Εφηβική κατάθλιψη: Πώς να την αναγνωρίσετε

18 Νοεμβρίου 2013

ΕΦΗΒΙΚΗ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Η εφηβεία προβάλλει ως σημαντική αναπτυξιακή περίοδος για τη μελέτη και κατανόηση της φύσης, της πορείας και θεραπείας της κατάθλιψης. Είναι γεγονός πως μια σειρά βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών αλλαγών ευνοούν την εμφάνιση καταθλιπτικών εκδηλώσεων, με αποτέλεσμα η συχνότητα της κατάθλιψης να αυξάνεται σημαντικά κατά το πέρασμα στην εφηβεία. 

Γράφουν οι: Νίκη Κάγκα, Ψυχολόγος και Ελένη Αθανασίου, Ψυχολόγος, Ειδικό Κέντρο Εφηβικής Ιατρικής (Ε.Κ.Ε.Ι.) Έδρα UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, επιστημονική επιμέλεια Φλώρα Μπακοπούλου Α΄Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία»

Εφηβεία: ένα θυελλώδες πέρασμα προς την ενηλικίωση

Ο έφηβος από την πλευρά του οφείλει στην πορεία του προς την ενηλικίωση να εγκαταλείψει σταδιακά τα παιδικά του αντικείμενα, τους παιδικούς τρόπους σχέσεων και ικανοποιήσεων, να αφήσει πίσω του τις σχέσεις εξάρτησης με τους γονείς του, το γονεϊκό καταφύγιο, την παιδική του εικόνα, να αποποιηθεί της παιδικής παντοδυναμίας, να απο-εξιδανικεύσει τους γονείς του και να πενθήσει για τις απώλειές του. Στην αποτυχία ή αναχαίτιση των διαδικασιών αποχωρισμού και πένθους ελλοχεύει ο κίνδυνος της κατάθλιψης. Ο καταθλιπτικός έφηβος προβάλλει εγκλωβισμένος σε αυτό το παράδοξο˙ δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από εκείνους από τους οποίους είναι ακόμα εξαρτημένος και παραμένει ψυχικά ακινητοποιημένος μέσα σε ένα χρόνο, στο παρελθόν του. Καθοριστική στην αποδέσμευση του εφήβου από το παιδικό παρελθόν του είναι η στάση των γονιών που θα πρέπει να διευκολύνουν το μεγάλωμά του δείχνοντας ότι δεν επιθυμούν να τον κρατήσουν σε μια αέναη κατάσταση παιδικότητας, δηλαδή εξάρτησης.

 Κλινική εικόνα τησ εφηβικης καταθλίψης

 Η κατάθλιψη στην εφηβεία μπορεί να επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή του ατόμου. Συγκεκριμένα, συνδέεται με υψηλό κίνδυνο αυτοκτονίας - με την αυτοκτονία να συνιστά την τρίτη αιτία θανάτου σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, συνέχιση της παθολογίας και μετά την ενηλικίωση, με σοβαρά ψυχοκοινωνικά ελλείμματα και αυξημένη πιθανότητα χρήσης ουσιών στην ενήλικη ζωή. Παρόλα αυτά, η εφηβική κατάθλιψη συχνά διαφεύγει της κλινικής παρατήρησης, δεν εντοπίζεται και δε θεραπεύεται, αν και ένα σημαντικό ποσοστό εφήβων που προσέρχονται σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας παρουσιάζουν καταθλιπτικές διαταραχές.

Καθώς καταθλιπτικές εκδηλώσεις εμφανίζονται φυσιολογικά στην εφηβεία, μια παθολογική κατάθλιψη μπορεί να περάσει απαρατήρητη, εφόσον θεωρηθεί ότι συνιστά απλά μια ακραία εκδήλωση της εφηβικής κρίσης που θα επιλυθεί από μόνη της.

Πότε όμως οι εκδηλώσεις του εφήβου μπορούν να αποδοθούν σε αυτή τη δυναμική και στις δυσκολίες της μετάβασης και πότε στην έναρξη μιας ψυχικής διαταραχής, δεν είναι πάντα εύκολα διακριτό, ενώ η συχνά άτυπη κλινική εικόνα της εφηβικής κατάθλιψης περιπλέκει ακόμα περισσότερο τη διαγνωστική αξιολόγηση.

Η διάκριση μεταξύ φυσιολογικής περιοδικής θλίψης και κλινικής κατάθλιψης οφείλει να συνεκτιμά την ένταση των καταθλιπτικών εκδηλώσεων και το βαθμό ψυχικής οδύνης που επιφέρουν, να αξιολογεί  τη συχνότητα, τη διάρκεια και την επαναληπτικότητα τους, το βαθμό διατάραξης της λειτουργικότητας του εφήβου και τη διακοπή ή το μπλοκάρισμα της αναπτυξιακής του πορείας. Ενώ καθίσταται δύσκολο να εκτιμηθεί πόσο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ένας έφηβος θα έπρεπε να έχει μεγαλώσει, πολύ συχνά στην εφηβεία αναγνωρίζουμε ότι κάτι δεν πάει καλά, όχι από αυτό που συμβαίνει, αλλά περισσότερο από αυτό που δε συμβαίνει.

Τα καταθλιπτικά ισοδύναμα

Οι παθολογικές οργανώσεις στην εφηβεία δεν έχουν ούτε την τυπική μορφή, αλλά ούτε και τον οργανωμένο και παγιωμένο χαρακτήρα που συναντάμε στην παθολογία των ενηλίκων. Λόγω των ιδιαιτεροτήτων αυτής της αναπτυξιακής περιόδου, η τυπική εικόνα και έκφραση των διαταραχών συνήθως απουσιάζει. Η διάγνωση περιπλέκεται από την ποικιλομορφία των καταθλιπτικών εκδηλώσεων που συναντώνται στην εφηβεία, οι οποίες μπορεί να εκφραστούν μέσω διαφόρων οδών, συχνά μέσα από το σώμα ή τη συμπεριφορά, χωρίς έκδηλη αναγνώριση του συγκινησιακού καταθλιπτικού δυναμικού. Τα λεγόμενα καταθλιπτικά ισοδύναμα αντιστοιχούν σε καταθλιπτικές αντιδράσεις και μπορεί να εκδηλωθούν ως διαταραχές διαγωγής, παραπτωματικότητα, χρήση ουσιών, χαμηλή σχολική επίδοση ή αποτυχία, διαταραχές διατροφής, ανεξέλεγκτη σεξουαλική δραστηριότητα, ψυχοσωματικά προβλήματα. Τα αγόρια και τα κορίτσια δεν εκφράζουν την κατάθλιψή τους με τον ίδιο τρόπο. Τα αγόρια συχνά εκφράζουν τη θλίψη τους εκδηλώνοντας επιθετική συμπεριφορά ή μέσω μιας φαινομενικής αδιαφορίας ή αντιδραστικότητας. Τα κορίτσια από την πλευρά τους συνήθως την εκδηλώνουν μέσω της έντονης ενασχόλησης με την εικόνα του σώματος, του βάρους τους και σωματικών ενοχλήσεων.

Επιστρέφοντας στο κομμάτι που αφορά στη διάγνωση, θα λέγαμε πως ενώ στους εφήβους μπορεί να εμφανιστεί κάθε διαταραχή που συναντάται και στους ενήλικες, η εφηβεία θεωρείται ότι αλλάζει τη μορφή της ψυχιατρικής νόσου. Ωστόσο, για την αξιολόγηση των συναισθηματικών διαταραχών στους εφήβους τα επίσημα διαγνωστικά εγχειρίδια (DSM-IV-TR, ICD-10) χρησιμοποιούν τις ίδιες διαγνωστικές κατηγορίες και κριτήρια που χρησιμοποιούνται στην ψυχιατρική ενηλίκων, εισάγοντας λίγες μόνο διευκρινήσεις. Έτσι, αντί της τυπικής καταθλιπτικής διάθεσης αναφέρουν ότι οι έφηβοι μπορεί να εμφανίσουν ευερέθιστη διάθεση. Μόνο, όμως, προς το τέλος της εφηβείας η κλινική εικόνα της κατάθλιψης μοιάζει περισσότερο με εκείνη των ενηλίκων, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι συχνά άτυπες εφηβικές καταθλίψεις, που δεν καλύπτουν τα κλινικά κριτήρια, διαφεύγουν διάγνωσης.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να υπογραμμιστεί πως η εκτίμηση της εφηβικής παθολογίας είναι σημαντικό να εντάσσεται σε μια αναπτυξιακή προοπτική που να λαμβάνει υπόψη της τις ιδιαίτερες αναπτυξιακές διεργασίες κάθε φάσης. Η κλινική εικόνα της κατάθλιψης διαφοροποιείται ανάλογα της εξελικτικής περιόδου, αλλά συνάμα αποκτά και διαφορετικό νόημα. Κάποιες αντιδράσεις, συμπεριφορές, είδη σχέσεων μπορεί να θεωρούνται κατάλληλα για ένα μικρότερο, αλλά όχι για ένα μεγαλύτερο έφηβο. Συνεπώς, η διαγνωστική αξιολόγηση δε θα πρέπει να περιορίζεται στον απλό εντοπισμό των συμπτωμάτων, αλλά να περιλαμβάνει την εξέταση της συνολικής ψυχικής λειτουργίας και οργάνωσης του εφήβου, καθώς και της οικογενειακής δομής και του ατομικού του ιστορικού. Η γνώση της προηγούμενης ζωής του εφήβου μας βοηθά να κατανοήσουμε με τι ψυχικό εξοπλισμό διέρχεται στην περίοδο της σεξουαλικής ωριμότητας και αν οι αλλαγές της εφηβείας είναι πιθανό να προκαλέσουν επιπρόσθετο βάρος.

Σύμφωνα με τον Winnicott (1965) η θεραπεία της εφηβικής ανωριμότητας είναι μία, το πέρασμα του χρόνου. Οι έφηβοι, όμως, που για διάφορους λόγους δυσκολεύονται να πραγματοποιήσουν αυτό το πέρασμα, χρήζουν θεραπευτικής βοήθειας και φροντίδας.

 

 ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anastasopoulos, D. (2007). The narcissism of depression or the depression of narcissism and adolescence. Journal of Child Psychotherapy, vol.33(3), pp.345-362.

Anthony, E.J. (1970). Two Contrasting Types of Adolescent Depression and their Treatment. Journal of the American Psychoanalytic Association, vol.18, pp.841-859.

Compass, B.E., Ey, S., Grant, E. (1993). Taxonomy, Assessment and Diagnosis of Depression During Adolescence. Psychological Bulletin, vol.114(2), pp.323-344.

Corcos, M., Jeammet, PH. (1996). Therapeutical management of depression during adolescence. Biomedicine & Pharmacotherapy, vol.50, pp.3-6.

Easson, W. (1977). Depression in Adolescence. In S.C. Feinstein, P.L. Giovacchini (Eds) Annals of the American Society of Adolescent Psychiatry, Adolescent Psychiatry Volume V: Developmental and Clinical Studies. New York: Basic Books, pp.257-275.

Lorand, S. (1967). Adolescent Depression. The International Journal of Psychoanalysis, vol.48,pp.53-60.

Laufer, M. (1966). Object Loss and Mourning during Adolescence. The Psychoanalytic Study of the Child, vol.21, pp.269-293.

Marcelli, D.,  Braconnier, A. (2008). Adolescence et psychopathologie. Paris: Elsevier/Masson, 2008.

Martin, A., Cohen, D. (2000). Adolescent Depression: Window of (Missed?) Opportunity. American Journal of Psychiatry, vol.157(10), pp.1549-1551.

Polmear, C. (2004). Dying to live: mourning, melancholia and the adolescent process. Journal of Child Psychotherapy, vol.30(3), pp.263-274.

Rutter, M., Graham, P., Chadwick, O.F.D., Yule, W. (1976). Adolescent  turmoil: Fact or fiction? Journal of Child Psychology and Psychiatry, vol.17, pp.35-56.

Weller, E.B., Weller, R.A., Danielyan, A.K. (2004). Mood Disorders in Adolescents. In J.M. Wiener, M.K. Dulcon (Eds) The American Psychiatric Publishing Textbook of Child and Adolescent Psychiatry. Washington DC: American Psychiatric Publishing, pp.437-481.

ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Braconnier, A., Marcelli, D. (1998). Τα χίλια πρόσωπα της εφηβείας. Αθήνα: Καστανιώτης, 1999.

Ζερβής, Χ. (2011). Ο θεραπευτικός ρόλος του αναλυτικού μεταβατικού χώρου απέναντι στις καταθλιπτικού τύπου δυσκολίες της εφηβικής μετάβασης. 7ο Πανελλήνιο Παιδοψυχιατρικό Συνέδριο Κατάθλιψη στα παιδιά και τους εφήβους. Φύση, Ανατροφή, Κοινωνία. Αθήνα, Μάιος 2011 (αδημοσ.).

Freud, A. (1958). Το Εγώ και οι μηχανισμοί άμυνας. Αθήνα: Καστανιώτης, 1978.

Λαζαράτου, Ε., Αναγνωστόπουλος, Δ.Κ. (2001). Εφηβεία και κατάθλιψη. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, τευχ.18(5),σσ.466-474.

Laufer, M. (1975). Εφηβική Διαταραχή και Ψυχικός Κλονισμός. Αθήνα: Καστανιώτη, 1992.

Τσιάντης, Γ. (2001). Κατάθλιψη και απόπειρες αυτοκτονίας σε παιδιά και εφήβους. Στο Γ. Τσιάντη (Επιμ.) Εισαγωγή στην Παιδοψυχιατρική. Αθήνα: Καστανιώτης, σσ.105-132.

Winnicott, D.W. (1965). Διαδικασίες Ωρίμανσης και Διευκολυντικό Περιβάλλον. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003.

 

 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ