Εξουσία και ανταγωνισμός στις σχέσεις: Ποιος έχει τελικά το "πάνω χέρι";

23 Οκτωβρίου 2013

Οι διαπροσωπικές σχέσεις, η εξουσία και ο ανταγωνισμός.

Όλοι μας έχουμε μια μυστική ή αλλιώς βαθιά προσωπική πηγή η οποία μας τροφοδοτεί με κουράγιο όταν πάμε σε κάτι δύσκολο, βαρετό και ψυχοφθόρο, με παρηγοριά όταν δεν τα καταφέρνουμε, με χαρά όταν πετύχουμε το στόχο μας. Είναι μια αίσθηση αόριστη ότι “όλα θα πάνε καλά στο τέλος” κι αν δεν πάνε καλά είναι γιατί δεν έχει έρθει το τέλος ακόμα. Είναι γιατί “χάσαμε τη μάχη αλλά όχι τον πόλεμο”. Αυτή η αίσθηση είναι κάτι που εδράζεται μέσα στις σκέψεις, τις πράξεις, τις συνήθειες και εν τέλει στο χαρακτήρα μας και δίνει μια εικόνα σιγουριάς και γιατί όχι και εμπνευσης στους γύρω μας. Είναι μια αίσθηση τόσο παλιά ώστε να μη μπορούμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα αν είναι η δύναμη της ζωής που μιλά μέσα μας ή ένα σώμα από μισοξεχασμένες σχεδόν ονειρικές αναμνήσεις.

Γράφει ο κλινικός ψυχολόγος, Δημήτρης Κατσαρός 

 

Αυτή την αίσθηση ή και ανάμνηση μας τη χαρίζει η συναναστροφή με αγαπημένα πρόσωπα που μπορούμε ελεύθερα να συναντήσουμε και να αποχωριστούμε χωρίς να νιώσουμε την έλλειψη, ή το φόβο ότι τα παραμελούμε. Ταυτόχρονα κατανοούμε ότι αυτά τα άτομα μπορούν να μας αποχωριστούν χωρίς να σημαίνει ότι δε μας αγαπούν ή ότι “προτιμούν να κάνουν κάτι άλλο πέρα από μας”. Νιώθουμε τον κορεσμό της επικοινωνίας με ένα απλό τρόπο όπως όταν τρώμε και νιώθουμε να γεμίζει το στομάχι μας. Δεν προσβάλλεται κανείς παρά νιώθει τη χαρά που δίνει το χόρτασμα, το γέμισμα. Τα άτομα αυτά μπορούμε να τα ανακαλέσουμε στη μνήμη και να συναντηθούμε μαζί τους ξανά όποτε έχουμε ανάγκη χωρίς να σημαίνει ούτε ότι είμαστε αδύναμοι ούτε ότι αυτοί είναι παντοδύναμοι. Είναι υπεύθυνα για τους εαυτούς τους όσο κι εμείς για τον δικό μας. Είναι οι γονείς μας και τ'αδέλφια μας. Η οικογένειά μας.

Οι ανατολικοί φιλόσοφοι λένε ότι το μεγαλύτερο τεστ για την εσωτερική ηρεμία είναι να μπορέσεις να κάτσεις για γεύμα με τους γονείς σου και να μην νιώσεις ταραχή ή βαρεμάρα. Αν το κατάφερες αυτό κατέκτησες την εσωτερική γαλήνη. Την παιχνιδιάρικη διάθεση, την παιδική περιέργεια και την αίσθηση ότι είσαι ξεχωριστό άτομο που στην ενήλικη ζωή εκφράζονται μέσα απ' τη συναναστροφή, την επιστήμη, τον έρωτα. Η αποδοχή αυτών των εναλλαγών κάνει τα άτομα να μοιάζουν οικεία όπως κι αν είναι. Τα κάνει να φαίνονται φυσικές οι δράσεις και οι αντιδράσεις τους χωρίς παρεξηγήσεις, υπονοούμενα, ειρωνείες και ίντριγκες. Γιατί αυτές οι εναλλαγές είναι φυσικές και αυτό είναι αυτονόητο.

Είναι;

Κάποιες φορές όχι.

Κι αυτό το όχι είναι μια διαδικασία που πρέπει να μαθευτεί χωρίς φόβο. Αλλιώς το αποτέλεσμα θα είναι πόνος στη ζωή, που εκφράζεται με διάφορους τρόπους:

“Μαμά θέλω κι άλλο γλυκό.”

“Όχι παιδί μου φτάνει. Έφαγες δύο”.

“Μα εγώ θέλω”.

“Είπα φτάνει”.

“Γιατί;”

“Γιατί έτσι, φτάνει”.

“Γιατί; Δε με νοιάζει θέλω κι άλλο!”

“Εάν δε σταματήσεις θα το πω στον πατέρα σου”

ή

“Εάν δε σταματήσεις θα σε δείρω” ή “θα σε τιμωρήσω”.

Ή “δεν έχω άλλα χρήματα”.

Η έλλειψη υπομονής εκ μέρους του γονέα μεταφέρεται στο παιδί ως αντιδραστικότητα. Στην πραγματικότητα η απάντηση “έφαγες δύο” δεν σημαίνει κάτι για το παιδί καθώς δεν έχει την εμπειρία της υπερφαγίας. Απλά έχει την εμπειρία της νοστιμιάς. Αυτό το “έφαγες δύο” συνεπώς δεν δικαιολογεί γνωστικά μέσα του την απαγόρευση. Έτσι ανικανοποίητο συνεχίζει να απορεί γιατί κάτι που το ικανοποιεί σταματά να παρέχεται. Και εύλογα συμπεραίνει “μα εγώ θέλω”. Στη συνέχεια διαφαίνεται η έλλειψη υπομονής στην ξεκάθαρα μη εξηγητική απάντηση “γιατί έτσι, φτάνει” και η απειλή της τιμωρίας που καθιστά την επιθυμία, ένα βίωμα στερητικής, σαδιστικής εξουσίας. Ενώ ο γονιός στην ουσία θέλει να προστατεύσει το παιδί από την υπερβολή, προβάλλει πάνω του μια εξουσιαστική συμπεριφορά. Ένας αδύναμος γονιός αντίστοιχα σε κατάσταση έλλειψης υπομονής μπορεί να πει ένα ψέμα στο παιδί όπως “δεν έχω άλλα χρήματα”.

Ακόμα κι αν δεν έχει άλλα χρήματα η πραγματική αιτία που δεν θα δώσει στο παιδί άλλο γλυκό είναι γιατί τα πολλά γλυκά προκαλούν προβλήματα υγείας. Ο αδύναμος γονιός, που δεν αντέχει να πει “όχι” προβάλλει δικαιολογίες ρεαλιστικές μεν, μη εξηγητικές όμως δε. Έτσι το παιδί ξεκινά να αμφισβητεί εύκολα οποιαδήποτε στερητική προς αυτό συμπεριφορά γιατί δεν έχει εσωτερικεύσει το “όχι”. Στην περίπτωση του “γιατί έτσι” βιώνει τα όρια του εαυτού σε σχέση με μια φιγούρα εξουσίας και στη συνέχεια θα προσπαθήσει με ένα αντιεξουσιαστικό τρόπο να τα ξεπεράσει ή με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά ή σε άλλη περίπτωση θα νιώθει σαφή τα όρια της ύπαρξής του μόνο εφόσον κάποιος του λέει τι να κάνει χωρίς απαραίτητα να του εξηγεί γιατί. Στην περίπτωση της ψεύτικης δικαιολογίας τα όρια βιώνονται με ένα τυχαίο τρόπο εφόσον πάντα κάτι “τυχαίνει” την κατάλληλη στιγμή και έτσι οι επιθυμίες γίνονται σχετικά ακόρεστες και τρομαχτικές με ότι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδα καταχρήσεων και παραμορφωμένων συμπεριφορών. (Υπερφαγία, αλκοολισμός, ναρκωτικά κ.α.)

Πανέμορφο είναι το παράδειγμα του Louis C.K., Αμερικανού κωμικού που αυτοσαρκάζεται για το βάρος του λέγοντας: “Το γεύμα δεν τελειώνει όταν χορτάσω! Το γεύμα τελειώνει όταν μισω τον εαυτό μου”.

Η εσωτερίκευση του “όχι” περιλαμβάνει πάντα κάτι δραματικό. Ένας καλός τρόπος να εμπιστευτεί το παιδί τον γονέα χωρίς να του φανεί απλά δογματικός είναι μια ελεγχόμενη “καταστροφή”. Να αφήσει ο γονιός το παιδί “ελεύθερο” σε μια κατάσταση όπου θα υπάρχει ένα δράμα που εύκολα ελέγχεται και καταστέλλεται. Το παιδί τρομάζει εύκολα και είναι χρήσιμο να εμπιστευτεί ο γονιός τον φόβο του παιδιού στην εσωτερίκευση του όχι. Ας το αφήσει μια μέρα να φάει μέχρι να πονέσει η κοιλιά του. Τα παιδιά είναι απ' τη φύση τους ηδονικά και επιθυμούν να προστατεύσουν το αντικείμενο της αγάπης τους. Δε θέλουν να το μισήσουν. Αν δουν ότι η διασκέδαση τελειώνει, σταματούν από μόνα τους συνήθως. Η απαγόρευση, οι προειδοποιήσεις και οι τιμωρίες απλά εντείνουν την επιθυμία και κάνουν τον γονιό να φαντάζει μια μορφή εξουσίας. Σκεφτείτε μια αναλογία όπου κάθε υπερβολική επιθυμία έχει σχέση με ένα ταμπού, μια απαγόρευση που όσο σοβαρή είναι, τόσο μεγαλύτερη καθιστά την επιθυμία. Εκεί ξεκινά συνήθως το δίπολο βαρεμάρα-κίνδυνος. Η βαρεμάρα είναι ένα βίωμα θυμού που “δεν έχει νόημα να εκφραστεί γιατί πάντα καταλήγουμε στην ίδια κατάσταση” και ο κίνδυνος είναι ο φόβος που βιώνεται σε τυχόν παραβίαση της απαγόρευσης.

Κι όπου υπάρχει βαρεμάρα είναι γνωστό πως τα πράγματα είναι σοβαρά. “Δεν παίζουμε εδώ”. Δεν υπάρχει παιχνίδι. Υπάρχει μόνο ευθύνη. Ευθύνη διατήρησης στη ζωή. Ευθύνη συντήρησης ενός συστήματος, ενός τρόπου ζωής. Η ανευθυνότητα είναι θανατηφόρα, εντροπική, αλλοτριωτική. Έτσι ό,τι δεν είναι βαρετό είναι επικίνδυνο. Η ευθύνη σιγά-σιγά λοιπόν μετατίθεται και δίνει τη θέση της σε μια παιδικότητα εκπρόθεσμη που περισσότερο μοιάζει με ανοριμότητα παρά με σφρίγος και νεανικότητα. Η μετάθεση της ευθύνης είναι ένα δάνειο χρόνου κατά τον οποίο κάποιος συνεχίζει να ζει παιδικά. Εν τω μεταξύ όμως συμβαίνει η ανάθεσή της σε κάποιον που προτίθεται να την αναλάβει. Ο πόνος της αποστέρησης μήπως δεν τοποθετεί τις φαντασιώσεις παντοδυναμίας σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο; Και η ανάληψη της ευθύνης είναι μια διαδικασία συγκέντρωσης ισχύος, είναι πολιτική πράξη. Μήπως δεν κάνει την παροχή καχύποπτα τρομαχτική μέχρι να συνειδητοποιηθεί η σχέση αγάπης ανάμεσα στον πάροχο και το παιδί;

Εδώ είναι που λέμε ότι το όχι πρέπει να εσωτερικεύεται με ένα τρόπο που να φαίνεται πως προστατεύει το παιδί, χωρίς διάθεση κατάκρισης ή ταπείνωσης ή τιμωρίας.

Αν λοιπόν δε γίνει σαφώς αυτή η σύνδεση παροχής και σχέσης αγάπης οι σχέσεις στη συνέχεια της ζωής μας είναι διαποτισμένες από καχυποψία και φόβο ότι θα μας εξουσιάσουν, θα μας ταπεινώσουν. Μέσα μας είμαστε ακόμα απροστάτευτα παιδιά που πονάνε εύκολα, απλά και μόνο μέσα απ΄ το “όχι” που βιώνεται ως απόρριψη, ως αποστέρηση. 

Οι εξουσιαστές καραδοκούν παντού: Οι σύντροφοι που θέλουν να μας τυλίξουν, οι μανάδες που δε μας άφησαν να γίνουμε αυτό που θέλαμε, τα αδέλφια που θέλουν τη μερίδα του λέοντος απ' την κληρονομιά, οι Νεφελίμ, οι Μασώνοι... Γιατί όλοι αυτοί αναλαμβάνουν την ευθύνη για κάθε τι παιδικό κι ανέμελο που συμβαίνει, ότι θα γίνει με ασφάλεια και σιγουριά. Η οργάνωση ενός ασφαλούς πλαισίου για παιχνίδι είναι τόσο ουσιαστική άλλωστε όσο η οργάνωση εργαστηριακών συνθηκών για ένα πείραμα που θα δώσει ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα.

Μας συμφέρει να γίνουμε ενήλικες ακόμα κι αν είμαστε ενήλικα παιδιά για να δούμε το παιχνίδι απ' την άλλη μεριά, απ' τη μεριά του εξουσιαστή που τελικά είναι ο διοργανωτής γιατί αυτός ουσιαστικά κάνει το παιχνίδι ενδιαφέρον αλλά όχι επικίνδυνο, σοβαρό αλλά όχι βαρετό μεταμορφώνοντάς το από απλό παιχνίδι ρόλων σε τρόπους ζωής. Και διοργανωτής στη ζωή του είναι μόνο καθένας από μας!

Σ'αυτή την ανακάλυψη-συνειδητοποίηση συνδράμει καθοριστικά η ψυχοθεραπεία ατομική και ομαδική όπου μας τοποθετεί σε ένα ενεργητικό ρόλο, μας επιτρέπει να παλινδρομήσουμε στα πονεμένα μας κομμάτια και να πούμε μέσα μας “μη φοβάσαι, υπάρχει αγάπη” με ασφάλεια και συνέπεια, ξανά και ξανά χωρίς βιασύνη μέχρι να πούμε “α! Κατάλαβα”. Και τότε όλα θα' χουν αλλάξει. Σιωπηλά και ταπεινά όπως όλες οι μεγάλες αλλαγές!

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ