεξουαλικών συντρόφων.
Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα δεν μπορούν να μεταδοθούν από την έγκυο μητέρα στο παιδί. Τόσο η σύφιλη όσο και η γονόρροια και οι χλαμυδιακές λοιμώξεις μπορεί να μεταδοθούν στο έμβρυο ή το νεογέννητο με σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία του.
Δύο προφυλακτικά είναι πιο ασφαλή από ένα Η χρήση δυο προφυλακτικών δεν συνιστάται. Η σύσταση είναι να χρησιμοποιείται ένα νέο προφυλακτικό σε κάθε σεξουαλική επαφή.
Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα δεν μεταδίδονται με τον στοματικό έρωτα Τα ΣΜΝ μεταδίδονται με κάθε σεξουαλική επαφή κολπική, πρωκτική ή στοματική.
Τα ΣΜΝ αφορούν κυρίως ενήλικες. Σύμφωνα με στοιχεία από την επιτήρηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στην οποία συμμετέχει και η χώρα μας, περισσότερες από το 70% των δηλωθέντων περιπτώσεων χλαμυδιακών λοιμώξεων, περίπου το 40% των περιστατικών γονόρροιας και το 17% των συφιλιδικών λοιμώξεων αφορούν νεαρά άτομα 15 έως 24 ετών. Επίσης, μεγάλο ποσοστό ατόμων μολύνονται για πρώτη φορά από τον HPV, τα κονδυλώματα, στα εφηβικά τους χρόνια. 

 

Δυστυχώς, ΣΜΝ μπορεί να εμφανισθούν σε βρέφη και παιδιά. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για συγγενείς λοιμώξεις. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), η μη θεραπεία πιθανής χλαμυδιακής λοίμωξης της μητέρας είναι υπεύθυνη για την εμφάνιση σοβαρών οφθαλμικών λοιμώξεων, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν και σε τύφλωση, σε περισσότερα από 4000 νεογνά/έτος παγκοσμίως.

Τα προφυλακτικά είναι ο μόνος τρόπος προστασίας από τα ΣΜΝ. Τα προφυλακτικά είναι ένας πολύ καλός τρόπος προφύλαξης από τα ΣΜΝ, αλλά δεν είναι ο μόνος. Σημαντική θέση στον τομέα της προστασίας κατέχουν οι εμβολιασμοί έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV) και του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV). 

 

Δύο εμβόλια υπάρχουν έναντι του HPV: το τετραδύναμο Gardasil και το διδύναμο Cervarix. Η έναρξη εμβολιασμού έφηβων κοριτσιών στα 11-12 έτη με κάποιο από αυτά προσφέρει προστασία έναντι της ανάπτυξης λοιμώξεως από τον HPV και, επομένως, έναντι πιθανής ανάπτυξης καρκίνου του τραχήλου της μήτρας στο μέλλον. Το τετραδύναμο εμβόλιο προσφέρει ενός βαθμού προστασία από την ανάπτυξη οξυτενών κονδυλωμάτων, τόσο σε κορίτσια όσο και σε αγόρια.

Το εμβόλιο έναντι του HBV θα πρέπει να εφαρμόζεται σε άτομα όλων των ηλικιών τα οποία δεν έχουν μολυνθεί ποτέ από αυτόν. Προστατεύει αφενός από την ηπατίτιδα Β κι αφετέρου από το ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα.

Οι εξετάσεις για τα ΣΜΝ μπορούν να γίνουν οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά την «ύποπτη» επαφή. Οι εξετάσεις για τα ΣΜΝ μπορούν να γίνουν προληπτικά. Στην περίπτωση όμως μίας «ύποπτης» επαφής που πρέπει να ελεγχθεί, λαμβάνεται υπόψη ότι για κάποια ΣΜΝ υπάρχει ένα «χρονικό» παράθυρο που δεν επιτρέπει τη διάγνωσή τους. Οι πρώτες ορολογικές εξετάσεις για τη Σύφιλη (FTA) θετικοποιούνται τουλάχιστον 21 μέρες μετά τη μόλυνση.
Δεν είναι απαραίτητο να εξετάζεται κάποιος ειδικά για ένα πιθανό ΣΜΝ, μπορεί να γίνει αιμοδότης και θα εντοπισθεί το νόσημα με αυτόν τον τρόπο. Αυτή η άποψη δεν είναι σωστή κυρίως για το λόγο που έχει περιγραφεί στο προηγούμενο εδάφιο. Εάν οι εξετάσεις στην αιμοδοσία πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια του «νεκρού παραθύρου», τότε δεν είναι δυνατή η διάγνωση του ΣΜΝ. Με τον τρόπο αυτό τίθεται σε κίνδυνο η υγεία πολλών ατόμων.
Ο έρπης των γεννητικών οργάνων και ο HPV μεταδίδονται μόνο όταν υπάρχουν κλινικά εμφανείς βλάβες στα γεννητικά όργανα. Πολλοί ασθενείς δεν γνωρίζουν ότι στην περίπτωση του ιού του απλού έρπητα (HSV) υπάρχει το φαινόμενο της ασυμπτωματικής απόπτωσής του από τα κύτταρα. Με βάση αυτό το δεδομένο δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα της μετάδοσής του από το σύντροφο «φορέα» στον άλλο, χωρίς να υπάρχει το χαρακτηριστικό εξάνθημα. Βεβαίως, η μολυσματικότητα είναι σαφώς χαμηλότερη όταν δεν υπάρχουν βλάβες. Το ίδιο ισχύει και για τον HPV.
Τα ΣΜΝ προσβάλλουν μόνο τα γεννητικά όργανα. Σχεδόν όλα τα ΣΜΝ (HIV, Σύφιλη κ.α.) παρουσιάζουν «εξωγεννητικές» εκδηλώσεις. Στις περιπτώσεις αυτές σπανίως οι ασθενείς συνδυάζουν τα συμπτώματα με το ΣΜΝ και έτσι καθυστερεί η διάγνωση και η θεραπεία τους. Εκδηλώσεις μπορεί να εμφανισθούν από τη στοματική κοιλότητα, τους οφθαλμούς, τις αρθρώσεις, το καρδιαγγειακό και το νευρικό σύστημα.
Όλα τα εξανθήματα στην περιοχή των γεννητικών οργάνων υποδηλώνουν ΣΜΝ. Πολλές δερματοπάθειες, οι οποίες δεν έχουν σχέση με τα ΣΜΝ, όπως η ψωρίαση, ο ομαλός λειχήνας, η λεύκη, η δερματίτιδα εξ’επαφής, κ.α., μπορεί να εμφανίσουν εξάνθημα εντοπιζόμενο στα γεννητικά όργανα ή πέριξ αυτών.
 
Βιβλιογραφία:
  1. Centers for Disease Control and Prevention (CDC). 2012. Update to CDC’s Sexually Transmitted Diseases Treatment Guidelines, 2010: Oral Cephalosporins No Longer a Recommended Treatment for Gonococcal Infections. Morbidity and Mortality Weekly Report. Vol61:590-594.
  2. Workoswki KA, Berman S. 2010. Sexually transmitted diseases treatment guidelines 2010. Morbidity and Mortality Weekly Report. Vol 59 /RR-12
  3. Chuh AT, Wong CW , Lee A. 2006. Sexually Transmitted Infections. Ten common myths. Australian Family Physician. Vol.3 (3):127-129.

Βασιλεία Κοντέ, Ιατρός ΚΕΕΛΠΝΟ, Γραφείο HIV & Σεξουαλικώς Μεταδιδομένων Νοσημάτων.

Δημήτριος Ιωαννίδης Καθηγητής Δερματολογίας-Αφροδισιολογίας Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ, Διευθυντής Α΄Πανεπιστημιακής Κλινικής Νοσοκομείου Δερματικών και Αφροδισίων Νόσων Θεσσαλονίκης

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ