Οι ταινίες του Σαββατοκύριακου: Ποιες αξίζει να δούμε και ποιες όχι;

14 Φεβρουαρίου 2014

Aπό τους κριτικούς κινηματογράφου του περιοδικού Αθηνόραμα, Χρήστο Μήτση και Γιάγκο Αντίοχο. 

VAMPIRE ACADEMY

Στη βαμπιρική Ακαδημία του Αγίου Βλαντιμίρ, η Ρόουζ θα πρέπει να προστατεύσει με κάθε τρόπο τη συμμαθήτρια και γαλαζοαίματη φίλη της Λίζα από τους μεγάλους κινδύνους που παρουσιάζονται, με την εφηβική περιπέτεια φαντασίας να μένει μετεξεταστέα λόγω δυσνόητης αφήγησης, τηλεοπτικής φλυαρίας και «χάρτινης» δράσης.

 

 

Ακόμη μία μπεστ σέλερ σειρά εφηβικής λογοτεχνίας φαντασίας παίρνει­ το δρόμο προς την οθόνη ευελπιστώντας να επαναλάβει, έστω και στο ελάχιστο, την επιτυχία του «Χάρι Πότερ». Το «Vampire Academy» όμως δεν έχει ούτε το όνομα ούτε τη χάρη. Ο Μαρκ Γουότερς των «Κακών Κοριτσιών» αναλαμβάνει να μεταφέρει τη θηλυκή βαμπιρική ιστορία στον κινηματογράφο, με τον μεγαλύτερο αδερφό του Ντάνιελ Γουότερς («Ο Μπάτμαν Επιστρέφει» ) να γράφει το σενάριο. Σε αυτήν την περιπέτεια φαντασίας η Ρόουζ είναι η Νταμπίρ (μισή­ άνθρωπος και μισή βαμπίρ ), που προστατεύει τη φίλη και συμμαθήτριά της στην Ακαδημία του Αγίου Βλαντιμίρ Λίζα, η οποία είναι Μορόι (γαλαζοαίματο βαμπίρ ), από τα κακά Στριγκόι (μοχθηρά βαμπίρ )... 
Μπερδευτήκατε; Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δυσνόητα στην ταινία, διότι οι Γουότερς προσπαθούν να «χωρέσουν» στην οθόνη τη μυθολογία της σειράς χρησιμοποιώντας μακρόσυρτα voice over, σεκάνς-σφήνες και φλας μπακ που τις περισσότερες φορές αποπροσανατολίζουν ακόμη περισσότερο τον αμύητο θεατή. Αν σε αυτά προσθέσετε την ακατάληπτη τηλεοπτική­ φλυαρία, τα «χάρτινα» οπτικά εφέ και μερικά κρύα αστειάκια με αναφορές στην ποπ κουλτούρα, η περιπέτεια φαντασίας μένει ασυζητητί στην ίδια τάξη.

Ο ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ 

Σε μια πόλη του εγγλέζικου Βορρά, ο 13χρονος Άρμπορ αποβάλλεται από το σχολείο και αποφασίζει με το φίλο του Σουίφτι να βγάλει χαρτζιλίκι πουλώντας παλιοσίδερα. Η γνωριμία τους με τον ρακοσυλλέκτη της περιοχής και η συμμετοχή τους σε αυτοσχέδιες ιπποδρομίες θα δοκιμάσουν τη φιλία των αγοριών, σε ένα σκληρό, κοινωνικά ευαίσθητο δράμα που φέρνει στο νου τον (καλύτερο ) Κεν Λόουτς.

 

 

Το «The Arbor» του 2010 ήταν η πρώτη ταινία της Βρετανίδας Κλίο Μπάρναρντ, ένα πρωτότυπα δραματοποιημένο και πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ για τη συγγραφέα Άντρεα Ντάνμπαρ («Rita, Sue and Bob Too» ), μια γυναίκα με έντονα προβληματική προσωπική ζωή, η οποία πέθανε το 1990 στα 29 της χρόνια. 
Παραμένοντας στην ευρύτερη περιοχή του Γιόρκσαϊρ, στον εγγλέ­ζικο Βορρά, η Μπάρναρντ βαφτίζει τώρα με το όνομα Άρμπορ τον πρωταγωνιστή της και διασκευάζει ελεύθερα το παραμυθένιο διήγημα του Όσκαρ Ουάιλντ «Ο εγωιστής γίγαντας», κρατώντας μόνο μερικές αλληγορικές αναφορές. Γιατί, αντί για έναν μυθικό γίγαντα, τον κήπο του και τον μικρό Χριστό, εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο 13άρηδες φίλους οι οποίοι μεγαλώνουν σε μια λαϊκή, υποβαθμισμένη συνοικία μιας ξεχασμένης πόλης της βρετανικής υπαίθρου. Ο Άρμπορ πάσχει από διαταραχή­ υπερκινητικότητας κι ελλειμματικής­ προσοχής, κανείς όμως δεν θεωρεί­ τη θεραπεία του προτεραιότητα­.

 

 

Αφού αποβληθεί από το σχολείο, αρχίζει να περιφέρεται στη γειτονιά μαζί με τον κολλητό του Σουίφτι μαζεύοντας παλιοσίδερα και κλέβοντας καλώδια (για το χαλκό τους ), τα οποία κατόπιν οι δυο τους πουλούν για λίγες λίρες στον ρακοσυλλέκτη Κίτεν. Η σχέση των δύο παιδιών μαζί του αλλάζει τις μεταξύ τους ισορροπίες­, καθώς αυτός –ως επιβλητική πατρική φιγούρα– μοιάζει να συμπαθεί περισσότερο τον Σουίφτι, στον οποίο αναθέτει να οδηγήσει το άλογό του σε μια αυτοσχέδια ιπποδρομία στον αυτοκινητόδρομο. Η αντίδραση του Άρμπορ πυροδοτεί μια σειρά αντιπαραθέσεων και παρορμητικών ενεργειών, οδηγώντας τους δύο φίλους στην απόπειρα να κλέψουν τα γιγάντια καλώδια που δίνουν ρεύμα στο γειτονικό πυρηνικό σταθμό. Ο γνωστός κοινωνικός ρεαλισμός του αγγλοσαξονικού σινεμά απογυμνώνει τη ρουτίνα μιας χρεοκοπημένης σε κάθε επίπεδο πραγματικότητας – εργασιακής, σχολικής, οικογενειακής. 
Στη μεταβιομηχανική Βρετανία του 21ου αιώνα η εργατική τάξη δεν πάει στον παράδεισο, αλλά μένει εγκλωβισμένη σε ένα αλλοτριωμένο καθαρτήριο, όπου οι ειδυλλιακές εικόνες της φύσης συνοδεύονται από τα θηριώδη τσιμεντένια φουγάρα του πυρηνικού εργοστασίου. Βαμμένο σε γκριζογάλαζες, ψυχρές αποχρώσεις, το τοπίο επιβάλλει μια μελαγχολική διάθεση σε συναισθήματα και χαρακτήρες, καθώς κινηματογραφικές μνήμες από το «Κες» του Κεν Λόουτς και το «Bleak Moments» του Μάικ Λι πλημμυρίζουν την οθόνη. Με πικρό χιούμορ, σκληρή ειλικρίνεια και μια σκηνοθετική οξυδέρκεια που εκπλήσσει με την ακρίβειά της, η Μπάρναρντ προεκτείνει την προβληματική των δασκάλων της καταγράφοντας γλαφυρά το οριστικό τέλος της κοινωνικής κατανόησης. Ταυτόχρονα κοιτάζει στα μάτια τους ήρωές της και τους ακολουθεί μέχρις εκεί που τους οδηγεί η επώδυνη διαδρομή προς την ενηλικίωση, υπογράφοντας την πιο ευχάριστη κινηματογραφική έκπληξη της σεζόν και μία από τις σπουδαιότερες βρετανικές ταινίες των τελευταίων ετών.

ΜΕ ΧΩΡΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Δυο 40ρηδες ξεκινούν ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη δυτική Πελοπόννησο, σε αναζήτηση μιας συμμαθήτριάς τους η οποία έχει, λέει, κλειστεί σε μοναστήρι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την προσπάθεια του Ρίκου, εξωστρεφή οικογενειάρχη με αδυναμία στο ωραίο φύλο, να βγάλει από την κατάθλιψη τον κολλητό του «Κουστό», ο οποίος έχει χάσει… εργοστάσιο και γυναίκα. Κωμικό road movie που δεν αποφεύγει τα θεματολογικά στερεότυπα, διχασμένο ανάμεσα σε μια εμπορική κωμωδία και μια ανάλαφρη δραμεντί δρόμου.

 

 

Σαν τον τίτλο της, η πέμπτη σκηνοθετική προσπάθεια του Βαγγέλη Σεϊτανίδη είναι μια ταινία «με χωρίς…». Μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια δηλαδή, γεμάτη αντιφάσεις, με τόσα πλεονεκτήματα όσα και φάουλ, κυρίως όμως με αβέβαιο κινηματογραφικό προσανατολισμό. Ο εμπορικός εαυτός της φαντάζεται πως είναι μια σοφιστικέ κωμωδία, τη στιγμή που το άλλο της μισό πλασάρεται σαν δραμεντί δρόμου και μάλλον έχει περισσότερο δίκιο. Ο Σεϊτανίδης, άλλωστε, διαθέτει κομψό χιούμορ και τα καταφέρνει καλύτερα στην ανάλαφρη προσέγγιση μιας σοβαρής θεματολογίας («Αιώνιος Φοιτητής» ) παρά στο να στήνει καλαμπούρια κι εύκολες φάρσες.

 

 

Μακριά από την τελευταία, άχρωμη εμπορική κωμωδία του «Το Έτερον Ήμισυ», το «Με Χωρίς Γυναίκες» αφορά το ολιγοήμερο ταξίδι δύο 40ρηδων στη Δυτική Πελοπόννησο σε αναζήτηση μιας συμμαθήτριάς τους η οποία έχει, λέει, κλειστεί σε μοναστήρι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την προσπάθεια του Ρίκου, εξωστρεφούς οικογενειάρχη με αδυναμία στο ωραίο φύλο, να βγάλει από την κατάθλιψη τον κολλητό του «Κουστό», ο οποίος έχει χάσει... εργοστάσιο και γυναίκα. Η ρέμπελη περιήγησή τους με το αυτοκινούμενο τροχόσπιτο του Ρίκου θα τους επιφυλάξει πολλά απρόοπτα, τα οποία «χτίζουν» ένα buddy movie με έξυπνες ατάκες, κάποιες εύστοχες κοινωνικοπολιτικές παρατηρήσεις (η καθυστερημένη ενηλικίωση δεν αφορά μόνο τους πρωταγωνιστές αλλά και ολόκληρη τη χώρα ) και μια ελεγχόμενη μελαγχολία, αλλά δραματουργικά αδύναμο και με αρκετές αφηγηματικές αφέλειες, τις οποίες σίγουρα θα συμμάζευε μια καλο-οργανωμένη και πλουσιότερη παραγωγή. Ο Σεϊτανίδης όμως προσπαθεί φιλότιμα, έχοντας στο νου του μια χαλαρή ταινία δρόμου στα πρότυπα του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, πράγμα πιο δύσκολο απ’ ό,τι φαντάζει. Τα θεματολογικά στερεότυπα δεν αποφεύγονται, τα αστεία είναι πιο συγκρατημένα (κι ενοχικά ) απ’ ό,τι θα έπρεπε και η δραματική στροφή του τελευταίου μέρους της διαδρομής αδικαιολόγητα απότομη, με το κωμικό ταμπεραμέντο και τη σωστή χημεία των δύο πρωταγωνιστών να διασώζουν πολλές αμηχανίες της πλοκής. Ειδικά ο Δημήτρης Ήμελλος («Bank Bang» ) είναι σε μεγάλα κέφια και… με χωρίς αυτόν θα μιλούσαμε για μια εντελώς ­διαφορετική ταινία.

ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 

Έχοντας ως πρωταγωνιστή τον ορφανό Πίτερ Λέικ που ταξιδεύει στο χρόνο για να κρατήσει ζωντανή την αγάπη του για την πανέμορφη Μπέβερλι, το δράμα φαντασίας θα χάσει γρήγορα την παραμυθένια του αύρα για να παραδοθεί αμαχητί στο βαρύ μελοδραματικό φορτίο του και στις σχολικού επιπέδου αλληγορίες του.

 

 

Έχοντας υπογράψει τα σενάρια μεγάλων εμπορικών επιτυχιών («Ένας Υπέροχος Άνθρωπος», «Cinderella Man», «Κώδικας Da Vinci» ) ο Ακίβα­ Γκόλντ­σμαν επιχειρεί στα πενήντα του το παρθενικό σκηνοθετικό του βήμα. Διασκευάζει το μυθιστόρημα «Winter’s Tale» του Μαρκ Χέλπριν σε μια κινηματογραφική­ μεταφορά που προσπαθεί να συνδυάσει τους υψηλούς δραματικούς τόνους με τη δύναμη της φαντασίας και τους τρανταχτούς συμβολισμούς. 
Πρωταγωνιστής στη «Χειμωνιάτικη Ιστορία» είναι ο Πίτερ Λέικ, ένα ορφανό που ξεβράστηκε μέσα σε μια λιλιπούτια βάρκα στη Νέα Υόρκη. Έχοντας γίνει πλέον επιδέξιος διαρρήκτης, ο νεαρός μπαίνει το 1916 στο στόχαστρο του αρχινονού Πέρλι Σομς­. Στην προσπάθειά του να διαφύγει, ο Πίτερ βρίσκεται τυχαία μπροστά στη φυματική Μπέβερλι Πεν, την οποία ερωτεύεται παράφορα αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Μέσα από μια σειρά περίεργων γεγονότων ο νεαρός περνά στη σύγχρονη Νέα Υόρκη υπηρετώντας το όραμα της αιώνιας αγάπης. 
Ο Ακίβα Γκόλντσ­μαν καταφέρνει αρχικά να συνθέσει μια υπερβατικά παραμυθένια­ φωτογραφία μέσα στην οποία το μεταφυσικό λαβ στόρι δεν μοιάζει­ παράταιρο. Όμως η σχηματική απεικόνιση του κακού (εκτός ρυθμού ο Ράσελ Κρόου ), η αισθητικά ασύμβατη μετάβαση στο σήμερα και τα φτηνά οπτικά εφέ ακυρώνουν την όποια καλλιτεχνική ιδιαι­τερότητα, αφήνοντας έτσι –δυστυχώς– το βαρύ μελοδραματικό φόρτο και τις σχολικού επιπέδου αλληγορίες να βγουν σε πρώτο πλάνο.

ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΑΝΔΡΕΣ 

Ο Φρανκ Στόουκς θα συστήσει λίγο πριν από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου μια επίλεκτη ομάδα αποτελούμενη από υπαλλήλους μουσείων, ιστορικούς τέχνης και αρχιτέκτονες, που είχε σκοπό να προφυλάξει τα κομψοτεχνήματα του δυτικού πολιτισμού από την καταστροφή και το πλιάτσικο των ναζί. Η συναρπαστική αληθινή ιστορία μεταφέρεται από Τζορτζ Κλούνεϊ στην οθόνη ως μια ασύνδετη ιστορική περιπέτεια που αποτελεί μια από τις πιο αδύναμες στιγμές της αξιοπρόσεκτης σκηνοθετικής καριέρας του.

 

 

Αποδίδοντας ελεύθερα το ομότιτλο βιβλίο του Ρόμπερτ Μορς Έντσελ, ο Τζορτζ Κλούνεϊ σκηνοθετεί την πέμπτη ταινία της καριέρας του, μια φιλότεχνη πολεμική περιπέτεια με φόντο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 
Για άλλη μία φορά ο 52χρονος σταρ δείχνει την προτίμησή του στις αληθινές ιστορίες, κινηματογραφικές αφηγήσεις που πατούν στη στερεή βάση πραγματικών γεγονότων κι ευρηματικών βιογραφιών. Έχοντας ήδη σκιαγραφήσει επιτυχημένα το ψυχροπολεμικό κλίμα («Εξομολογήσεις Ενός Επικίνδυνου Μυαλού» ), τη μακαρθική αλαζονεία («Καληνύχτα, και Καλή Τύχη» ), τη σύγχρονη «πλαστική» πολιτική πραγματικότητα («Αι Είδοι του Μαρτίου» ) με διαφορετικά κινηματογραφικά στιλ και σκηνοθετικές προθέσεις, ο Κλούνεϊ αποκαλύπτει στην οθόνη μία από τις λιγότερο «ηχηρές» ηρωικές ιστορίες του παρελθόντος. Μιλάμε για τους «Monuments Men», την ειδική ομάδα που συστήθηκε από υπαλλήλους μουσείων, ιστορικούς τέχνης και αρχιτέκτονες λίγο πριν από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό να προφυλάξει τα κομψοτεχνήματα του δυτικού πολιτισμού από την καταστροφή και το πλιάτσικο των ναζί. 
Πρωταγωνιστής στη μυθοπλαστική ιστορική περιπέτεια είναι ο ιστορικός τέχνης Φρανκ Στόουκς, που πείθει τον Φράνκλιν Ρούζβελτ να επιχειρήσει αυτήν την πρωτότυπη πολιτιστική εκστρατεία. Όντας ο επικεφαλής της ομάδας, επιστρατεύει μια σειρά από διακεκριμένους επιστήμονες κι επαγγελματίες του χώρου της τέχνης. Ύστερα από μια σύντομη εκπαίδευση στην Αγγλία η ομάδα θα αποβιβαστεί στη Νορμανδία και θα διασκορπιστεί στο δυτικό μέτωπο ξεθάβοντας αριστουργήματα από τις πλέον απίθανες κρυψώνες.

 

 

Με ένα σενάριο που έχει γράψει μαζί με τον συνεργάτη του Γκραντ Χέσλοβ («Καληνύχτα, και Καλή Τύχη», «Αι Ειδοί του Μαρτίου» ), ο Κλούνεϊ επιχειρεί μάλλον την πιο φιλόδοξη σκηνοθετική του προσπάθεια, μια μεγάλου προϋπολογισμού περιπέτεια που προσπαθεί να συνδυάσει την επικο-πολεμική ατμόσφαιρα των «Κανονιών του Ναβαρόνε», το χαρωπό στρατιωτικό βηματισμό του «Stripes» και την cool all star cast δράση της «Συμμορίας των Έντεκα». Αυτό που πετυχαίνει τελικά είναι να προσφέρει το πιο αδύναμο και αμήχανο κεφάλαιο (μαζί με την μετριότατη κομεντί «Leatherheads» ) της αξιοπρόσεκτης σκηνοθετικής πορείας του. 
Πρώτοι­ και καλύτεροι οι επιστρατευμένοι σταρ-πρωταγωνιστές Ματ Ντέιμον, Μπιλ Μάρεϊ, Τζον Γκούντμαν, Ζαν Ντιζαρντέν, που αφήνονται μόνοι κι έρημοι στο κινηματογραφικά άνυδρο τοπίο του «Μνημείων Άνδρες» φορώντας, αντί για χακί, το σιθρού ερμηνευτικό συνολάκι των απλοϊκά γραμμένων χαρακτήρων τους. 
Προσθέστε σε αυτό γραφικότητες (ροχάλες στο ποτήρι του ναζί ), τραγικές αστοχίες στο κάστινγκ (ο γυμναστηριακός Ματ Ντέιμον διευθυντής του Met; ), φουλ του κλισέ με στερεοτυπικούς άσους («εύκολη» Γαλλίδα­, πιστός Αμερικανός οικογενειάρχης­, Ρώσοι κατσαπλιάδες ) αλλά και μια τελική σεκάνς σε ορυχείο αλατιού­ με... ανάλατη κορύφωση του σασπένς. Η προσεγμένη φωτογραφία του Έλληνα Φαίδωνα Παπαμιχαήλ και το σπινθηροβόλο δίδυμο Μπιλ Μάρεϊ - Μπομπ Μπάλαμπαν είναι τα ελάχιστα κομμάτια αξίας σε ένα ασύνδετο κι ευκολοχώνευτο κινηματογραφικό ψηφιδωτό που οι ιστορικοί τέχνης του μέλλοντος σίγουρα θα αγνοήσουν.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ