Ποια ταινία να δω αυτό το Σαββατοκύριακο;

7 Φεβρουαρίου 2014

Oι καινούργιες ταινίες όπως μας τις παρουσιάζει ο κριτικός κινηματογράφου του περιοδικού Αθηνόραμα Χρήστος Μήτσης. 

Μαντέλα: Ο Δρόμος Προς την Ελευθερία

 

Η ζωή και ο αγώνας του Νοτιοαφρικανού ακτιβιστή Νέλσον Μαντέλα κατά του απαρτχάιντ, από τη δεκαετία του ’40 ως την πολύχρονη φυλάκισή του και την εκλογή του το 1994 στη θέση του προέδρου της δημοκρατίας. Απόλυτα ακαδημαϊκή βιογραφία που προσπαθεί να ικανοποιήσει τους πάντες, υποψήφια για Όσκαρ (και βραβευμένη με Χρυσή Σφαίρα ) τραγουδιού.

 

 

Έμπειρος σεναριογράφος («Μονομάχος», «Οι Άθλιοι» ), ο Βρετανός Γουίλιαμ Νίκολσον έχει κερδίσει τη μία από τις δύο οσκαρικές του υποψηφιότητες για το «Στη Χώρα της Σκιάς», βιογραφικό δράμα με ήρωα τον συγγραφέα Σι Ες Λιούις και σκηνοθετημένο από τον Ρίτσαρντ Ατένμπορο. Έναν δημιουργό τον οποίο έχει ξεκάθαρα στο νου του ο υπογράφων και τον «Μαντέλα» Νίκολσον, καθώς τα πάντα σε αυτό το βιογραφικό δράμα έχουν ως πρότυπο τον εμβληματικό για το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος «Γκάντι» του. 
Δεν είναι μόνο οι πολιτικές ομοιότητες των δύο ηγετών που φέρνουν κοντά τις προαναφερθείσες ταινίες, αλλά και η όλη ιδεολογο-καλλιτεχνική προσέγγισή τους, που βασίζεται στη γραμμική εξιστόρηση των γεγονότων, την αγιογραφική παρουσίαση των πρωταγωνιστών τους, τον πανομοιότυπο τρόπο με τον οποίο τους τίθενται τα –στην πραγματικότητα ηθικά και όχι πολιτικά– κρίσιμα διλήμματα και, φυσικά, την ταυτόσημη, πάντα ηρωική αντίδρασή τους. Πρόκειται για δύο καθαρούς χολιγουντιανούς ήρωες ντυμένους με τριτοκοσμικό φολκλόρ, το δράμα των οποίων χτίζεται πάνω στην απόφασή τους να θυσιάσουν το προσωπικό όφελος εν ονόματι του υπέρτατου κοινωνικού αγαθού, της ελευθερίας.

 

 

Το φιλμ του Τζάστιν Τσάντγουικ («Η Άλλη Ερωμένη του Βασιλιά» ), ένα από τα πολλά τα οποία τον τελευταίο καιρό έχουν για πρωταγωνιστή τους τον Νοτιοαφρικανό θρυλικό αγωνιστή, φυσικά υπολείπεται σε πολλές –εντυπωσιακές ή μη– λεπτομέρειες του βραβευμένου με 8 Όσκαρ έπους του Ρίτσαρντ Ατένμπορο. Ο ορισμός της ακαδημαϊκής, πολιτικά συγκαταβατικής βιογραφίας διαβαίνει σαν σίφουνας την ταραγμένη δεκαετία του ’50, τη στράτευση του νεαρού δικηγόρου στις γραμμές του Αφρικανικού Κογκρέσου και το γάμο του με την Έβελιν Ντόκο Μάσε, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του αφηγηματικού του χρόνου στη μάλλον λιγότερο ενδιαφέρουσα περίοδο της φυλάκισής του στο νησί Ρόμπεν (1964-82 ). 
Κατάλληλη για ανηλίκους απεικόνιση της βίας, προσεγμένη αναπαράσταση­ εποχής, γραφική σκιαγράφηση ιστορικών συνθηκών και ιδεολογικών κινήτρων, επαγγελματική ερμηνευτική διεκπεραίωση και οι U2 στο βραβευμένο με Χρυσή Σφαίρα και φαβορί για το Όσκαρ τραγούδι των τίτλων τέλους «Ordinary love». Ποιος θα μείνει ασυγκίνητος; 

Μ. Βρετανία, Ν. Αφρική. 2013. Διάρκεια: 141΄. Διανομή: VILLAGE FILMS.


Το Ουράνιο Τόξο



Τα δεινά ενός υπό γερμανική κατοχή ουκρανικού χωριού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Συγκινητικό αντιπολεμικό και αντιφασιστικό δράμα, γυρισμένο με προπαγανδιστικό σκοπό, αλλά και έναν τραχύ λυρισμό. Μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στην ιστορία του σοβιετικού σινεμά .

 

 

Αμέσως μετά τη διασκευή του μυθιστορήματος του Νικολάι Οστρόφσκι «Πώς δενότανε τ’ ατσάλι» και πάντα εν μέσω των μαχών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μαρκ Ντονσκόι («Η Μάνα», «Το Άλογο που Κλαίει» ) προχωρά στη μεταφορά ακόμη μιας­ ηρωικής σελίδας της σοβιετικής λογοτεχνίας. Διά χειρός Βάντα Βασιλέφσκα, μιας από τις χαρακτηριστικότερες εκπροσώπους του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, το «Ουράνιο Τόξο» περιγράφει τα δεινά ενός υπό γερμανική κατοχή ουκρανικού χωριού­, οι γενναίοι κάτοικοι του οποίου υποφέρουν υπερήφανα τις ναζιστικές αγριότητες. 
Ο επικά επαναστατικός χαρακτήρας του «Πώς Δενότανε τ’ Ατσάλι» δίνει εδώ τη θέση του σε έναν τραχύ λυρισμό­, με τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Ντονσκόι να στέκεται πολύ ψηλότερα από το κοινότοπο σεναριακό­ υλικό του. Συγκινητικές στιγμές εναλλάσσονται με μελοδραματικές υπερβολές, υπάρχουν οι ήρωες αλλά και οι προδότες, καθώς το φιλμ θίγει βαθιά το ευαίσθητο τότε ζήτημα της συνεργασίας σοβιετικών πολιτών με τις δυνάμεις κατοχής. Αγαπημένη ταινία του Στάλιν αλλά και του Ρούζβελτ, το «Ουράνιο Τόξο» έκανε τεράστια αίσθηση στην εποχή του και αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στην ιστορία του σοβιετικού σινεμά. 

Α/Μ. Σοβιετική Ένωση. 1944. Διάρκεια: 93΄. Διανομή: NEW STAR.


Το Δέντρο και η Κούνια


Η Ελένη, καθηγήτρια καρδιολογίας στο Λονδίνο, έρχεται για πασχαλινές διακοπές με τη δεκάχρονη κόρη της στο σπίτι του πατέρα της, όπου θα βρεθεί μπροστά στην αποκάλυψη μιας σειράς επώδυνων οικογενειακών μυστικών. Τρυφερή, απλή και επικεντρωμένη στους χαρακτήρες προσέγγιση μιας πολυδιάστατης κοινωνικής πραγματικότητας, μακριά από νατουραλιστικές ευκολίες και αφηγηματικούς πειραματισμούς.

 

 

Με θητεία στη διαφήμιση­ κι έχοντας σκηνοθετήσει μια σειρά από ταινίες μικρού και μεσαίου μήκους («Από Εδώ και Πέρα» ), η σπουδασμένη στην Αγγλία Μαρία Ντούζα κάνει τώρα το ντεμπούτο της (και ως σεναριογράφος ) στη μυθοπλασία μεγάλου μήκους. Η ιστορία της αφορά το πιο επίκαιρο ίσως πολιτικοκοινωνικό θέμα των ημερών μας, το μεταναστευτικό, το οποίο εκείνη προσεγγίζει με έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο για το ελληνικό σινεμά τρόπο. 
Μακριά από τη συνήθη ντοκιμαντερίστικη, ρεαλιστική «φωτογράφησή» του σε αστικό φόντο, η Ντούζα επιλέγει να επικεντρωθεί σε ένα οικογενειακό δράμα χαρακτήρων που εξελίσσεται στην επαρχία και οι δια­δρομές των ηρώων του θίγουν αναπόφευκτα το ζήτημα των συνόρων, εσωτερικών κι εξωτερικών, προαιώνιων εμποδίων στην ανθρώπινη επικοινωνία. Ο πρώτος μετανάστης της ιστορίας είναι η Ελένη, η οποία με δική της επιλογή έχει μείνει στο Λονδίνο όπου σπούδασε, φτάνοντας μέχρι την πανεπιστημιακή έδρα της καρδιολογίας. Δυναμική γυναίκα, ακούει με δυσθυμία την πρόταση του συζύγου της Χάρι για μετεγκατάστασή τους στην Κίνα, όπου τον περιμένει μια συμφέρουσα επαγγελματική πρόταση­ (και ακόμη μία μετανάστευση ). 
Αποφασίζει να φύγει με τη δεκάχρονη κόρη της για πασχαλινές­ διακοπές στη Βόρεια Ελλάδα και στο σπίτι του πατέρα της Κυριά­κου, με τον οποίο διατηρεί μια απόμακρη σχέση. Εκεί θα θυμηθεί πράγματα από το παρελθόν, όπως τη μητέρα της που έχασε όταν ήταν μικρή, και θα γνωρίσει τη Νίνα, μια μεσήλικη Σέρβα που έχει εγκατασταθεί με την κόρη της Μίρα (ακόμη δύο μετανάστες ) στο σπίτι και βοηθά τον πατέρα της, με τον οποίο συνεννοείται στη μητρική της γλώσσα, καθώς ο Κυριάκος είχε ζήσει ως πρόσφυγας στην Ανατολική Ευρώπη μετά­ τον Εμφύλιο.

 

 

Ποια είναι όμως η πραγματική σχέση της μαζί του; Κρατώντας από την αρχή μέχρι­ το τέλος ήπιους, στρωτούς αφηγηματικούς τόνους, οι οποίοι ακολουθούν ένα γραμμικό και προσωποκεντρικό σενάριο, το «Δέντρο και η Κούνια» είναι μια ταινία που μιλά ψύχραιμα για τις δέσμιες των ιστορικών συνθηκών οικογενειακές δομές και τον τρόπο με τον οποίο αυτές καθορίζουν τη ζωή των μελών τους. 
Ακόμη κι αν ο μόνος πραγματικά τρισδιάστατος χαρακτήρας του φιλμ είναι η Ελένη (η Μυρτώ Αλικάκη σε μια ισορροπημένη ερμηνεία ), κανείς από το πρωταγωνιστικό τρίο δεν ξεπέφτει στη γραφική σχηματικότητα. Και αν τα πάθη τους δεν φτάνουν ποτέ σε «σημείο βρασμού», οι ήρωες της ταινίας διαθέτουν μια τρυφερή ειλικρίνεια και μια συγκινητική ανθρώπινη διάσταση που δεν συναντάμε συχνά στους καταραμένους losers των περισσότερων ελληνικών φιλμ. Έτσι η πολυδιάστατη αυτή «οδύσσεια δωματίου» σε κερδίζει με τη μετρημένη φιλοδοξία και το διακριτικό κινηματογραφικό άρωμά της, το οποίο όμως εξατμίζεται λίγο γρηγορότερα απ’ όσο θα χρειαζόταν για να μας «μεθύσει». 

Ελλάδα 2013. Διάρκεια: 108΄. Διανομή: STRADA FILMS.

RoboCop


Στο Ντιτρόιτ του 2028 ο οικογενειάρχης και αδιάφθορος αστυνομικός Άλεξ Μέρφι τραυματίζεται θανάσιμα, δίνοντας στην αδίστακτη πολυεθνική OmniCorp την ευκαιρία να δημιουργήσει ένα ανθρώπινο ρομπότ-υπερασπιστή του νόμου και να αστυνομεύσει μ’ αυτόν τον τρόπο ολόκληρες τις ΗΠΑ. Ανέμπνευστο ριμέικ της κλασικής sci-fi αστυνομικής περιπέτειας του Πολ Βερχόφεν, με περισσότερο οικογενειακό δράμα και πολύ λιγότερο μαύρο χιούμορ.

 

 

Πριν από 27 χρόνια, σε ένα φανταστικό Ντιτρόιτ του μέλλοντος, που δεν απέχει και πολύ από το σημερινό­ (η πρώτη επίσημα χρεοκοπημένη μεγαλούπολη των ΗΠΑ ), εμφανίστηκε ένα καινούργιο όπλο καταπολέμησης του εγκλήματος. ο Ρόμποκοπ. 
Η sci fi αστυνομική περιπέτεια του Πολ Βερχόφεν είδε το αύριο με ένα σαρκαστικά προφητικό τρόπο και γνώρισε εμπορική επιτυχία που συνοδεύτηκε από ένα ειδικό Όσκαρ (ηχητικών εφέ ), δύο σίκουελ, ­τηλεοπτικές σειρές, βιντεογκέιμ και κόμικς. Απ’ ό,τι φαίνεται τα πράγματα στον πρώην βιομηχανικό παράδεισο του Μίσιγκαν δεν θα βελτιωθούν δραματικά μέχρι το 2028, οπότε ο Ρόμποκοπ θα κληθεί και πάλι να επέμβει, στο πλαίσιο ενός προγράμματος της εταιρείας OmniCorp, η οποία δια­σφαλίζει με τους μηχανικούς στρατιώτες της την αμερικανική υπεροχή ­παγκοσμίως. Η αμφιλεγόμενη τεχνολογία της όμως δεν της επιτρέπει να κάνει το ίδιο κι εντός των συνόρων, εκτός αν ένα ανθρώπινο ρομπότ κάμψει τις αμφιβολίες της κοινής γνώμης. Ο ημιθανής –ύστερα από μια απόπειρα με παγιδευμένη βόμβα– αστυνομικός Άλεξ Μέρφι θα γίνει το ζωντανό κομμάτι του πειραματικού υπερόπλου και σύντομα όλα θα εξελιχτούν σύμφωνα με τα συμφέροντα της αδίστακτης πολυεθνικής.
Ή σχεδόν όλα…

 

 

Σχεδόν όλα θα μπορούσαν να εξελιχτούν και κινηματογραφικά πολύ καλύτερα αν το ριμέικ του Χοσέ Παντίγια εκσυγχρόνιζε δια­κριτικότερα την πρωτότυπη cult ταινία, διατηρώντας τουλάχιστον το ειρωνικό μαύρο χιούμορ της (που ξεκινούσε από τους χαρακτήρες κι έφτανε στη γραφική βία ). Ο καινούργιος «RoboCop», ωστόσο, μας κλείνει πονηρά το μάτι μόνο σε ό,τι αφορά τον υπερσυντηρητικό κι εθνικιστή τηλε­παρουσιαστή Πατ Νόβακ, αυτοσυστηνόμενος σαν ακόμη μία straight, σοβαροφανής περιπέτεια συγκρατημένου θεάματος, στην οποία το οικογενειακό δράμα του ήρωα απορροφά υπερβολικά μεγάλο­ μερίδιο της πλοκής. Το ίδιο και η σχέση του Μέρφι με τον ­γιατρό του ή οι εσωτερικές ίντριγκες της OmniCorp, αφήνοντας τον βραβευμένο με Χρυσό Λιοντάρι στο Βερολίνο Παντίγια («Οι Επίλεκτοι» ) να προσδώσει ένταση και τέμπο σε ένα αναποφάσιστο σεναριακό υλικό. Κι εκείνος κάνει ό,τι μπορεί για να πιάσει την (μπλοκμπάστερ ) βάση. 

ΗΠΑ. 2014. Διάρκεια: 118΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.


Ομάρ


Ο Παλαιστίνιος Ομάρ και δύο παιδικοί του φίλοι σκοτώνουν έναν Ισραηλινό στρατιώτη. Όταν ο πρώτος συλληφθεί, θα βρεθεί παγιδευμένος ανάμεσα στον εκβιασμό των δυνάμεων κατοχής και την καχυποψία των δικών του συναγωνιστών. Υποψήφιο για ξενόγλωσσο Όσκαρ δράμα αγωνίας, το οποίο αποτυπώνει ρεαλιστικά μια καθημερινότητα δεμένη σε έναν αναπόδραστο κύκλο αίματος και προδοσίας.

 

 

Ο 53χρονος Χανί Αμπού-Ασάντ είναι μαζί με τον Ελία Σουλεϊμάν («Θεϊ­κή Παρέμβαση», «Ο Χρόνος που Απομένει» ) ο διασημότερος εκπρόσωπος του παλαιστινιακού σινεμά ανά τον κόσμο, βραβευμένος σε πολλά φεστιβάλ τόσο για τον «Γάμο της Ράνα» (2002 ) όσο και για το «Παράδεισος Τώρα­» (2005 ). Η τελευταία ταινία, μάλιστα, όχι μόνο είχε κερδίσει τη ξενόγλωσση Χρυσή Σφαίρα, αλλά ήταν και η πρώτη (και μοναδική μέχρι φέτος ) παλαιστινιακή παραγωγή η οποία κατάφερε να αποσπάσει υποψηφιότητα για ξενόγλωσσο Όσκαρ. 
Ακολούθησαν η συμμετοχή του στη σπονδυλωτή –γυρισμένη στην Κωνσταντινούπολη– «Αξέχαστη Πόλη» (2011 ) και η σκηνοθεσία της αποτυχημένης αμερικανικής περιπέτειας «The Courier» (2012 ), με τους Τζέφρι Ντιν Μόργκαν και Μίκι Ρουρκ, μετά την οποία ο Αμπού-Ασάντ επιστρέφει τώρα σοφά στα πάτρια εδάφη και σε μια απόλυτα οικεία καθημερινότητα. Αυτήν των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών, που τρέφεται από μια διαρκή βία και παγιδεύει τους ανθρώπους της σε ένα προδιαγεγραμμένα ­αιματηρό αδιέξοδο.

 

 

Στην εναρκτήρια σκηνή του φιλμ ο Ομάρ σκαρφαλώνει στο τσιμεντένιο­ τείχος που χωρίζει την «ελεύθερη­» από την κατεχόμενη Παλαιστίνη και αποπειράται να περάσει από την άλλη πλευρά. Όλη η ταινία είναι στηριγμένη σε αυτήν την αλληγορία (ο ήρωας θα δοκιμάσει πολλές φορές το ίδιο πράγμα κατά τη διάρκειά της ), η οποία αντανακλά μια διχασμένη τόσο εξωτερικά όσο κι εσωτερικά πραγματικότητα. Ο διαχωρισμός τον οποίο έχουν επιβάλει οι Ισραηλινοί σε παλαιστινιακές πόλεις, χωριά και προσφυγικούς καταυλισμούς προσπαθεί να κρατήσει τους Παλαιστίνιους μακριά όχι μόνο από τους εχθρούς τους, αλλά και από τον ίδιο τους τον εαυτό. 
Πού οδηγεί, λοιπόν, η κάθε πράξη βίαιης αντίστασης; Κοντύτερα στην απελευθέρωση ή στο άλλοθι για μια ακόμα σκληρότερη καταπίεση; 
Ο Αμπού-Ασάντ δεν σερβίρει έτοιμες απαντήσεις στοχαζόμενος πάνω στην ιστορία του νεαρού Ομάρ, ο οποίος είναι ερωτευμένος με τη Νάντια, τη μικρή αδερφή του φίλου του Τάρεκ. Μαζί με τον κολλητό τους Αμτζάντ θα σκοτώσουν έναν Ισραηλινό στρατιώτη, πράξη που δεν θα αργήσει να οδηγήσει στη σύλληψη του Ομάρ, τον οποίο οι μυστικές υπηρεσίες δεν θέλουν απλώς να τιμωρήσουν. 
Παγιδεύοντάς τον έντεχνα, θα τον εκβιάσουν να τους οδηγήσει στον αρχηγό της αντιστασιακής ομάδας Τάρεκ, ο οποίος με τη σειρά του θα τον υποπτευτεί και θα επιχειρήσει να τον χρησιμοποιήσει προς όφελός του. Καθώς καλοί και κακοί αλλάζουν διαρκώς ρόλους, η έντονη αβεβαιό­τητα γεννά γενικευμένη καχυποψία και οι ανθρώπινες σχέσεις θυσιάζονται στο βωμό μιας αιματοβαμμένης ιδέας, ο «Ομάρ» συνδέει άρρηκτα τις πικρές πολιτικές διαπιστώσεις του με τη ρεαλιστική καθημερινότητα. Ταυτόχρονα περνά δεξιοτεχνικά από τη διεισδυτική κοινωνική περιγραφή στην καίρια ψυχολογική ανάλυση και ολοκληρώνει το (μάλλον σεναριακά­ προβλέψιμο­ ) δράμα του με συγκρατημένη κινηματογραφική ωριμότητα και την ελάχιστη συναισθηματικά φορτισμένη ηθικολογία. 

Παλαιστίνη. 2013. Διάρκεια: 96΄. Διανομή: AMA FILMS.



ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ
Τα νέα της ημέρας
11:39 Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ