Ποιες ταινίες κάνουν πρεμιέρα σήμερα ;

23 Ιανουαρίου 2014

 

Αθηνά, Εκ του Μηδενός 

Ένα ντοκιμαντέρ διάρκειας 53 λεπτών που παρακολουθεί την κατασκευή απαρχής ενός παραδοσιακού ελληνικού ιστιοπλοικού σκάφους (Συμιακή σκάφη /ιστιοφoρία μπρατσέρα junk).

Το ντοκιμαντέρ αυτό δεν περιγράφει μόνο την τεχνική της κατασκευής του σκάφους και την αρτιότητα του αποτελέσματος του, αλλά επικεντρώνεται στις διαδικασίες των προσωπικοτήτων και των σχέσεων των δημιουργών γύρω απ΄ το συγκεκριμένο έργο. Η σχέση του καθένα απ΄ αυτούς με την εργασία του και οι λογισμοί που τους οδηγούν στην πραγματοποίηση του έργου. Αυτά αποτελόυν μια στάση και μια φιλοσοφία ζωης απαραίτητη για μία καθημερινότητα δημιουργική και αρμονική. Η ζωή, η καθημερινότητα και ο μύθος αλληλoδιαπλέκονται σηματοδοτώντας διαχρονικές αξίες.

Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά

Σούπερ ντεμπούτο για τη σκηνοθέτιδα, με τον πάντα καλό Στέργιογλου στο ρόλο μιας ρηχής τηλεπερσόνας που εξαφανίζεται εκουσίως –μέσα σε μια χώρα χωρίς σύγχρονους ήρωες που καταρρέει.

Αν και η αλλοδαπή κριτική –που γενικά επαίνεσε αυτήν την πρώτη ταινία της 35χρονης Ελληνίδας– χαρακτήρισε την ταινία της Ψύκου μαύρη κωμωδία και «άλλο ένα δείγμα του new weird Greek cinema», η ιστορία του Παρασκευά δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο 100%. Παρά την υπόγεια χιουμοριστική παραβολικότητα του στόρι κατά τα 2/3 του φιλμ, ό,τι παρουσιάζεται θα μπορούσε και να συμβεί πραγματικά. Ο Αντώνης Παρασκευάς –ένας λαοφίλητος παρουσιαστής που μεσουρανεί στην ιδιωτική τηλοψία από τη γεννοφάσκια της, έχοντας περάσει από δελτίο ειδήσεων, παρουσιάσεις καλλιστείων, Eurovision και πρωτοχρονιάτικων τηλεγιορτών, όντας πλέον ο βασιλιάς της πολύ πρωινής ζώνης– καταφθάνει μέσα στο πορτμπαγκάζ ενός τζιπ σε ένα εγκαταλελειμμένο (ή κλειστό, λόγω χειμώνα) παραλιακό ξενοδοχείο. Οδηγός του τζιπ, ο καναλάρχης του, με τον οποίον ο Αντώνης έχει σκηνοθετήσει τη δήθεν απαγωγή του, μπας και τσιμπήσουν τα πεσμένα νούμερα της εκπομπής και ξελασπώσει ο καταχρεωμένος τηλεαστέρας.
Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας καταλαμβάνεται από επαναλαμβανόμενες σαν μάντρα τελετουργίες του κατάμονου Αντώνη στο άδειο ξενοδοχείο: ξύπνημα στις 04:00 τα ξημερώματα (η συνήθεια, γαρ), ευλαβική παρακολούθηση της εκπομπής «του», με τους συναδέλφους (εξαιρετικός ο Τζουμέρκας στο ρόλο του φιλόδοξου αντικαταστάτη) να οδύρονται κοινότοπα κι εντελώς «τηλεοπτικά» για την εξαφάνιση του Αντώνη τους, βιντεοσκόπηση του εαυτού του σε αυτοσχέδιο μαγειρικό σόου στην κουζίνα του ξενοδοχείου, ψυχαναγκαστική κατανάλωση σπαγγέτι, καραόκε στο άδειο κλαμπ του ξενοδοχείου, μηχανικές «βόλτες» με πενταλό στην μισοάδεια βρώμικη πισίνα… Κι όταν η πανδημική αγωνία για την «Εξαφάνιση του Αντώνη Παρασκευά» θα αρχίσει να φθίνει στα κουτσομπολοπεριοδικά και στο χαζοκούτι, ο ήρωας (και η ταινία) θα κάνουν τετ-α-κέ. Και, ως ένα βαθμό, θα χάσουν αμφότεροι την ταυτότητά τους… Μια ζωώδης αγριότητα θα αναδυθεί, καθώς ο Αντώνης εγκαταλείπει το κρησφύγετό του και βγαίνει στα χωράφια και τα χωριά της ελληνικής επαρχίας. Μια μεταστροφή που θα φτάσει έως τον αυτο-ακρωτηριασμό και το φόνο, περνώντας από ξύρισμα κεφαλιού και επιδρομές σε σκουπιδοτενεκέδες για σίτιση…
Από τα πιο δυνατά σημεία του φιλμ είναι οι σεναριακές νύξεις –που διόλου δεν κραυγάζουν– γύρω από την καθολική πτώση της χώρας που ανέδειξε αυτόν τον μπερλουσκονικό ήρωα. Τα πάμπολλα αρχαία αγάλματα στο ξενοδοχείο-όχημα του πολυτραγουδισμένου τουρισμού, το στεφάνι στον αδριάντα κάποιου (αληθινού) ήρωα στην πλατεία του χωριού όπου κοιμάται ο δραπέτης-Παρασκευάς, η ταρατατζούμ τηλεοπτική φιέστα, με παρουσιαστή τον ίδιο τον Αντώνη, για την εισαγωγή του ευρώ το 2000 («πρώτοι απ’ όλους», ας όψεται η διαφορά ώρας), όλα σιγομουρμουρίζουν περασμένα κλέη μιας χώρας που μόνη της πήγε και ξάπλωσε στο βούρκο. Και, όπως εύστοχα παρατηρεί η Ψύκου μέσα από τις εξαιρετικές  αναπαραστάσεις των τηλεοπτικών φληναφο-συζητήσεων, μιας χώρας που ζει ακόμα βαθιά νυχτωμένη…
Αν εξαιρέσουμε μια κάποια τεχνική «ένδεια» και το «κούρεμα» που καλόν θα ήταν να είχε πέσει σε κάποιες μακρόσυρτες σκηνές, η ταινία συνιστά σούπερ πρώτο διαπιστευτήριο μιας δημιουργού που έχει και «ρυθμό» και πράματα να πει. Και υπάρχουν και δυο σκηνές-διαμαντάκια: η μια, σε ένα παραλήρημα του Αντώνη με το ξενοδοχείο γεμάτο από κόσμο σε ένα ψιλοκίτς χριστουγεννιάτικο πάρτι, η άλλη, σε ένα βιντεοκλιπάτο χορευτικο-τραγουδιστικό ιντερμέδιο με τον Αντώνη (και τον καλλίφωνο Στέργιογλου) να τραγουδάει, ισπανιστί, το «Me olvidé de vivir» (Ξέχασα να ζήσω) του Χούλιο Ιγκλέσιας και τους συναδέλφους του να κινούνται χορογραφημένα πίσω από τη τζαμαρία του ξενοδοχείου.

Η Κλέφτρα Των Βιβλίων

 

Καλοδουλεμένη, μα κάπως φλατ και παλιομοδίτικη, μεταφορά του ομώνυμου μπεστσέλερ, για μια ξεριζωμένη Γερμανιδούλα που ανακαλύπτει τη δύναμη της λογοτεχνίας και της αλληλεγγύης μεσούντος του Ναζισμού.

Με αφηγητή τον θάνατο αυτοπροσώπως (η φωνή του Βρετανού Ρότζερ Άλαμ), η ιστορία μάς συστήνει τη μικρή Λίζελ (η 13χρονη Νελίς, καλή), που, λίγο πριν τη Νύχτα των Κρυστάλλων, ξεριζώνεται από τη βιολογική της οικογένεια (η μητέρα της είναι κομμουνίστρια) και μεταφέρεται σε άλλο σημείο της Γερμανίας σε μια ανάδοχη οικογένεια. Η θετή μάνα της, Ρόζα Χούμπερμαν, (Ουότσον, πολύ καλή) είναι μια απότομη και φαινομενικά σκληρή γυναίκα. Ο Χανς (Ρας, εξαιρετικός), ο νέος της πατέρας, ωστόσο, αποδεικνύεται ένας στοργικός γονιός που θα μυήσει τη μέχρι τούδε αγράμματη μικρή στην ανάγνωση «εγκεκριμένων» από τους Ναζί βιβλίων. Αλλά και απαγορευμένων… Προοδευτικά, καθώς η Λίζελ ενσωματώνεται στη νέα της ζωή και πιάνει «ρομαντική» φιλία με το γειτονόπουλο Ρούντι (Λιρς), η αγάπη της για τα βιβλία θεριεύει –και η πλούσια βιβλιοθήκη της γυναίκας (Άινερ) του ναζιστή δημάρχου γίνεται το μυστικό της. Το ακόμη μεγαλύτερο, όμως, μυστικό της υπόθεσης είναι ο Μαξ (Σνέτσερ), ο εξασθενημένος νεαρός Εβραίος που κρύβουν οι Χούμπερμαν στο υπόγειό τους… Και καθώς ο πόλεμος μαίνεται και οι βομβαρδισμοί ορίζουν την καθημερινότητα της μικρής γερμανικής κωμόπολης, ο επίσης βιβλιοφάγος Μαξ θα διδάξει στη Λίζελ τη δύναμη των λέξεων. Και θα την προτρέψει να γράψει και η ίδια…

Ενέχει πάντα ενδιαφέρον η προσέγγιση του Β’ Παγκόσμιου από την πλευρά των ηττημένων. Και η ταινία –με όχημα την κομψή κινηματογράφηση του Φλοριάν Μπάλχους και την υποψήφια για το φετινό Όσκαρ μουσική του «πάπα» Τζον Ουίλιαμς– πετυχαίνει εξαιρετική ανασύσταση εποχής. Τα ρούχα, τα οχήματα, η οικοσκευή, οι χιονισμένοι δρόμοι με τις σβάστικες να κρέμονται παντού, η ένδεια των μη προνομιούχων Γερμανών, όλα μεταφέρουν πιστά τη ζωή στη χώρα των Ναζί. Από την άλλη, υπάρχουν μερικές δυνατές σκηνές –ο μικρός Ρούντι, ας πούμε, που πασαλείβεται με λάσπη ενόψει των σχολικών αγώνων στίβου, για να μοιάσει στον (μαύρο) Τζέσε Όοουενς, που μόλις είχε κερδίσει το 100άρι στην Ολυμπιάδα του Βερολίνου. Αλλά στην τελική σούμα, δυστυχώς, η αφήγηση αποδεικνύεται άτολμη και προβλέψιμη, κοντολογίς, υπερβολικά «νιανιά», λες και πρόκειται για τηλεόραση (ο Πέρσιβαλ, θυμηθείτε, είναι ο σκηνοθέτης του εξαιρετικού στο είδος του «Ντάουντον Άμπι»). Κι εκείνη η απόφαση να διατηρηθεί ο χάρος-αφηγητής του βιβλίου, αχ, δε λειτουργεί καθόλου στο σινεμά…

 

Νεμπράσκα

Το «αναγκαστικό» διαπολιτειακό ταξίδι ενός στραβόξυλου-γέρου πατέρα και του μεσήλικα γιου του γίνεται στα χέρια του Πέιν μια υπέροχα γλυκόπικρη πραγματεία περί οικογένειας, αμερικανικής επαρχίας και ματαιωμένων επιθυμιών.

Όλα στη «Νεμπράσκα» είναι μικρά, ασήμαντα και γκρίζα –σαν την υπέροχη και υποψήφια για Όσκαρ φωτογραφία του Φαίδωνα Παπαμιχαήλ. Και ταυτόχρονα, όλα είναι τεράστια κι ολόλαμπρα –σαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τις προσωπικές πορείες και την τρυφερότητα του νέου προς τον γέρο… Ο ασύλληπτα καλός Ντερν υποδύεται τον Γούντι, έναν ολιγόλογο, γρουσούζη γέρο που κουτσαίνει, και το ’χει βάλει αμέτι-μουχαμέτι να πάει, ακόμη και με τα πόδια, από την Μοντάνα στη Νεμπράσκα (κοντά 1.400 χιλιόμετρα) για να εισπράξει αυτοπροσώπως τα 1.000.000 δολάρια που υποτίθεται πως έχει κερδίσει σε ένα διαφημιστικό-μούφα μιας εταιρείας προώθησης πωλήσεων. Μετά από απανωτές κρυφές «αναχωρήσεις» του, που εξοργίζουν τη φωνακλού και αθυρόστομη σύζυγό του (φοβερή επίσης, η Σκουίμπ), ο μικρός του γιος αποφασίζει να τον πάει ο ίδιος οδικώς στην περιβόητη Νεμπράσκα… Είναι, σκέφτεται, και μια ευκαιρία να (ξανα)γνωρίσει αυτόν τον γέρο που κάποτε ήταν ο πατέρας του. Ο Φόρτι, λοιπόν, ενσαρκώνει επίσης υπέροχα τον γιο Ντέιβιντ. Με ένα βλέμμα που στάζει τρυφερότητα, αλλά και μια σιωπηλή αγανάκτηση για τα καμώματα και τα πείσματα του πατέρα του, ο Ντέιβιντ του κουβαλάει όλο το πολύτιμο συναίσθημα αυτής της γλυκόπικρης ταινίας.
Και καθώς τα χιλιόμετρα της διαδρομής τρέχουν και η κάμερα κινηματογραφεί ποιητικά τεράστιες καλλιεργημένες εκτάσεις και μελαγχολικές επαρχιακές πόλεις, το ταξίδι των δυο ανδρών θα κάνει στάση στην πατρογονική πόλη του πατέρα –και της μητέρας. Και θα αρχίσουν να βγαίνουν στην επιφάνεια παρεξηγήσεις, κουτσομπολιά και σχέσεις που καρύκεψαν τις τελειωμένες ζωές αυτών των γέρων ανθρώπων. Άσε που όλοι οι παλιοί γνωστοί, έχοντας πληροφορηθεί το δήθεν μπαγιόκο που έλαχε στον Γούντι, θα αρχίσουν να πλασάρονται μπας και πάρουν κι αυτοί το κατιτίς τους… Σκηνές και ατάκες που βγάζουν αυθόρμητο γέλιο (είναι εξαιρετικό το σενάριο του πρωτοεμφανιζόμενου στο σινεμά «τηλεοπτικού» Νέλσον, η σκηνή με το… κλεμμένο μηχάνημα αποσυμπίεσης δεν παίζεται), σκηνές που τραμπαλίζονται μεταξύ «κοενικού» παραλόγου και σκέτης αμερικανικής κατάντιας (εκείνη με τον Γούντι και τα επίσης υπερήλικα αδέλφια του, που βλέπουν σχεδόν βουβοί αμερικανικό ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, είναι σκηνή ανθολογίας), και σκηνές γνήσιας συγκίνησης, καθώς το παρελθόν επανέρχεται πλησίστιο στα χείλη και το βλέμμα αυτών των βετεράνων της ζωής.
Κι εκεί στο τέλος, όταν με την πικρή επίγευση της προσφοράς-μούφας οι δυο άντρες θα πάρουν το δρόμο της επιστροφής προς τη Μοντάνα, θα έρθει το επιστέγασμα. Και θα ανθίσει, με τρόπο υποδειγματικό, όλο εκείνο το πολύτιμο συναίσθημα που τόση ώρα έπαιζε κρυφτό με το χιούμορ και τον μελαγχολικό ρεαλισμό. Μια ταινία εξαιρετική. Που, περιέργως πως, «συνιστάται» για κάθε τύπο θεατή.

 

Τζακ Ράιαν: Πρώτη αποστολή

Η νέα «ενσάρκωση» του γνωστού κατά Τόμας Κλάνσι κρυφο-πράκτορα της CIA διαθέτει ωραίες φάτσες, πολλή χρηματοπιστωτική μετα-ψυχροπολεμική λαμογιά, ένα κάρο απιθανότητες και καμία σινεματική πρωτοτυπία.

Μετά τον Άλεκ Μπόλντγουιν, τον Χάρισον Φορντ και τον Μπεν Άφλεκ που έχουν υποδυθεί σε προηγούμενες κινηματογραφικές βερσιόν τον Τζακ Ράιαν –τον δυναμικό κρυπτοπράκτορα της CIA και των βιβλίων του Τομ Κλάνσι– ήρθε η σειρά του νέου Κάπτεν Κερκ του Χόλιγουντ. Ο ωραίος Πάιν ξεκινάει εδώ ως φοιτητής οικονομικών στο Λονδίνο, μετά, οιστρηλατημένος από την 11η Σεπτεμβρίου, πάει εθελοντικά ως πεζοναύτης στο Αφγανιστάν, εκεί τραυματίζεται, αλλά κάνει και μια ηρωική διάσωση συν-στρατιωτών και γυρίζει στα πάτρια. Κι απάνω που αναρρώνει και προσπαθεί να ξαναπερπατήσει με τη βοήθεια της κούκλας γιατρού Κάθι (Νάιτλι), έρχεται ο Κόστνερ και τον στρατολογεί στη CIA. Κι εδώ αρχίζει το κυρίως στόρι. Από το οποίο, μην περιμένετε να καταλάβετε και πολλά. Κάτι κομπιουτερίστικα χρηματοπιστωτικά με ύποπτα κεφάλαια που ενδεχομένως και να προορίζονται για στήριξη της διεθνούς τρομοκρατίας, κάτι γκροτέσκοι ρώσοι λεφτάδες, κυνηγητά, πυροβολισμοί, ο Μπράνα, ως πολυεκατομμυριούχος Βίκτορ Σέβεριν, να μιλάει με φαιδρή ρωσική προφορά, η νεοπλουτίστικη χλιδή της Μόσχας, ο κακός νέος κόσμος… Και μέσα σ’ όλα, η ωραία Κάθι, που έχει γίνει, βέβαια, (αστεφάνωτη ακόμα) συμβία του Τζακ, αλλά αγνοεί την πρακτορική ταυτότητα του καλού της.
Προσωπικά, τέτοιες ταινίες με αφήνουν παγερά αδιάφορη. Η συγκεκριμένη δε –με εξαίρεση κάτι γοργομονταρισμένες σκηνές σασπένς, όπως εκείνη όπου ο Τζακ υποκλέπτει στοιχεία από τον υπολογιστή του Σέβεριν και ο ρωσικός κλοιός σφίγγει γύρω του– είναι τραγικά χιλιοειδωμένη και κλισέ. Κρίμα, δηλαδή, το σκηνοθετικό παρελθόν του πάλαι ποτέ σαιξπηρικού Μπράνα…

 

 

Πηγή: www.tospirto.ne

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ