Χρησιμοποιώ αντηλιακό αλλά έχω πανάδες. Ότι πρέπει να ξέρετε!

29 Ιανουαρίου 2014
ρωτά

Το ερωτημά σας:

Καλησπέρα Είμαι 41 ετών και εδώ και μερικά χρόνια βγάζω πανάδες από τον ήλιο καθώς και μέλασμα. Παρόλο που έχω κάνει διάφορες θεραπείες με λευκαντικές κρέμες το πρόβλημα μειώνεται το χειμώνα και πολλαπλασιάζεται έως και γιγαντώνεται το καλοκαίρι. Το πρόβλημά μου είναι ότι βάζω αντιηλιακή 50 χειμώνα καλοκαίρι και μετά απο λίγο μέικ απ με δείκτη 20 για να κρύψω τις ατέλειες και ενω μέχρι τώρα νόμιζα ότι όλα είναι οκ τώρα έμαθα ότι ό δείκτης 20 είναι αυτός που μένει όποτε το 50 γιατί το βάζω. Μήπως πρέπει να πάρω μέικ απ χωρίς δείκτη αν υπάρχει. Μετά από πόση ώρα από το αντιηλιακό μπορω να το βάζω. Ευχαριστώ εκ των προτέρων ES


Όλοι πλέον γνωρίζουμε ότι πρέπει να φοράμε αντηλιακό χειμώνα- καλοκαίρι! Αλλά υπάρχουν όμως ακόμα κάποια αναπάντητα ερωτήματα. Τί δείκτη προστασίας πρέπει να έχει ένα καλό αντηλιακό; Πόσο πρέπει να βάζουμε και κάθε πότε να το ανανεώνουμε; Είναι ασφαλή τα περυσινά αντηλιακά μας; Αμερικανοί επιστήμονες έχουν τις απαντήσεις – και ξεδιαλύνουν τους μύθους από τις αλήθειες.

1. Όσο υψηλότερος ο δείκτης προστασίας, τόσο το καλύτερο. Μύθος. Ακούγεται λογικό, αλλά οι διαφορές δεν είναι τόσο μεγάλες όσο νομίζουμε. 

Ένα αντηλιακό με SPF ίσο με 15 δεσμεύει το 93% της υπεριώδους ακτινοβολίας, ενώ ένα με SPF ίσο με 30 δεσμεύει το 97% και ένα άλλο με SPF50 το 98%. 

«Ο δείκτης προστασίας, όμως, παύει να έχει σημασία, εάν κάποιος δεν χρησιμοποιεί επαρκή ποσότητα από το αντηλιακό», προειδοποιεί η δρ Μόνα Γκοχάρα, επίκουρη καθηγήτρια Δερματολογίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Και αυτό, φαίνεται πως είναι μάλλον ο κανόνας, σύμφωνα με πολλές μελέτες. 

Για καλύτερη προστασία, η δρ Γκοχάρα λέει πως χρειαζόμαστε ποσότητα ίση με ένα μπαλάκι του πινγκ πονγκ για το σώμα μας, 30 λεπτά πριν βγούμε έξω, ούτως ώστε να την απορροφήσει καλά το δέρμα μας. Από κει και πέρα, θέλουμε νέα επάλειψη στα σημεία του σώματος που βλέπει ο ήλιος κάθε δύο ώρες. 

Όσον αφορά το πρόσωπο, χρειάζεται ποσότητα ίση με ένα δίευρο κάθε μέρα, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες.

2. Μπορούμε να χρησιμοποιούμε τα περυσινά αντηλιακά. Αλήθεια. Τα περισσότερα αντηλιακά έχουν χρόνο ζωής περίπου δύο χρόνια, κατά τον δρα Τζόρνταν Γκίλμαν, από τη Νέα Υόρκη. 

Αν, πάντως, χρησιμοποιείτε σωστά το αντηλιακό, δύσκολο να σας περισσέψει από το προηγούμενο καλοκαίρι, δεδομένου ότι χρειάζεστε 25 έως 50 ml αντηλιακού για να καλύψετε επαρκώς όλο το σώμα σας – συνεπώς τα 100 ml στην καλύτερη περίπτωση θα πρέπει να σας αρκέσουν για τέσσερις επαλείψεις το πολύ.

3. Αντηλιακό χρειάζονται μόνο τα σημεία του σώματος που εκτίθενται στον ήλιο. Μύθος. Το μέσο T-shirtπαρέχει όση προστασία θα παρείχε ένα αντηλιακό με SPF ίσο με 7, λέει ο δρ Γκίλμαν. 

Τα σκούρα και τα πυκνά υφάσματα παρέχουν περισσότερη προστασία, αλλά ασφαλέστερο είναι να αλείφετε όλο σας το σώμα με αντηλιακό και να το αφήνετε μισή ώρα να απορροφηθεί πριν ντυθείτε για να βγείτε από το σπίτι. 
Εκτός κι αν έχετε την οικονομική δυνατότητα να προμηθευτείτε αντηλιακά ρούχα, τα οποία κατασκευάζονται από ειδικά, ηλιοπροστατευτικά υφάσματα.

4. Αν χρησιμοποιείτε μέικ απ με SPF δεν χρειάζεστε σκέτο αντηλιακό στο πρόσωπο. Μύθος. Ασφαλώς το μέικ απ με SPF είναι προτιμότερο από το σκέτο, αλλά δεν παρέχει εξίσου μεγάλη ηλιοπροστασία με την επάλειψη του προσώπου πρώτα με μία αντηλιακή λοσιόν και μετά την εφαρμογή του μέικ απ με το SPF. 

Και αυτό, διότι αφ’ ενός τα περισσότερα μέικ απ «σπάνε» κάποιες ώρες μετά την εφαρμογή τους με συνέπεια να βρίσκουν «περάσματα» οι υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου, αφ’ ετέρου για να παράσχουν πλήρη προστασία πρέπει να αλειφθούν σε παχύ στρώμα – και αυτό οι περισσότερες γυναίκες δεν το κάνουν, κατά τον δρα Γκίλμαν. 

Συνεπώς, να βάζετε πρώτα αντηλιακή λοσιόν και μετά μέικ απ με SPF.

5. Τα αντηλιακά είναι καρκινογόνα. Μύθος. Η μόνη περίπτωση να κινδύνευε από αυτά η υγεία θα ήταν να απορροφούσε τα συστατικά τους ο οργανισμός και αυτό δεν συμβαίνει, κατά την δερματολόγο δρα Έιμι Γουέσλερ. 

Όπως εξηγεί, η υπεριώδης ακτινοβολία του ηλίου διασπά αρκετά γρήγορα τα χημικά των αντηλιακών, πολύ πριν εισδύσουν στο δέρμα. 

Αν παρ’ όλα αυτά ανησυχείτε, να χρησιμοποιείτε αντηλιακά με φυσικά δεσμευτικά συστατικά όπως το οξείδιο του ψευδαργύρου και το οξείδιο του τιτανίου, τα οποία παραμένουν στην επιφάνεια του δέρματος σχηματίζοντας έναν προστατευτικό φραγμό στον ήλιο.

6. Τα αδιάβροχα αντηλιακά αντέχουν όλη τη μέρα. Μύθος. Κανένα αντηλιακό δεν είναι εντελώς αδιάβροχο, γι’ αυτό και η Υπηρεσία Τροφίμων & Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ επιτρέπει να χαρακτηρίζονται «ανθεκτικά στο νερό» (water-resistant) και όχι «αδιάβροχα» (waterproof).
 
Αν ιδρώσετε ή μπείτε στο νερό για κολύμπι, πρέπει να επαναλάβετε την επάλειψη μόλις βγείτε, ειδάλλως χρειάζεστε επάλειψη κάθε 2-3 ώρες.

7. Τα αντηλιακά εμποδίζουν την παραγωγή της βιταμίνης D στο δέρμα. Μύθος. Παρά τη χρήση τους, το δέρμα εκτίθεται σε μικρή ποσότητα υπεριώδους ακτινοβολία, η οποία είναι επαρκής για να παραχθούν οι απαιτούμενες ποσότητες βιταμίνης D, κατά τον δρα Μπρετ Κόλντιρον, επίκουρο καθηγητή Κλινικής Δερματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι.

8. Τα αντηλιακά με αντιοξειδωτικά παρέχουν καλύτερη προστασία από την UVAκαι την UVB. Αλήθεια. Αν και δεν αποτελούν ενεργά αντηλιακά συστατικά, τα αντιοξειδωτικά αποτελούν δραστικό συμπλήρωμα του SPF, δεσμεύοντας τις επιβλαβείς ακτίνες που «διαφεύγουν» από τα αντηλιακά συστατικά, κατά την δρα Γκοχάρα. 

Τέτοια αντιοξειδωτικά συστατικά είναι το εκχύλισμα του πράσινου τσαγιού και οι πολυφαινόλες από τομάτες και μούρα, προσθέτει. «Μελέτες έχουν δείξει ότι εμποδίζουν την δημιουργία επιβλαβών ελεύθερων ριζών εν τη παρουσία υπεριώδους ακτινοβολίας», εξηγεί.


Πανάδες:

Όσον αφορά τις πανάδες αφού έχετε κάνει τη πλήρη διάγνωση ότι έχετε πρόβλημα μπορέιτε να χρησιμοποιήσετε αλοιφές που περιέχουν υδροκινόνη 2-4%. Κλινικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι αλοιφές που περιέχουν υδροκινόνη 2% μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές για τη λεύκανση του δέρματος και λιγότερο ερεθιστικές σε σχέση με αυτές που περιέχουν τη δραστική ουσία σε μεγαλύτερη συγκέντρωση. Οι αλοιφές εφαρμόζονται τοπικά, πάνω στις κηλίδες, δύο φορές τη μέρα. Το ενισχυμένο και ειδικό αντηλιακό προϊόν πρέπει να εφαρμοστεί κάθε πρωί. Υπάρχουν θεραπείες για όλους τους τύπους μελάσματος, αλλά ο επιδερμικός τύπος ανταποκρίνεται καλύτερα στη θεραπεία σε σχέση με τους υπόλοιπους, καθώς η χρωστική ουσία βρίσκεται πιο κοντά στην επιφάνεια του δέρματος.

Για τη θεραπεία του μελάσματος, μπορεί να χορηγηθούν ειδικά σχεδιασμένες φόρμουλες με υδροκινόνη, έναν φαινολικό παράγοντα υποχρωματισμού, αζελαϊκό και ρετινοϊκό οξύ, μη-φαινολικούς παράγοντες λεύκανσης, ή/και κοζικό οξύ. Για τις πιο σοβαρές περιπτώσεις, συστήνονται κρέμες με υδροκινόνη σε μεγαλύτερο ποσοστό συγκέντρωσης ή συνδυασμός υδροκινόνης με άλλες ουσίες, όπως τρετινοΐνη, κορτικοστεροειδή ή γλυκολικό οξύ.

Η πιθανότερη παρενέργεια από τη χρήση μιας παραπάνω θεραπείας είναι ο προσωρινός ερεθισμός του δέρματος. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν υδροκινόνη σε υψηλές συγκεντρώσεις για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα (αρκετά χρόνια) αντιμετωπίζουν επίσης κίνδυνο ωχρόνοσης. Πρόκειται έναν μόνιμο αποχρωματισμό του δέρματος, που θεωρείται η συνέπεια της μακροχρόνιας χρήσης υδροκινόνης 4% και άνω. Παρά τις παρενέργειες ωστόσο, η υδροκινόνη παραμένει ο πιο κοινός και αποτελεσματικός παράγοντας λεύκανσης και αντιμετώπισης του μελάσματος παγκοσμίως. Σε κάθε περίπτωση, συστήνεται η τακτική ιατρική παρακολούθηση, καθώς και η διακοπή της θεραπείας μόλις εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια ωχρόνοσης.

Μπορεί, επίσης, να εφαρμοστεί το χημικό πίλινγκ, η μικροδερμοαπόξεση ή η θεραπεία με laser. Το χημικό πίλινγκ πραγματοποιείται συνήθως με γλυκολικό, σαλικυλικό και τριχλωρικό οξύ. Στη δερμοαπόξεση, από την άλλη μεριά, η απολέπιση επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ειδικών μηχανημάτων και διαρκεί από μερικά λεπτά μέχρι μία ώρα, ανάλογα με τον τύπο του δέρματος. Χρειάζονται αρκετές θεραπείες και ο συνδυασμός τους με τη χρήση αντηλιακών προϊόντων και άλλων αλοιφών για να υπάρξουν ουσιαστικά αποτελέσματα. 

Αν επιλέξετε να κάνετε laser θέλει πολύ προσοχή καθώς ενδέχεται να χειροτερέψει μάλιστα το πρόβλημα. 

Οι έγκυες γυναίκες και οι θηλάζουσες μητέρες θα πρέπει ενδεχομένως να περιμένουν πριν προχωρήσουν στη θεραπεία του μελάσματος, καθώς αρκετές αλοιφές φέρουν κινδύνους για την ανάπτυξη του εμβρύου και του μωρού. 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ