Πρέπει ή όχι να ακολουθούμε τα πάθη μας;

3 Φεβρουαρίου 2014

Από την  ομιλια "Η ψυχαναλυση στο τελος της Μεταφυσικης και η ελληνικη νοηση", του ψυχοθεραπευτή Κωνσταντίνου Γεμενετζή




Στον διαλογο "Θεαιτητος" (155d) γραφει ο Πλατων: "μαλα γαρ φιλοσοφου τουτο το παθος, το θαυμαζειν. oυ γαρ αλλη αρχη φιλοσοφιας η αυτη." Το θεμα της φιλοσοφιας, το "σοφον", προβαλλει ως φιλιο θεμα οταν και εφοσον ο ανθρωπος περιελθει σε ενα ορισμενο "παθος", σε αυτο του "θαυμαζειν". To ιδιο λεει ο Αριστοτελης (Μετ. Α2, 982 β 12 sq): "δια γαρ το θαυμαζειν οι ανθρωποι και νυν και το πρωτον ηρξαντο φιλοσοφειν."

Δεν ηταν παντοτε ετσι. Το ΣΟΦΟΝ, εκει οπου ονομαζεται για πρωτη φορα, στα αποσπασματα του Ηρακλειτου, δεν αναφερεται σε καποιο "παθος" ως αρχη του. Μαλιστα θα μπορουσαμε να πουμε οτι δεν του αρμοζει καν η εμ-παθεια. Διοτι εδω, στον Ηρακλειτο, το ΣΟΦΟΝ αποκαλειται ΠΑΝΤΩΝ ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΟΝ (απ.108DK). Με ποιον τροπο αυτο το ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΟΝ μπορει να εννοηθει, μας το λεει το απ.50: 

ΟΥΚ ΕΜΟΥ ΑΛΛΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΑΚΟΥΣΑΝΤΑΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ ΣΟΦΟΝ ΕΣΤΙΝ ΕΝ ΠΑΝΤΑ 

Το ΣΟΦΟΝ ειναι ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΟΝ καθοσον, αυτο ΜΟΥΝΟΝ (απ.32), ΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ απο εναν ΛΟΓΟΝ ο οποιος δεν ειναι ΕΜΟΣ, δεν ειναι δικος μου, ειναι δηλαδη "κεχωρισμενος ... εμου". 

Ας αρκεστουμε πρωτα σε τουτη τη διαπιστωση: Το ΣΟΦΟΝ, στην πρωτη του αναλαμπη, σε αντιθεση με τον Πλατωνα και τον Αριστοτελη, και τη συνολη δυτικη Μεταφυσικη, δεν αρχιζει στον ανθρωπο, δεν μπορει επομενως να εχει την αρχη του σε ενα παθος. Λεγεται απο εναν λογο ο οποιος δεν εκπορευεται απο τον ανθρωπο. Ο ανθρωπος ως ανθρωπος εχει χρεωθει τον λογο, τον εχει ακουσει, και τον ομο-λογει.

Στον Ηρακλειτο, αλλα και στον Παρμενιδη και στους υπολοιπους λεγομενους "Προσωκρατικους" κανενα παθος δεν διακρινεται. Ισως μαλιστα αυτη η ιδιαζουσα α-παθεια τους ειναι που κανει τα κειμενα τους να ξενιζουν. Ομως αυτη η απαθεια δεν ειναι τυχαια. Διοτι ενα παθος ειναι η αρχη για μια, ορισμενη καθε φορα, σχεση με τα πραγματα. Το παθος του θαυμασμου ειναι η αρχη για το επιφωνημα, και ερωτημα μαζι, "τι το ον;" και για τις απαντησεις του· το παθος του ερωτα ειναι η αρχη για την αντιστοιχη συνευρεση και συνουσιωση δυο ανθρωπων· το παθος της γνωσης ειναι η αρχη για την επιστημονικη ερευνα. 

Το εκαστοτε παθος καθιστα τον ανθρωπο εμ-παθη, δηλαδη ουσιαστικα: ανοικτο, για την αντιστοιχη αναφορα προς τα πραγματα και τον εαυτο του, και συγχρονως τον περιοριζει σ’ αυτην. Ετσι το παθος, καθοτι περιοριζει στην περιοχη την οποια διανοιγει, δεν μπορει ποτε να οδωσει εναν λογο ο οποιος να λεει αληθινα: ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Το παθος ειναι παντα "εμον". Για εναν τετοιο λογο ο ανθρωπος χρειαζεται να εχει μια αποσταση απο τα παθη, χρειαζεται να ειναι τροπον τινα εκτος του ως επι το πλειστον πασχοντος εαυτου του, και τοτε μονον μπορει να επαρκεσει στο ΟΥΚ ΕΜΟΥ.

Ενα τετοιο ΟΥΚ ΕΜΟΥ, και ο λογος του, ΕΝ ΠΑΝΤΑ, δεν μας ειναι πλεον ευκολο να το εννοησουμε και να το εκφρασουμε ως εμπειρια δικη μας. Ισως διοτι ενας α-παθης λογος δεν εννοει τιποτα και δεν εκφραζει τιποτα. Μιλαει χωρις να μιλαει. Μιλαει με στομα αλαλο. Ακουει με αυτια κωφα. Βλεπει με ματια λευκα. Για τον α-παθη τα πραγματα ειναι γυμνα απο ενδιαφερον, α-διαφορα. Ειναι οπως ειναι.

Καταρχην θα επιχειρησουμε να ενσκηψουμε σ’ αυτο που λεγεται "παθος", και να διακρινουμε απο εδω μια διασταση της δυτικης νοησης. Προς τουτο ας θυμηθουμε κατι που ηδη ειπωθηκε για το παθος, οτι δηλαδη αυτο οριζει, και περιοριζει, την αναφορα του ανθρωπου σε μια οπτικη των πραγματων και του εαυτου του. Ομως, καθως λεει για πρωτη φορα ηδη η ελληνικη νοηση, ο περιορισμος σε μια οπτικη ποτε δεν μπορει να ειναι απολυτος: καθε φορα που τα πραγματα αφορουν τον ανθρωπο και αναλαμβανονται απ’ αυτον κατα εναν ορισμενο τροπο, ρητα η αρρητα, εκπεφρασμενα η ανομολογητα, ειναι παρουσα και η αλλη πλευρα τους. Η ΔΟΞΑ, για να την αποκαλεσουμε με το ελληνικο της ονομα, μπορει βεβαια να ισχυριζεται για τον εαυτο της το ΕΝ ΠΑΝΤΑ, ομως μονον οταν εκλαμβανει τον εαυτο της απολυτα και επιμενει να καταπολεμα, να ακυρωνει, να λησμονει την αλλη πλευρα.Π.χ. οταν ισχυριζεται πως κατι ειναι απολυτη αρχη: θεος, γνωση, ερωτας, ευτυχια κλπ.

Ακομη και ο θαυμασμος, το παθος των ελληνων φιλοσοφων, δεν υφισταται απολυτα. Ο Πλατων και ο Αριστοτελης, επαφιεμενοι στον θαυμασμο, συναμα ερχονται σε αναφορα προς την - πεζοτητα! Αυτο δειχνεται στην ιδια την γλωσσα τους: Εδω, για πρωτη φορα, κανει την εμφανιση του ο πεζος λογος, εδω συντελειται το αποφασιστικο βημα προς την καταλυση εκεινης της μεχρι τουδε χθονιας ενοτητας γλωσσας, ποιησης, μουσικης και χορου η οποια, οπως το διεκρινε ο Θρα-συβουλος Γεωργιαδης συνιστα το ιδιαιτερο του πρωιμου ελληνικου λογου (Der griechische Rhythmus"...και "Musik und Rhythmus bei den Griechen"). 

Στο αντιθετικο ζευγος θαυμασμου και πεζοτητας υπαρχει ο πλατωνιστικος-μεταφυσικος χωρισμος του κοσμου ο οποιος κυριαρχει στη δυτικη νοηση, συμπεριλαμβανομενης της διαλεκτικης. Ο χωρισμος του κοσμου χαρακτηριζεται απο το οτι το ενα δινεται ως το ανωτερο, ως αιτιο, αρχη και θεμελιο, και το αλλο ως το κατωτερο, ως το επακολουθο και το περιστασιακο, και η σχεση τους καθοριζεται, με αλλοτε αλλον τροπο, απο την κυριαρχια και τη συγκρουση, την αντιθετικοτητα και τη μεσολαβηση, με τελικη αποληξη μια εξ υπαρχης μοιραιως τραυματισμενη ενοτητα.

Με την ελευση του ορθολογισμου ενα αλλο παθος καθισταται για την δυτικη νοηση καθοριστικο, αυτο της certitudo, της βεβαιοτητας (M. Heidegger, "Was ist das, die Philosophie?", Pfullingen 1956, σ.27.) Ομως οπως ο θαυμασμος δεν υπαρχει παρα σε αναγκαστικη συζευξη με την πεζοτητα, ετσι και η αγρα της βεβαιοτητας ερχεται παντα μαζυ με την απειλη της αμφιβολιας. Και εδω παλι αυτο ειναι ιδιαιτερα εκδηλο στις απαρχες. Οι Meditationes του Descartes μιλουν απο μονες τους: "Οι χθεσινοι διαλογισμοι [οι οποιοι αναζητουσαν κατι "ακλονητο και μονιμο στις επιστημες"] μ’ εριξαν σε τοσο μεγαλες αμφιβολιες ... - οπως με μια απροβλεπτη πτωση σε μια βαθια δινη, βρισκομαι σε τετοια αναταραχη που δεν μπορω ουτε να πατησω σταθερα στον βυθο ουτε ν’ ανεβω στην επιφανεια." (Μeditatio ΙΙ,1)

Το παθος της βεβαιοτητας καθιστα τον ανθρωπο ανοικτο, και συναμα τον περιοριζει, στο cogito, και απο εδω στο υπολογισιμο και τελικα στο μετρησιμο των πραγματων, το οποιο αναλαμβανουν ως αποστολη τους οι επιστημες. Αυτες διαδεχονται πλεον τη φιλοσοφια, η οποια ετσι ολοκληρωνει τη δικη της αποστολη.

Οι επιστημες παλι, κατα την πορεια τους αποληγουν σε εναν κοινο χωρο, αυτον της Κυβερνητικης. Εδω αναγγελλεται μια νεα εποχη. Διοτι στην Κυβερνητικη δεν υφισταται ο μεσα απο την πλατωνιστικη-μεταφυσικη παραδοση οικειος διχασμος του κοσμου. Τωρα τα παντα δινονται ως πληροφορια, χωρις καμμια περαιτερω διαβαθμιση και αξιολογηση. Ο,τι προβαλλει ως απειλη για την ομοιοσταση του συστηματος δεν υποτιμαται, δεν καταπολεμαται, δεν αγνοειται, δεν διαμεσολαβειται, αλλα αντιθετως συνιστα τον ακρογωνιαιο λιθο του ιδιου του συστηματος, καθως αναλαμβανεται ως αυτη τουτη η επανατροφοδοτηση του. Στην εποχη της Τεχνικης, για πρωτη φορα μετα απο δυο χιλιετηριδες κυριαρχιας της Μεταφυσικης, κατα τροπο απροσμενο και, με την πρωτη ελληνικη σημασια της λεξης, ΔΕΙΝΟΝ, το ΕΝ ΠΑΝΤΑ του Ηρακλειτου επανερχεται... Και μαζι του, με τον ιδιο απροσμενο και δεινο τροπο, επανερχεται μια ιδιαζουσα ελλειψη παθους, μια απαθεια, η οποια και χαρακτηριζει τον σημερινο ανθρωπο. Της προσιδιαζει η ισοπεδωση, η απαλειψη των διαφορων, η μονοτονια. Ισως εδω θα μπορουσαμε να μιλησουμε για το παθος της ισοπεδωσης.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ