Το γνώριζες; Όταν το βρέφος δεν τρώει... απορρίπτει τη μητέρα

12 Φεβρουαρίου 2014

Ένας τρόπος να καταλάβουμε τις δυσκολίες του βρέφους στην πρόσληψη τροφής και τον ύπνο, τα φαινόμενα άπνοιας και τις κρίσεις οργής, είναι να τα δούμε σαν αναπόσπαστο κομμάτι της σχέσης μητέρας-βρέφους, ενταγμένα στο πλέγμα των οικογενιακών σχέσεων. Θεμελιώδης μητρική λειτουγία είναι η δεκτικότητα της μητέρας στις προσπάθειες που κάνει το μωρό της να επικοινωνήσει μαζί της.

Γράφει η ΕΦΗ ΛΑΓΙΟΥ ΛΙΓΝΟΥ MPsychPsych

Ψυχοθεραπεύτρια Παιδιών και Εφήβων, Επόπτρια Κλινικού Έργου,

Παιδοψυχιατρική Κλινική Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία».

Τα πρωτόγονα και έντονα συναισθήματα του βρέφους, που εκφράζονται μέσα απο το κλάμα του ή το χαμόγελο του, οργανώνονται σε επικοινωνία προς την μητέρα. Γίνονται βάρος στους ώμους της ή αγαλλίαση στο βλέμμα της. Η μητέρα ακολουθώντας το μωρό της μοιάζει να γεμίζει απ’ τον φόβο του, νοιώθοντας απόγνωση όταν δεν μπορεί να ανακουφίσει το απεγνωσμένο κλάμα του και συνακόλουθα να εκτοξεύεται σε πελάγη ευτυχίας, μόλις το μωρό της χαλαρώσει στην αγκαλιά της, φωλιάζοντας το κεφάλι του στον ώμο της. ΄Ομως οι γονέις όντας μέσα στην δίνη του απελπισμένου κλάματος του μωρού τους, μπορεί να μη τα καταφέρουν να του δώσουν το κατευναστικό μήνυμα ότι προσπαθόυν  να καταλάβουν τη του συμβαίνει και ελπίζουν ότι θα τα καταφέρουν. Οι γονείς (κυρίως η μητέρα) αντιδρούν  στις συμπεριφορές και στα χαρακτηριστικά των παιδιών τους, βάσει των εμπειριών που είχαν στο παρελθόν και το είδος των σχέσεων που οι ίδιοι είχαν με τους δικούς τους γονείς. Επηρεασμένοι λοιπόν από τα δικά τους προσωπικά βιώματα μπορεί να παρερμήνευσουν την ψυχική κατάσταση του παιδιού τους.

«Η εμπειρία της μητρότητας» λέει ο Ende «φαίνεται ότι αποτελεί επαναβίωση της πρώτης σχέσης της μητέρας με την δική της μητέρα. Και οι δύο ρόλοι στην σχέση μητέρας-βρέφους επανεργοποιούνται και προσφέρονται για επαναβίωση.» Θα πρόσθετα εδώ ότι με την δυνατότητα επαναβίωσης αυτών των ρόλων οι γονείς έχουν την ευκαίρια να μεγαλώσουν οι ίδιοι, αμβλύνοντας τα προηγούμενα βιώματα τους. Εάν οι γονείς νοιώθουν υποστηριγμένοι στον γονεϊκό τους ρόλο διευκολύνονται οι καλύτερες πλευρές του εαυτού τους και παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην δημιουργία τις σχέσης τους με το παιδί τους. Ο Cramer στο βιβλίο του «Επάγγελμα μωρό», τονίζει πόσο απαραίτητο είναι να καταλάβουμε οτι το μωρό λειτουργεί σαν την οθόνη όπου πάνω της οι γονείς προβάλουν τις προθέσεις τους.

Το να προσάπτουμε στον άλλον τις προθέσεις μας, χωρίς να αναγνωρίζουμε ότι είναι δικές μας, είναι μία ανθρώπινη καθημερινή αμυντική λειτουργία. Ανάμεσα στην μητέρα και το μωρό της αυτή η απόδοση προθέσεων είναι συνεχής και όχι μόνο αμυντική, αλλά και απαραίτητη αναπτυξιακά, εφ’ όσον συμβάλλει στην μεταξύ τους επικοινωνία.

Οι γονείς έχουν πεποιθήσεις να χρειάζονται αποδείξεις για τα ιδανικά χαρακτηριστικά ή την επιθετική διάθεση του μωρού τους. Σημασι- οδοτούν τις εκδηλώσεις του μωρού τους μέσα από δικές τους, άγνωστες και στους ίδιους, προθέσεις. Βέβαια «χάρη σ’ αυτήν την διαδικασία απόδοσης χαρακτηριστικών μετατρέπεται αυτός ο άγνωστος, το νεογέννητο, σε μιά ύπαρξη οικεία», λέει ο Cramer στο ίδιο βιβλιο(σελ. 73).

Όμως και το βρέφος διαθέτει από την αρχή της ύπαρξής του, μιά ατομικότητα που επενεργεί δυναμικά πάνω στους γονείς του, επηρεάζοντας τη φύση των αλληλεπιδράσεων.

Το βρέφος αντιλαμβάνεται την μητέρα του μέσω των αισθήσεων του και των προσδοκιών του. Βλέπει το πρόσωπο της, αγγίζει το χέρι της, ακούει την φωνή της, γεύεται το γάλα απ’ το στήθος της, όχι μόνο με τις φυσικές τους ιδιότητες αλλά και τις ψυχολογικές, δηλαδή σαν έκφραστές ποικίλων μορφών αγάπης, εχθρότητας, κατανόησης ή αποστροφής.

Η εξάρτηση του βρέφους από την μητέρα δεν αφορά μόνο την ικανοποίηση της πείνας ή την ανάγκη για στοργή και φροντίδα, αφορά επίσης την ψυχική του κατάσταση. Τό μωρό ακολουθεί την συγκινησιακή κατάσταση της μητέρας και κατευθύνει ανάλογα την δική του.

Η μητέρα ακουμπάει πάνω στο μωρό της τα συναισθήματα που η ίδια κουβαλάει από το παρελθόν της και αναμοχλεύονται στη συνάντηση της με το μωρό της. Στο βλέμμα της καθρεφτίζεται η εικόνα που έχει γι’ αυτό. Το αγκάλιασμα του και το τάισμα του συνοδεύουν οι ανησυχίες της, ο θαυμασμός της, η υπερηφάνεια της οι προσδοκίες της γι’ αυτό. Η ποιότητα των επαναλαμβανόμενων συναλλαγών μεταξύ μητέρας και βρέφους καθορίζει την πορεία της σχέσης τους και διαμορφώνονται έτσι οι οργανωτές της ψυχικής ανάπτυξης του βρέφους.

Μιά σταθερή σχέση ταϊσματος είναι ο θεμέλιος λίθος στην ανάπτυξη εμπιστοσύνης και οικειότητας ανάμεσα στο βρέφος και την μητέρα του.

Το βρέφος στο στήθος της μητέρας (ή το μπουκάλι το υποκατάστατο του στήθους) παίρνει μαζί με το γάλα που το τρέφει την αγάπη της μητέρας, την φροντίδα, την έννοια της.

Η μητέρα προσφέροντας το γάλα στο μωρό της του δίνει μαζί το όνειρό της γι’ αυτό, αλλά και τις ανησυχίες της. Το όνειρο της μητέρας, οι προσδοκίες της, μαζί με τις καλές εμπειρίες που φέρνει μαζί της απ’ την παιδική της ηλικία αντιστοιχούν στο καλό θρεπτικό γάλα. Οι ανη- συχίες όμως που κουβαλάει από μικρή, μαζί με την αμφισβήτηση του εαυτού της, μήπως δεν είναι καλή μητέρα, μεταδίδονται και αυτές από την μητέρα στο μωρό της, την ώρα που το θηλάζει (ή το ταϊζει). Και αυτά λειτουργούν σαν το κακό γάλα που δεν μεταβολίζεται.

Το βρέφος που προσμένει με λαχτάρα το στήθος και χορταίνει ή το απορρίπτει και δεν τρέφεται επαρκώς στέλνει μηνύματα στην μητέρα. Η μητέρα τα δέχεται και τα επεξεργάζεται για χάρη του παιδιού της ή απειλείται από αυτά και τα επιστρέφει χωρίς ψυχική επεξεργασία.

Το βρέφος αμύνεται ενάντια σ’ αυτό που θεωρεί κακό γάλα. Μιά σοβαρή κατάσταση στην οποία μπορεί να οδηγηθεί είναι αυτή που χαρακτηριστικά ονομάζεται το σύνδρομο της απαγορευμένης εισόδου, όπως λέει η Gianna Williams. Το παιδί αυτό φράζει τον δρόμο σε οποιαδήποτε διεισδυτική εμπειρία, και το τάϊσμα αντιμετωπίζεται σαν προσπάθεια διείσδυσης από μεριάς της μητέρας του.

Άλλη κατάσταση, λιγότερο ακραία αλλά αρκετά σοβαρή είναι οι συνε- χείς ρουκετοειδείς έμμετοι χωρίς να υπάρχει οργανική αιτιολογία. Σ’ αυτή την περίπτωση το βρέφος μοιάζει να πετάει πίσω αυτό το ψυχικό ισοδύναμο του γάλακτος που δεν διασπάται, δεν μεταβολίζεται και δεν θρέφει.

Οι συνήθεις δυσκολίες φαγητού που παρουσιάζονται στη πρώτη βρεφική ηλικία (μερικών εβδομάδων ή μηνών) είναι το επαναληπτικό συχνό και σύντομο τάισμα. Τα μωρά που θηλάζουν πολύ συχνά και για λίγο δεν παίρνουν το πλούσιο σε βιταμίνες και ενέργεια γάλα και έτσι παραμένουν πεινασμένα. Ας ψάξουμε τους συναισθηματικούς παράγοντες πίσω από το συχνό και σύντομο τάισμα: αναγνωρίζει η μητέρα το κλάμα πείνας του παιδιού της; ή σε κάθε έκφραση δυσαρέσκειας ή ανησυχίας του μωρού της του δίνει το στήθος (ή το μπουκάλι); Μήπως ανησυχεί ότι το γάλα της δεν είναι αρκετά καλό και γι’ αυτό δεν του έφτασε του μωρού της; Άρα θεωρεί ότι χρειάζεται κι άλλο. Όμως μ’ αυτό το συχνό τάισμα στρέφεται κατά του εαυτού της. Επίσης, επειδή στερεί την δυνατότητα στους γαλακτοπαραγωγικούς αδένες της να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, δηλαδή να πάρουν το μήνυμα ότι δεν υπάρχει άλλο γάλα αποθηκευμένο και ότι χρειάζεται νέα παραγωγή. Ο Ferber (1987) μιλάει για τον φαύλο κύκλο στον οποίο μπαίνουν γονείς και μωρά με τα επαναληπτικά ταϊσματα της νύχτας: εθίζουν το βρέφος να πεινάει αυτές τις ώρες. Έτσι δημιουργείται το έναυσμα για τα επί πλέον ξυπνήματα μεσ’ τη νύχτα.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ