Πάμε απόψε σινεμά; Ναι, αλλά τι θα δούμε;

15 Νοεμβρίου 2013

Tι θα παρακολουθήσουμε στην μεγάλη οθόνη αυτό το Σαββατοκύριακο; Ο κριτικός κινηματογράφου του περιοδικού ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ παρουσιάζει τις καινούργιες αφίξεις. 

 

Η Αφροδίτη με τη Γούνα 

Μια ηθοποιός προσπαθεί να πείσει έναν θεατρικό σκηνοθέτη και συγγραφέα πως είναι η κατάλληλη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του έργου που θέλει να ανεβάσει και ο Πολάνσκι διασκεδάζει με ένα «σκηνοθετημένο» παιχνίδι σαγήνης κι εξουσίας, από το οποίο την παράσταση κλέβει μια καθηλωτική Εμανουέλ Σενιέ.

 

Μ ε πατημένα τα ογδόντα, ο Ρομάν Πολάνσκι συνεχίζει να σκηνοθετεί ακάθεκτος, διερευνώντας κάθε φορά και με διαφορετικό τρόπο αγαπημένα του θέματα, όπως η πραγματικότητα και η παραίσθηση, η μάχη της εξουσίας ανάμεσα στα δύο φύλλα ή το αιώνιο παιχνίδι της σεξουαλικής αποπλάνησης. Όλα αυτά επανέρχονται στην «Αφροδίτη με τη Γούνα», τη διασκευή ενός υποψήφιου για Τόνι θεατρικού του Ντέιβιντ Άιβς, το οποίο εμπνέεται με τη σειρά του από την κλασική ομότιτλη νουβέλα του Λεοπόλντ φον Ζάχερ-Μαζόχ. Γραμμένο το 1870, το έργο του Μαζόχ αφηγείται (σαν βιβλίο μέσα σε βιβλίο ) την πολύπαθη σχέση του Σεβερίν με τη Βάντα, μια γοητευτική γυναίκα από την οποία εκείνος ζητά να γίνει ο ερωτικός της σκλάβος. Το ερεθιστικό όσο και καταδικασμένο πάθος τους περιγράφεται γλαφυρά (και… σχεδόν μαρξιστικά ) από τον Αυστριακό συγγραφέα, ο οποίος δάνεισε το όνομά του στο μαζοχισμό κι επηρέασε καθοριστικά πολλούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. 
Ανάμεσά τους και τον Πασκάλ Μπρικνέρ των «Μαύρων φεγγαριών του έρωτα», ένα μυθιστόρημα που μετέφερε ο Πολάνσκι στην οθόνη το 1992. Το έργο του Ντέιβιντ Άιβς (σαν θεατρικό μέσα σε θεατρικό ) αφορά έναν σκηνοθέτη ο οποίος έχει μόλις ολοκληρώσει την οντισιόν για την παράσταση που θέλει να ανεβάσει, βασισμένη σε μια δική του διασκευή της «Αφροδίτης με τη γούνα». Πιεσμένος να προλάβει το ραντεβού με τη μνηστή του, πέφτει πάνω στη Βάντα, μια ηθοποιό που φτάνει καθυστερημένη στην ακρόαση. 
Αν και απρόθυμος, θα της δώσει μια σύντομη ευκαιρία, αλλά καθώς η ανάγνωση του έργου ξεκινά με τον ίδιο στο ρόλο του Σεβερίν, η φαινομενικά επιπόλαιη Βάντα μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα-παγίδα που αντιστρέφει το ρόλο εξουσιαστή κι εξουσιαζόμενου και τον παρασύρει σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι επί σκηνής. Οι μόνιμες θεματικές του Πολάνσκι επανέρχονται σε μια εξαντλητική μονομαχία δύο προσώπων που αλλάζουν διαρκώς προσωπεία στην προσπάθειά τους να επιβληθούν ο ένας στον άλλον. Παράλληλα η θεατρική σκηνή υποβάλλει μια κλειστοφοβική ένταση που γοητεύει τον Γαλλοπολωνό δημιουργό («Ο Θάνατος και η Κόρη», «Ο Θεός της Σφαγής» ), ο οποίος την εκμεταλλεύεται με δαιμονική μαεστρία. 
Η αίσθηση του υπερβολικού και του γκροτέσκο την οποία αγγίζει η κορύφωση της αντιπαράθεσης υπονομεύεται από ένα διάχυτο σαρκασμό και τη διαρκή υπενθύμιση της «στημένης παράστασης», μια ισορροπία εύθραυστη που υπηρετεί με σπάνιο ερμηνευτικό ένστικτο μια μεταμορφωμένη εδώ Εμανουέλ Σενιέ. Σέξι και αστεία, δυναμική κι ευάλωτη, η κ. Πολάνσκι βρίσκει το μακράν καλύτερο ρόλο της καριέρας της, διασώζοντας ένα ρηχό χαρακτήρα-σύμβολο, με αρχετυπικές συμπεριφορές που είναι ως επί το πλείστον προβλέψιμες και βαθιά αλληγορικές. 

Γαλλία, Πολωνία. 2013. Διάρκεια: 96΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM, SEVEN FILMS.


Στο Κενό της 

Μια 18χρονη Ισραηλινή, μέλος της θρησκευτικά αυστηρής χασιδικής κοινότητας, πιέζεται να παντρευτεί τον άντρα της μεγαλύτερης αδερφής της που πέθανε πάνω στη γέννα. Ο κοινωνικός νόμος, το ανθρώπινο πάθος και μια ψύχραιμη ματιά σε ένα άγνωστο γειτονικό μας «σύμπαν». Βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας.

 

 

Βαθιά πιστή στον ιουδαϊσμό και η ίδια, η Ράμα Μπερστάιν κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με μια ιστορία την οποία γνωρίζει από πρώτο χέρι και αφορά την κλειστή, αυστηρή θρησκευτική κοινότητα των χασιδιστών, φανατικά προσκολλημένων στην παράδοση Εβραίων. 
Σε αυτήν ανήκει και η 18χρονη Σίρα (η βραβευμένη στη Βενετία Χάντας Γιάρον ), αδερφή της γυναίκας που έχει παντρευτεί με τον Γιοχάι Έσθερ και περιμένει μάλιστα το πρώτο τους παιδί. Όταν όμως εκείνη πεθάνει πάνω στη γέννα και ο Γιοχάι αναγκαστεί να μεγαλώσει μόνος του το μικρό, όλοι πιέζουν την αμήχανη Σίρα να πάρει τη θέση της αδερφής της. Εκείνη αντιστέκεται, καθώς προτιμά έναν νεαρό φοιτητή, αλλά κανείς –από τον ραβίνο μέχρι τη μητέρα της– δεν την αφήνει να διαλέξει ελεύθερα, εκβιάζοντάς την ηθικά και ψυχολογικά. 
Η πρώτη σοφή κίνηση της Μπερστάιν είναι πως, ενώ στέκει με θετική προδιάθεση απέναντι σε έναν κόσμο τον οποίο οι περισσότεροι παρατηρητές του θα τον περιέγραφαν αφοριστικά και γραφικά, εκείνη προτάσσει τις αφηγηματικές ανάγκες της ιστορίας της και όχι τα προσωπικά της πιστεύω. Το αποκλεισμένο χασιδικό σύμπαν, φαινομενικά αρμονικό μέχρι τη στιγμή της απρόσμενης τραγωδίας, δεν διαφέρει πολύ από μια κλειστή επαρχιακή κοινωνία ή μια πατροπαράδοτη οικογένεια. 
Ο φακός αποκαλύπτει τόσο τη διαρκή του σχέση με τις γραφές όσο κι εκείνη με το χρήμα (ο ραβίνος που βοηθά οικονομικά τα μέλη του ποιμνίου ), μοιράζει υποχρεώσεις (οι άντρες είναι εξίσου παγιδευμένοι με τις γυναίκες ) αλλά κι ευθύνες: κανείς δεν βάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα πάνω από τα ήθη και τα έθιμα, όσο σκληρά κι αν αποδεικνύονται. Με μια κάμερα που προτιμά τους κλειστούς χώρους και τα close ups, η Μπερστάιν υποβάλλει μια αίσθηση εγκλωβισμού και ασφυξίας, χωρίς να γίνεται ποτέ καταγγελτική ή μελοδραματική. Αφήνει την ιστορία της να ξεδιπλωθεί σε σωστούς χρόνους, στέκεται πάντα στις γκρίζες ζώνες και πλησιάζει τρυφερά τους ήρωές της, οι οποίοι –θύτες και θύματα– αποδεικνύονται εξίσου απελπισμένοι. 

Ισραήλ. 2012. Διάρκεια: 90΄. Διανομή: STRADA FILMS.

Ο Εχθρός μου 

Η ζωή ενός φιλήσυχου οικογενειάρχη αναστατώνεται βίαια όταν μια συμμορία εισβάλλει ένα βράδυ στο σπίτι του, το ληστεύει και κακοποιεί την κόρη του. Η αστυνομία δεν έχει στοιχεία για να βρει τους υπόπτους, ένας γείτονας όμως θα του δώσει πληροφορίες και θα τον φέρει μπροστά σε ένα μοιραίο ηθικό δίλημμα. Καλοστημένο κοινωνικό θρίλερ πάνω στα ιδεολογικά και ψυχολογικά αδιέξοδα του σύγχρονου Έλληνα.

 

Στο τελευταίο πλάνο της ταινίας ο ήρωας στέκεται συλλογισμένος και κατόπιν κάθεται χαμένος στις σκέψεις του πάνω στο διάζωμα που χωρίζει τα δύο ρεύματα της Λεωφόρου Κηφισίας. Πρόκειται για έναν άνθρωπο –αλλά και μια ολόκληρη χώρα– μετέωρο ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις, δύο δρόμους ίδιας διεύθυνσης, αλλά εντελώς αντίθετης φοράς. Κινηματογραφικά μετέωρος πρέπει να νιώθει και ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος, ένας από τους ελάχιστους Έλληνες δημιουργούς οι οποίοι υπηρετούν ένα κομψά λαϊκό σινεμά, συνδυασμό καλλιτεχνικών ανησυχιών κι εμπορικών φιλοδοξιών. Με ένα ντοκιμαντέρ («Μέγαρα» ) και τρεις ταινίες μυθοπλασίας («Ξαφνικός Έρωτας», «Άντε Γεια…», «Πίσω Πόρτα» ) σε διάστημα σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών, ο Τσεμπερόπουλος επιστρέφει τώρα με άλλο ένα κοινωνικό δράμα, αυτήν τη φορά πολύ πιο αιχμηρό και πολιτικά καίριο. Το υποδειγματικά δομημένο σενάριο του «Εχθρού μου», διά χειρός Γιάννη Τσίρου («Το Φως που Σβήνει», «Άπνοια» ), θέτει το πιο επίκαιρο κοινωνικά αλλά και υπαρξιακά ερώτημα του καιρού μας. Ποιο είναι το πραγματικό τίμημα για την εφαρμογή των (προοδευτικών και φιλελεύθερων ) ιδεών μας στην πράξη; Τι πρέπει να υποστούμε δηλαδή σε προσωπικό –άρα κι εθνικό– επίπεδο για να στηθεί μια ευνομούμενη, ανεκτική και δίκαιη κοινωνία; Ο Κώστας Στασινός, παιδί της Μεταπολίτευσης, γεωπόνος, καταστηματάρχης, οικογενειάρχης με δύο παιδιά και μια παλιά μονοκατοικία στη Νέα Σμύρνη, νομίζει πως ξέρει τις απαντήσεις. Θα βρεθεί όμως προ εκπλήξεως όταν μια συμμορία εισβάλει στο σπίτι του, το ληστέψει και κακοποιήσει την κόρη του. Η αστυνομία αδυνατεί να βρει τους ενόχους, ένας γείτονας όμως θα του δώσει πληροφορίες και θα τον φέρει μπροστά σε ένα μοιραίο ηθικό δίλημμα: να πάρει το νόμο στα χέρια του, κάτι που ο ανδρισμός του κι ένας παραδοσιακός κώδικας τιμής απαιτούν («Τι έκανες για να τους προστατεύσεις;» ρωτάει ο πεθερός του ), ή να προσπαθήσει να ξεχάσει όπως του ζητούν η γυναίκα και η κόρη του; 
Πατώντας πάνω σε ένα δραματουργικά γερό και αναπτυγμένο με στερεά βήματα σεναριακό υλικό, ο Τσεμπερόπουλος υπηρετεί διακριτικά τη γεμάτη σασπένς ιστορία του. Η αφήγησή του διαθέτει μια παλιομοδίτικη στιβαρότητα, τα ψυχολογικά αδιέξοδα των χαρακτήρων του περιγράφονται με σαφήνεια (μερικές φορές απλά και μερικές απλοϊκά ), η κοινωνική πίεση είναι διαρκώς παρούσα, αλλά πάντα σε δεύτερο πλάνο (τα «Πωλείται» στους τοίχους, η διαδήλωση που ακούμε όμως δεν βλέπουμε ), και οι πρωταγωνιστές του, με πρώτο τον «άνθρωπο της διπλανής πόρτας» Μανώλη Μαυροματάκη, είναι απόλυτα πειστικοί. Τέλος, τον πιο επικίνδυνο σκόπελο ολόκληρης της διαδρομής, το διδακτισμό που μπορεί να κρύβει μια εύκολη στα ερωτήματα απάντηση, η ταινία τον παρακάμπτει με μια κινηματογραφικά και πολιτικά καθαρή στάση, φωτογραφίζοντας τον εχθρό που παραμονεύει όχι μόνο γύρω αλλά και μέσα μας.

Σ' Αγαπώ 

Μια έφηβη Αμερικανίδα φτάνει στη βρετανική εξοχή για να περάσει το καλοκαίρι στο σπίτι της θείας της. Όταν μια σειρά από ταραχές και τρομοκρατικές ενέργειες οδηγούν τη χώρα στην κήρυξη στρατιωτικού νόμου, εκείνη και τα τρία νεαρά ξαδέρφια της πρέπει να αγωνιστούν για την επιβίωσή τους. Δράμα φαντασίας που προσπαθεί να κρατηθεί σε ένα ρομαντικό ρεαλισμό, είναι όμως γραμμένο και αφηγημένο υποτονικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

 

 

Τ ο «How I live now» είναι ένα πολυβραβευμένο εφηβικό μυθιστόρημα φαντασίας, γραμμένο από την Αμερικανοβρετανή Μεγκ Ρόσοφ το 2004. Αν κι εκδόθηκε πριν από τους υπερεπιτυχημένους «Αγώνες πείνας», μοιράζεται αρκετά κοινά στοιχεία τόσο με τον μετα-αποκαλυπτικό, σκοτεινό κόσμο που περιγράφει η Σούζαν Κόλινς όσο και με τη δυναμική ηρωίδα της. Το στοιχείο της φαντασίας, ωστόσο, είναι στοιχειωδώς παρόν στο «How I live now», το οποίο προσπαθεί να κρατήσει έντονα ρεαλιστικό χαρακτήρα και να εστιάσει πολύ περισσότερο στο εσωτερικό δράμα της πρωταγωνίστριάς του και σχεδόν καθόλου στις (ελάχιστα θεαματικές ) περιπέτειές της. Αυτή είναι η Νεοϋορκέζα έφηβη Ντέιζι, την οποία στέλνει ο πατέρας της στη βρετανική επαρχία και στην οικογένεια της θείας της για να περάσει το καλοκαίρι. Αυτό που βλέπουμε στο αεροδρόμιο και μαθαίνουμε από την τηλεόραση είναι πως η Βόρεια Ευρώπη βρίσκεται σε μια περίοδο εκτεταμένων κοινωνικών αναταραχών, ενώ οι τρομοκρατικές ενέργειες διαδέχονται η μία την άλλη. Απομονωμένη στην εξοχή, η μοναχική και αντιδραστική Ντέιζι μοιάζει να βρίσκεται προς στιγμή μακριά από όλα αυτά που θα βρεθούν απρόσμενα μπροστά της, όταν επιβληθεί στρατιωτικός νόμος και η βία απλωθεί σε κάθε γωνιά της χώρας.
Χωρισμένη ουσιαστικά σε δύο μέρη, η ταινία ξεκινά σαν μια ρομαντική ιστορία ενηλικίωσης, για να εξελιχτεί σε έναν απελπισμένο αγώνα άγριας επιβίωσης. Ο βραβευμένος με Όσκαρ ντοκιμαντέρ («One Day in September» ) Κέβιν ΜακΝτόναλντ προσπαθεί να διατηρήσει ένα ενιαίο σκηνοθετικό ύφος –έναν μακριά από εύκολους συναισθηματισμούς λυρισμό– και διαθέτει μια αξιοθαύμαστα πειθαρχημένη Σέρσια Ρόναν («Εξιλέωση», «Παραδεισένια Οστά» ) ως επιβλητική πρωταγωνίστρια. Δεν έχει στα χέρια του όμως μια ιστορία με πραγματικό ενδιαφέρον, αλλά αντίθετα ένα σενάριο γραμμένο με ελάχιστες αιχμές και σχεδόν χωρίς καμία κορύφωση. Με αφήγηση στιλάτη, αλλά νωθρή, δεν αξιοποιεί τις σκοτεινές αντιφάσεις του βασικού χαρακτήρα του, ενώ θυμάται πως πρέπει να μας συγκινήσει λίγο προτού προσγειωθεί στο κοινότοπα γλυκόπικρο φινάλε του.

Ο Αυτοκράτορας 

Φτάνοντας σε μια ολοσχερώς κατεστραμμένη Ιαπωνία που μόλις έχει συνθηκολογήσει, ο στρατηγός Ντάγκλας ΜακΆρθουρ αναθέτει στον ταξίαρχο Μπόνερ Φέλερς μια εξαιρετικά κρίσιμη αποστολή. Να βρει εντός δέκα ημερών στοιχεία τα οποία ενοχοποιούν ή απαλλάσσουν τον αυτοκράτορα Χιροχίτο από τις κατηγορίες των εγκλημάτων πολέμου, γεγονός που μπορεί να αλλάξει άρδην ολόκληρο το μέλλον της χώρας. Ακαδημαϊκό ιστορικό δράμα το οποίο εκμεταλλεύεται το στοιχείο του σασπένς, είναι όμως σεναριακά ισχνό κι εντελώς αφελές ιδεολογικά.

 

 

Ο Βρετανός Πίτερ Γουέμπερ είναι ένας άνισος σκηνοθέτης, ο οποίος από το κομψό «Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» μπορεί να περάσει στο χοντροκομμένο θρίλερ «Hannibal - Η Αρχή», για να φτάσει τώρα σε ένα ιστορικά ενδιαφέρον, αλλά αφελές στις ιδέες του δράμα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα. Αυτά αφορούν την άρτι συνθηκολογήσασα Ιαπωνία, η οποία υποδέχεται τον στρατηγό Ντάγκλας ΜακΆρθουρ ως ανώτατο διοικητή, υπεύθυνο για την ανοικοδόμηση, τον πολιτικό εκσυγχρονισμό και την οικονομική επανάκαμψή της. Ανάμεσα στα μέλη του επιτελείου του βρίσκεται και ο ταξίαρχος Μπόνερ Φέλερς, στον οποίο ο ΜακΆρθουρ αναθέτει μια ντελικάτη, εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας αποστολή. Να βρει εντός δέκα ημερών στοιχεία τα οποία ενοχοποιούν ή απαλλάσσουν τον αυτοκράτορα Χιροχίτο από τις κατηγορίες των εγκλημάτων πολέμου, κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει άρδην ολόκληρο το μέλλον της καταστραμμένης, αλλά υπερήφανης Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου.
Με βάση το χρονικό του Σίρο Οκαμότο «His majesty’s salvation», η ταινία αναβιώνει μια βομβαρδισμένη και βυθισμένη στο πένθος εξωτική χώρα φλερτάροντας με το ιστορικό φολκλόρ. Έχοντας ζήσει προπολεμικά στην Ιαπωνία, ο Φέλερς της ταινίας δεν συμπεριφέρεται, ευτυχώς, σαν δυτικός τουρίστας, αλλά ως ένας τίμιος Αμερικανός στρατιωτικός που προσπαθεί να κάνει το καθήκον του. Το ίδιο και ο ερμηνευμένος με υποδόρια ειρωνεία από τον άνετο Τόμι Λι Τζόουνς ΜακΆρθουρ – ακόμη πιο κολακευτικό είναι μάλιστα το πορτρέτο του έτοιμου να θυσιαστεί για το καλό των συμπατριωτών του Χιροχίτο. Αυτή η αφελής και κυρίως αναίτια αγιοποίηση τριών δεδηλωμένων μιλιταριστών αφαιρεί από την ταινία τις ψυχολογικές και ιδεολογικές γκρίζες ζώνες που θα βοηθούσαν το δραματικό της βάθος, το οποίο υποφέρει και από την παράλληλη, φανταστική και αδιάφορη ερωτική ιστορία του Φέλερς με τη νεαρή Γιαπωνέζα Άγια. Δεν απομένει λοιπόν παρά η αγχωτική προσπάθεια του ταξίαρχου να βρει αποδείξεις για την αυτοκρατορική ενοχή, έρευνα που δεν της λείπουν η αγωνία και οι ανατροπές, σαφώς το πλέον ενδιαφέρον κομμάτι αυτού του ακαδημαϊκού ιστορικού δράματος.

Στη Μάχη του Χορού 

Η «Μάχη της Χρονιάς» είναι ο παγκόσμιος τελικός του breakdancing τον οποίο η αμερικανική ομάδα έχει να κερδίσει εδώ και 15 χρόνια. Αποφασισμένος να φέρει το τρόπαιο στη χώρα του hip hop, ένας μεγιστάνας της μουσικής βιομηχανίας προσλαμβάνει τον Μπλέικ, πρώην επιτυχημένο προπονητή του μπάσκετμπολ, και του αναθέτει να σχηματίσει την κατάλληλη ομάδα και να την οδηγήσει στην κορυφή. Σχηματικό μουσικο-χορευτικό δράμα, του οποίου τα κλισέ είναι περισσότερα και από τις θεαματικές κωλοτούμπες. 

 

 

Μετά το ντοκιμαντέρ «Planet B-Boy» (2007 ) πάνω στη γέννηση και την επιστροφή στη μόδα του φαινομένου «breakdance», ο Αμερικανοκορεάτης Μπένσον Λι επιστρέφει με μια μυθοπλαστική ταινία πάνω στο ίδιο θέμα, ποντάροντας σχεδόν αποκλειστικά στους λάτρεις του μοντέρνου χορού. Και αυτό όχι μόνο γιατί οι επιδέξιες, απίστευτα συγχρονισμένες φιγούρες των πρωταγωνιστών χορευτών βρίσκονται διαρκώς σε πρώτο πλάνο, αλλά και γιατί η πλοκή που συνοδεύει το ανθρώπινο «δράμα» τους είναι απόλυτα σχηματική: η «Μάχη της Χρονιάς» είναι ο παγκόσμιος τελικός breakdancing τον οποίο η αμερικανική ομάδα έχει να κερδίσει εδώ και 15 χρόνια. Αποφασισμένος να φέρει το τρόπαιο στη χώρα του hip hop, ένας μεγιστάνας της μουσικής βιομηχανίας προσλαμβάνει τον Μπλέικ, πρώην επιτυχημένο και νυν τραυματισμένο ψυχικά προπονητή του μπάσκετμπολ, και του αναθέτει να οδηγήσει την αμερικανική dream team στην κορυφή. Τσακωμοί, ατυχίες, αυτοθυσίες, παρεξηγήσεις κι ευτυχείς συμπτώσεις σπρώχνουν προς το (εναλλακτικό ) χάπι εντ ένα παλιό όσο οι λάσπες success story, του οποίου τα κλισέ αποδεικνύονται περισσότερα από τις θεαματικότατες κωλοτούμπες.


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ