Μύθοι και αλήθειες για τα αναψυκτικά: Τι να προσέχεις για το παιδί σου

23 Οκτωβρίου 2013

«Αναψυκτικά και παιδιά»: μια σχέση αγάπης και μίσους, εφόσον τα παιδιά ζητάνε συχνά το αγαπημένο τους αναψυκτικό, ενώ οι γονείς βρίσκονται σε έναν συνεχή αγώνα απαγορεύσεων και τα «κυνηγούν» για να μην το καταναλώνουν.

Ο λόγος είναι πάντα σαφής για τους γονείς, αφού αποτελεί αξίωμα γι’ αυτούς ότι «είναι κακά» και ότι «δεν πρέπει να τα πίνουμε». Από την άλλη, τα παιδιά τα αποζητούν. Τελικά, ποια είναι η αλήθεια; Τα αναψυκτικά παχαίνουν, χαλάνε τα δόντια, δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε ή να μεγαλώσουμε; Και γιατί οι μεγάλοι μπορούν να τα πίνουν, ενώ τα παιδιά όχι;

Τα αναψυκτικά σχετίζονται με την αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας;

Σύμφωνα με μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό, η κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη -και όχι light αναψυκτικών- αυξάνει το σωματικό βάρος. Μάλιστα, έχει αναφερθεί αύξηση της πιθανότητας κατά 60% να γίνει ένα παιδί παχύσαρκο. Ωστόσο, περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων έδειξε ότι μόνο το 5% αυτής της αύξησης μπορεί να αποδοθεί στα ζαχαρούχα ποτά, και αυτό χωρίς να διαπιστώνεται σαφής σχέση αιτίας-αποτελέσματος. 

Λεπτομερείς μελέτες των διατροφικών συνηθειών μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι φταίει η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, παρά οι σύγχρονες διατροφικές συνήθειες, οι οποίες περιλαμβάνουν και τη συχνή κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη. Εξάλλου, πάντοτε υπάρχει και η λύση των lightαναψυκτικών, των οποίων η ασφάλεια έχει διαπιστωθεί σε πολλές μελέτες (όλοι οι διεθνείς οργανισμοί αναγνωρίζουν ότι δεν υφίσταται θέμα επικινδυνότητας σε σχέση με τη φυσιολογική κατανάλωσή τους).

Tα αναψυκτικά περιορίζουν την απορρόφηση ασβεστίου;

Καταρχήν, όλοι γνωρίζουμε ότι τα αναψυκτικά περιέχουν φωσφορικό οξύ, το οποίο περιορίζει την απορρόφηση ασβεστίου και, κατά συνέπεια, «συνεισφέρει» στο να μην έχουν τα παιδιά γερό σκελετό. Είναι όμως έτσι; Αν σκεφτούμε ότι η πρόσληψη αναψυκτικών αυξάνει την απώλεια ασβεστίου στα ούρα, αλλά ότι αυτή η απώλεια ισοσκελίζεται με μειωμένη απώλεια ασβεστίου αργότερα εντός της ίδιας ημέρας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η επίδραση είναι μηδαμινή. Εντούτοις, τα παιδιά που καταναλώνουν περισσότερα αναψυκτικά παρουσιάζουν μειωμένη πρόσληψη γαλακτοκομικών. Μήπως, όμως, οι γονείς αυτών των παιδιών δεν προσλαμβάνουν αρκετά γαλακτοκομικά;

Η διατροφή μας και τα τρόφιμα που επιλέγουμε είναι αποτέλεσμα μιας περίπλοκης διαδικασίας. Αν οι γονείς δεν παρέμβουν στοχευμένα και στα σημεία που πραγματικά χρειάζεται, δεν πρόκειται να έχουν σημαντική επίδραση στο διαιτολόγιο των παιδιών τους και στις συνήθειες που αναπτύσσουν και επηρεάζουν την υγεία τους. Ας δούμε, όμως, και τις υπόλοιπες κατηγορίες ενάντια στα αναψυκτικά, γιατί σύμφωνα με τα παραπάνω θα μπορούσαν απλά να είναι ένα αναγκαίο κακό, αλλά πάντως κακό σε κάθε περίπτωση. Έως τώρα μπορεί να μην έχει φανεί ότι είναι απαραιτήτως κακά, αλλά «μηδένα προ του τέλους μακάριζε»

Tα αναψυκτικά περιέχουν οξέα και ζάχαρη, τα οποία καταστρέφουν τα δόντια. Είναι αλήθεια;

Αυτήν τη φράση θα την ακούσετε συχνά από τον παιδίατρο και τον οδοντίατρο, οι οποίοι δεν έχουν άδικο. Αλλά μήπως την ίδια περιεκτικότητα δεν έχουν και οι χυμοί; Μήπως κι αυτοί πρέπει να απαγορευτούν; Η απάντηση μπορεί να είναι αβίαστα «ναι, ας τρώνε τα παιδιά φρούτα», αλλά δυστυχώς όταν φτάνουμε στο σημείο να εφαρμόσουμε αυτή την οδηγία, αρχίζουν τα δύσκολα. Αυτή είναι η διαφορά του διαιτολόγου από τους άλλους επιστήμονες υγείας: ο διαιτολόγος βρίσκει τρόπους για να εφαρμόσει μια διαιτητική οδηγία, δεν την διατυπώνει απλά. Στη διαδικασία της υλοποίησης απαιτείται ευρηματικότητα και σωστή καθοδήγηση προς τους γονείς. Χρειάζεται, επίσης, να ακριβολογούμε. Διότι τα οξέα και η ζάχαρη διαβρώνουν τα δόντια όσο βρίσκονται σε επαφή με αυτά. Άρα όταν προσλαμβάνονται με τη μορφή υγρού έχουν τη μικρότερη δυνατή αρνητική επίδραση.

Τελικά, μάλλον είναι σημαντικότερο να αναφέρει ο γιατρός ότι πρέπει να υπάρχει καλή στοματική υγιεινή και τακτική φροντίδα των δοντιών, και ο διαιτολόγος θα φροντίσει ώστε η περιεκτικότητα σε ζάχαρη στη δίαιτα να είναι η ενδεδειγμένη όσον αφορά τη γενικότερη υγεία του παιδιού, αλλά και την έμφυτη αναζήτηση της γλυκύτητας, η οποία υφίσταται σε όλους τους ανθρώπους από τη στιγμή που γεννιούνται.

Καταρχήν, να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά τρόφιμα, υπάρχει μόνο καλή και κακή διατροφή. Εφόσον κάποιο τρόφιμο είναι βρώσιμο ή ένα ποτό πόσιμο, άρα δεν αποτελεί δηλητήριο και δεν προκαλεί άμεσα ή έμμεσα βλάβη σε οποιαδήποτε ποσότητα ή συχνότητα και αν καταναλώνεται, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κακό ή απαγορευτικό. Όλα, λοιπόν, εξαρτώνται από τις συνήθειες κατανάλωσής του. Από την άλλη, πόσοι γνωρίζουν ότι το γνωστότερο καφεϊνούχο αναψυκτικό δεν περιέχει συντηρητικά, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν τα χρειάζεται; Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που πρέπει να το δούμε κάποια άλλη φορά. Όσον αφορά τα υπόλοιπα αναψυκτικά, δεν φαίνεται ότι η ζάχαρη ή η καφεΐνη που περιέχουν κάποια από αυτά προκαλούν εθισμό ή υπερκινητικότητα και διαταραχές του ύπνου όταν καταναλώνονται σε φυσιολογικές ποσότητες.

Εάν κάποιος γονέας επιτρέπει στο παιδί του να αντικαταστήσει το νερό με αναψυκτικό ή χυμό ή τσάι ή καφέ, ή ακόμη και με γάλα, τότε πιθανώς να δημιουργηθούν προβλήματα υγείας. Όταν, όμως, υπάρχει μέτρο στην κατανάλωση οποιουδήποτε τροφίμου ή ποτού δεν υπάρχει πρόβλημα. Και όχι ότι τα αναψυκτικά δεν είναι καλό και θρεπτικό τρόφιμο, για την ακρίβεια δεν έχουν καμία θρεπτική αξία, εκτός του νερού που περιέχουν και συνεισφέρει στην ενυδάτωση του παιδιού.

ΠΗΓΗ: familylife.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ