Οι κρυφές αιτίες του άγχους; Διαβάζοντας το ημερολόγιο ενός πολύ αγχωμένου ανθρώπου

5 Νοεμβρίου 2013

Γράφει ο ψυχοθεραπευτής, ομαδικός αναλυτής κύριος Δημήτρης Κατσαρός 


Θανάσης, Λογιστής ετών 32-33.

Μια μέρα του Oκτώβρη.

Έβαλα ξυπνητήρι γύρω στις εφτάμιση.

Τελικά ξύπνησα μόνος μου γύρω στις εφτά και τέταρτο. Δεν ένιωθα κούραση ακριβώς. Ίσως λίγο άτονος με μια αδιόρατη ένταση.

'Εκανα καφέ και τσιγάρο για ν'ανοίξει το μάτι μου.

Δεν έκατσα πολύ γιατί έπρεπε να προλάβω το μετρό να πάω στη δουλειά.
Πήρα μια τυρόπιτα απ' τα έβερεστ γιατί πείνασα ξαφνικά, -όπως κάθε πρωί- μετά τον ποδαρόδρομο μέχρι το μετρό.

Στο μετρό δε βρήκα να κάτσω γιατί το πρωί γίνεται χαμός.

Άργησα πέντε λεπτά στο γραφείο και μπήκα όσο πιο σιγά και απαρατήρητα γινόταν για να αποφύγω να δώσω εξηγήσεις. -Έλαβα τα μέτρα μου το πρωί και παρόλαυτά άργησα! Έχω ήδη εκνευριστεί, να δώσω και λόγο από πάνω;-

Στο γραφείο είχα ένα βουνό από αρχεία που χρειάζονταν τακτοποίηση. Είχα αναλάβει και του συναδέλφου που ήταν άρρωστος αυτές τις μέρες.

Ξεκίνησα πρώτα με τα δικά μου αλλά κάποια στιγμή έφτιαχνα και κανένα δικό του. Ενοχή; Δε ξέρω...

Τρία δικά μου, ένα δικό του.

Σιγά σιγά βγήκε αρκετή δουλειά. Σκεφτόμουν να δώσω μια διασκεδαστική αμοιβή στον εαυτό μου. Τα άφησα κλειστά δίπλα τα αρχεία και πήρα το τασάκι να κάνω ένα τσιγάρο. Αν καπνίζουμε ανα δύο και αφήνουμε ανοιχτό το παράθυρο δεν πειράζει. -Κανόνας μεταξύ μας-

Ζαλίστηκα κάπως με το τσιγάρο. Είχαν περάσει και τρεις ώρες. Πεινούσα πάλι. Πήρα κι άλλο καφέ. Την ώρα που έκανα το τσιγάρο σκεφτόμουν πως είμαι 32 προς 33 κι ακόμα φλερτάρω με τα δανεικά απ' τους γονείς μου. Kοίτα πως πάω να με κολακέψω... Λέω “δανεικά”. Αφού ποτέ δε τα επιστρέφω! Πήγα να το σβήσω στη μέση. “Όχι θα το τελειώσω” σκέφτηκα. 

Το τελείωσα. Κατέβηκα κάτω γιατί έπρεπε να πληρώσω τον άνθρωπο που ασχολείται με το βόθρο...

“Μέχρι κι αυτό εγώ πρέπει να το κάνω” σκέφτηκα και θύμωσα. Μετά ένιωσα θλίψη. Μετά σκέφτηκα “τι να πουν κι άλλοι που δε δουλεύουν καν;” Κι ένιωσα ενοχή.

Τελείωσα τη δουλειά γύρω στις τέσσερις και πήρα τηλέφωνο την κοπέλα μου να πάμε για φαί. Είχε φτιάξει κοτόπουλο η μάνα της σπίτι και πήγαμε εκεί. Έκανα κανένα δύο τσιγάρα. Ήρθε να με πάρει με το αμάξι της. Μου είπε πως της έλειψα. Ήταν τρυφερή κι εγώ ένιωσα ότι δε δίνω αρκετά. Μετά θύμωσα. Πόσα να κάνω; Πότε να προλάβω; Πήγα να τη χαιδέψω αλλά δε το ένιωθα. Δε το έκανα επειδή ήθελα αλλά επειδή φοβόμουν ότι είμαι ψυχρός.

Μπήκαμε σπίτι. Βαριέμαι τη μαμά της. Καλή γυναίκα αλλά μιλάει διαρκώς και σήμερα παραήμουν κουρασμένος για να είμαι τόσο ευγενικός.

Κανα δύο φορές αφαιρέθηκα. Η κοπέλα μου της έλεγε πότε πότε ότι λέει πολλά αλλά εγώ έπαιρνα ψυχαναγκαστικά το μέρος της μάνας της.

“Άσε τη γυναίκα να μας πει!” Ήταν τόσο βαρετή αλλά τόσο γλυκιά και περιποιητική.

Κατά τις έξι πήρα το μετρό για να γυρίσω σπίτι. Ήμουν τόσο κουρασμένος. Έφτασα εφτά παρά.

Ήμουν πτώμα. Νύσταζα...

Άμα πέσω τώρα θα ξυπνήσω μία η ώρα και μετά δε θα κοιμάμαι με τίποτα.

Έβαλα μια σειρά να δω στον υπολογιστή. Έκανα κι ένα καφέ. Κατά τις εννιά ήμουν παλι όπως το πρωί: Δεν ένιωθα κούραση. Μια ατονία και μια αδιόρατη ένταση.

Με πήρε η κοπέλα μου να πάμε καμιά βόλτα. “Όλο μέσα μένουμε” παραπονέθηκε. Είχε δίκιο. Αλλά πόσο βαριόμουν!

Όμως δε μπορούσα να της πω “όχι”. “Η συνήθεια σκοτώνει τη σχέση” άκουσα να λένε.

Κατά τις δέκα και μισή βγήκαμε. Δεν είχα όρεξη. Πριν δεν ένιωθα κούραση... Τώρα νύσταζα φοβερά. Το κατάλαβε. Μου είπε “δε θα κάτσουμε πολύ μωρέ, έτσι για μια μπύρα”.

Ανακουφίστηκα. Μετά σκεφτόμουν αν το πε επειδή αυτή δεν ήθελε πολύ έξω ή αν κατάλαβε πως είμαι κουρασμένος. Αν δε θέλει να κάτσουμε πολύ μήπως βαριέται; Δεν είμαι ευχάριστος το ξέρω...

Όλες αυτές οι σκέψεις με κουράζουν φοβερά... Κι έχω να τελειώσω και τα αρχεία που δεν πρόλαβα.

“Τί σκέφτεσαι;” Με ρωτάει.

Ένας κόμπος μου ανεβαίνει στο λαιμό. Τί να της πρωτοπω;

“Θέλω να πάω σπίτι”. Το μόνο που μου βγήκε.

“Ωραία πάμε”. Μου λέει.

“όχι, μόνος μου”. Σηκώθηκα. Με κοιτάει. Δε λέει τίποτα.

Έφυγα. Πήγα σπίτι. Δε μπορούσα να κοιμηθώ.

Την πήρα τηλέφωνο. Τσακωθήκαμε. “Δεν ήθελες να κάτσεις μόνος σου; Δεν μπορώ άλλα παιχνίδια” μου λέει. Έχει δίκιο.

Τα βρήκαμε, ή απλά κλείσαμε ήρεμα. “Θα τα πούμε αύριο. Καληνύχτα”.

Δεν ένιωσα εντάξει. Κάτι με κυνηγάει. Κάτι δεν ολοκλήρωσα.

Ήπια ουίσκι. Αρκετό. Τρία ποτήρια. Νύσταξα. Κοιμήθηκα.

Η ανάλυση του παραδείγματος:

Ο Θανάσης είναι λογιστής. Είναι τριανταδύο στα τριαντατρία και όπως είναι φανερό δε μπορεί να χαλαρώσει εύκολα. Δεν έχει χρόνο για τον εαυτό του όπως λέει αλλά όταν μένει μόνος και κάνει προσπάθεια να διασκεδάσει νιώθει εμβόλιμες σκέψεις και αγχωτικά σενάρια να τον κατακλείζουν. Σαν να μην του επιτρέπεται αν δεν ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του να ηρεμήσει. Κι όμως αυτές παρελαύνουν η μία μετά την άλλη μπροστά του και μέσα στο μυαλό του, όταν πάει να κοιμηθεί, να φάει, να καπνίσει, να βγει βόλτα με τη φίλη του... Ο Θανάσης είναι ένας άνθρωπος που τα όρια του είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης ενώ τα όρια του εξωτερικού κόσμου σκληρά, άδιαπραγμάτευτα και σταθερά.

Είναι όντως έτσι ο κόσμος;

Πίσω από όλα αυτά κρύβεται μια αίσθηση πως αν δεν ασχοληθεί ενεργά με κάτι αυτό θα καταρρεύσει και υπόλογος θα είναι αυτός. Πρέπει να αποκτήσει τον έλεγχο πάσει θυσία! Αλλά κι όταν αυτό γίνει η δοκιμασία η πραγματική αρχίζει με το να προσπαθήσει να τον διατηρήσει! Ένας αγώνας που κρατάει για πάντα. Ακόμα κι όταν φανερά οι καταστάσεις δεν βοηθούν την αυτοεικόνα του ως προς την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών του δρα σαν να είναι υπόλογος: “ μπήκα όσο πιο σιγά και απαρατήρητα γινόταν για να αποφύγω να δώσω εξηγήσεις”.

Προτιμά να καταναλώνει ουσίες που τον διεγείρουν και έτσι ξεχνά ν'ακούσει τα σημάδια κούρασης που του στέλνει το σώμα του. Κι όταν έρχεται η ώρα να ζητήσει κάτι απ' αυτό, αυτό του θυμίζει πως απλά δεν αντέχει πολλά ακόμα. “Κατά τις δέκα και μισή βγήκαμε. Δεν είχα όρεξη. Πριν δεν ένιωθα κούραση... Τώρα νύσταζα φοβερά.” Έχει εκτείνει τόσο τα όριά του που δεν αντέχει να κάνει κάτι για τον εαυτό του. Όλο πρέπει να προλάβει προθεσμίες, να είναι τρυφερός για να μη στεναχωρεί την φίλη του, να κάνει τις εργασίες του άρρωστου συναδέλφου από φιλότιμο και συναδελφική αλληλεγγύη...

Είναι ρεαλιστική αυτοεικόνα όμως αυτή;

Μήπως αν άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο θα του έβγαιναν όντως αυτές οι συμπεριφορές, ίσως σε άλλο χρόνο, αλλά αυτή τη φορά θα είχαν και τη σιγουριά που πηγάζει από μέσα του;

Παρατηρήστε πως το άγχος καθρεφτίζει τις ανάγκες που δεν ακούει ο Θανάσης. Όταν νιώθει πείνα τρώει πρόχειρα για να προλάβει το μετρό, καπνίζει και πίνει καφέδες για να μη νυστάζει. Όταν πάει να χαλαρώσει ακούει στο κεφάλι του τί “πρέπει ακόμα να κάνει”. Κι όταν “πρέπει” να κοιμηθεί σβήνει την ένταση με αλκοόλ. Σαν οι δικές του ανάγκες να σωπαίνουν μπροστά σ'αυτές των συνανθρώπων του.

Αυτά είναι αγχωτικές καταστάσεις που συμβαίνουν σε πολλούς ανθρώπους με μεγάλο υπερεγώ, δηλαδή μια τάση που έχουμε να παίρνουμε έμμεση ικανοποίηση ώστε να μη φαινόμαστε εγωπαθείς, ατομιστές. Αυτό το “υπερεγώ” είναι οργανωμένο μέσα στο κεφάλι μας να παρακάμπτει την άμεση ικανοποίηση των προσωπικών μας επιθυμιών με σκοπό να μας εντάξει μέσα σε μια οικογένεια-κοινωνία και ούτω καθεξής. Μέχρι ένα σημείο είναι φυσιολογικό και μας καθιστά λειτουργικούς και ικανούς για ευθύνη και ικανοποίηση. Είναι στην κυριολεξία μια νευρωνική οργάνωση μέσα στον εγκέφαλό μας. Είναι στη φύση μας. Πολλές φορές όμως ενώ φαίνεται να δίνει μεγάλη σημασία στους άλλους αυτή η μορφή σκέψης, ανησυχεί πολύ “μήπως φανεί” ή “μήπως δεν φάνηκε αρκετά” αυτό που θέλαμε ή δεν θέλαμε να μεταδώσουμε στους άλλους κι έτσι με ένα μυστικό τρόπο πέφτει στην παγίδα που εξ αρχής ήθελε να αποφύγει: Να ασχοληθούμε πολύ με τον εαυτό μας!

Στις καταστάσεις άγχους παρατηρούμε δύο συνθήκες:

α)Η τελειομανία, μια διεξοδική ενασχόληση με το καθήκον με σκοπό τον εντυπωσιασμό του άλλου και την κατα κύριο λόγο απολαβή μέσα απ'αυτό. Ο τελειομανής θα πει πολλές φορές “εμένα μου αρκεί απλά ένα ευχαριστώ, ένα μπράβο ρε Θανάση. Δε θέλω τίποτ' άλλο! Με σκοτώνει η αχαριστία”.

β)Η άρνηση της προσωπικής επιθυμίας και ανάγκης. Αρνούμαστε την προσωπική ανάγκη ή/και επιθυμία η οποία εμφανίζεται στη συνείδησή μας με παράξενους τρόπους μεταμφιεσμένη. Και όσο την αρνούμαστε αυτή τόσο δοκιμάζει άλλα κι άλλα κοστούμια μπας και μας πείσει να την ακούσουμε. Γίνεται όλο και πιο παράξενη: “Βλέπαμε το Saw το 2 και ξαφνικά μ'έπιασε μια τρομερή όρεξη για γλυκό”

Πολύ παράξενη: “Στην κηδεία του θείου μου ήθελα πάρα πολύ να κάνω σεξ”.

Ώσπου στο τέλος αν δει ότι είμαστε εντελώς κουφοί φοράει τα δραματικά της και μας αναγκάζει να τη δούμε χωρίς καν να το καταλάβουμε: “έπαθα βρογχίτιδα και μου γύρισε σε πνευμονία. Τουλάχιστον έκατσα δύο βδομάδες σπίτι και ξεκουράστηκα”.

Το “υπερεγώ” είναι περίπλοκο, δραματικό και έχει μια πρόκληση πάντα μέσα του για μας. Είναι ενδιαφέρον στο σημείο που δε μας καταναλώνει. Όταν νιώσει παντοδύναμο στην πραγματικότητα εμείς είμαστε αδύναμοι. Όταν μας κατακρίνει λοιπόν εμείς νιώθουμε μικροί. Το να το υπηρετούμε εκείνη την ώρα δεν έχει νόημα. Απλά νιώθουμε αγχωμένοι, μικροί, αδύναμοι και κυρίως αρνητικά συναισθήματα για μας και τους γύρω μας. Χωρίς εμάς κάθε υπερεγώ είναι απλά ένα tumbleweed που σέρνεται ξεραμένο στην έρημο. Σκεφτείτε πως το υπερεγώ είναι ένα σύμβολο εξουσίας, ένα στέμμα:

Ένας καλός βασιλιάς ποτέ δεν φαίνεται απ' το ακριβό του διάδημα. Αλλά όταν κάποιος βασιλιάς είναι όντως καλός ίσως αξίζει ένα ακριβό διάδημα.

Εν τέλει αυτό μας υπαγορεύει άλλωστε το στέμμα: Που είναι τα όρια του προσωπικού μας βασιλείου και τί πρέπει να επιστρατεύσουμε μέσα σ'αυτό για να κρατήσουμε τις ισορροπίες μας, δηλαδή την αίσθηση ότι πατάμε γερά, δηλαδή τον “έλεγχο”. Γι'αυτό αποδεχόμαστε τα λάθη μας, την κούραση και την ανάγκη μας για αναψυχή. Αυτά είναι που θα μας κάνουν πιο έτοιμους και δραστήριους. Σκεφτείτε ότι κάθε ανάπαυλα κι αναψυχή είναι ένα ταξίδι με αεροπλάνο που μας παίρνει ψηλά για να δούμε πανοραμικά τα έργα και τις ημέρες μας. Έτσι μπορούμε να τα κρίνουμε καλύτερα. Με το μάτι ενός εξωτερικού παρατηρητή.

Είναι αναμενόμενο να νιώθουμε ενοχή και άγχος για αυτές τις επιδιώξεις σε μια κοινωνία σαν τη σημερινή που φτωχαίνει αλλά είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ακόμα και οι φαντάροι στις επάλξεις κάποια στιγμή κοιμούνται, παίζουν χαρτιά στα μετόπισθεν και ονειροπολούν. Ο Αϊνστάιν είπε κάποτε

“Η φαντασία είναι πιο σημαντική από την γνώση. Γιατί η γνώση είναι περιορισμένη σε αυτό που ξέρουμε και κατανοούμε ενώ η φαντασία αγγαλιάζει όλο τον κόσμο και όλα αυτά που πρόκειται να γνωριστούν και να κατανοηθούν”. Πότε είναι πιο ελεύθερη η φαντασία; Στην ονειροπόληση, στον ύπνο, στο παιχνίδι.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ