Σχέσεις: Πρέπει ή όχι να του έχω τυφλή εμπιστοσύνη;

17 Φεβρουαρίου 2014

Βασική εμπιστοσύνη

Ακόμη κι όταν είναι απόλυτα δοσμένοι στο γάμο τους, οι σύζυγοι μπορεί να μην καταφέρουν να αναπτύξουν ένα σταθερό αίσθημα εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη μιας γυναίκας, για παράδειγμα, συμπεριλαμβάνει την πεποίθηση πως ο σύζυγός της ενδια- φέρεται για την ευτυχία της, πως δε θα την πλήγωνε σκόπιμα και πως θα τη στήριζε κάθε φορά που θα τον χρειαζόταν. Η διαρκής και ισχυρή εμπιστοσύνη είναι δύσκολο να καλλιεργηθεί και εύκολο να κλονιστεί. Σύμφωνα με πολλούς συγγραφείς, οι ρίζες της βασικής εμπιστοσύνης αναπτύσσονται πολύ πριν το γάμο.

Γράφει ο ψυχοθεραπευτής Άαρον Μπεκ. Επιστημονική επιμέλεια κειμένου, ψυχίατρος ψυχοθεραπευτής, Δρ. Γρηγόρης Σίμος

 

Ο Έρικ Έρικσον τό­νισε πως αυτή η στάση αρχίζει να διαμορφώνεται από τις εμπει­ρίες τον παιδιού με τα σημαντικά πρόσωπα της οικογένειάς του. *

Αυτή η εμπιστοσύνη ξεπερνά την τυφλή εξάρτηση της βρεφικής ηλικίας και πηγάζει από τα συναισθήματα του παιδιού για τους γονείς και τ’ αδέρφια του. Η βασική εμπιστοσύνη ενός παιδιού συμπεριλαμβάνει τα εξής στοιχεία:

>Μπορώ να βασιστώ στην οικογένεια μου όταν χρειαστώ τη βοήθειά της.

> Οι ξένοι μπορεί να με πληγώσουν, αλλά η οικογένεια μου με σέβεται και θα με προστατεύσει.

>Οι άνθρωποι που κατέχουν σημαντική θέση στη ζωή μου δε θα με προ- δώσουν, δε θα με εκμεταλλευτούν ούτε και θα με πληγώσουν συνειδητά.

Αυτή η πρώτη εμπιστοσύνη μπορεί ωστόσο να μην επεκτείνεται και στις σχέσεις με τους συνομήλικους. Έτσι, ένα παιδί μπορεί ν’ ανακαλύψει ότι τα άλλα παιδιά μπορεί να είναι σκληρά, κακόβουλα και αναξιόπιστα. Καθώς ωριμάζει, το άτομο συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι του αντίθετου φύλου μπορεί να είναι εκδικητικοί, καταπιεστικοί και ανάξιοι εμπιστοσύνης. Αυτές οι υποβόσκουσες στάσεις δυσπιστίας είναι δυνατόν να μεταφερθούν και στο γάμο, αν και συγκαλύπτονται από τη σχέση του έρωτα. Αν και ένας/μια σύζυγος μπορεί να είναι έμπιστος/η και αξιόπιστος/η, αυτή η λανθάνουσα τάση πρός τη δυσπιστία θα συνεχίσει να υπάρχει περιμένοντας μια αφορμή που θα την ωθήσει και θα τη βγάλει στην επιφάνεια.

Πολλοί/ές σύζυγοι εμπιστεύονται τους/τις συντρόφους τους εν μέρει και όχι απόλυτα. Σε ορισμένα θέματα -όπως, για παράδειγμα, στη διαχείριση των χρημάτων, στις σχέσεις με τα πεθερικά ή στο χρόνο που περνούν εκτός σπιτιού δεν τους έχουν εμπιστοσύνη. Κάποιος/α μπορεί να αισθανθεί την έλλειψη εμπιστοσύνης από την πλευρά του/της συντρόφου του και να νιώσει πληγωμένος/η. Ή ακόμη η δυσπιστία μπορεί να τον/την κάνει να επανα­στατήσει και να αντιδράσει παρορμητικά ακολουθώντας το ρητό “καλύτερα να κρεμαστείς για ένα πρόβατο παρά για ένα αρνάκι”.

Οι σύντροφοι μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τη δυσπιστία εφόσον αναγνωρίσουν το γεγονός ότι για ορισμένα ιδιαίτερα ζωτικά θέματα της σχέσης τους σκέφτονται με τρόπο απόλυτο. Συνεπώς, αν μια γυναίκα δεν πει την αλήθεια σε μια συγκεκριμένη περίσταση, ο σύζυγός της θα σκεφτεί: “Δεν μπορώ ποτέ να την εμπιστευτώ”. Αν ένας άντρας αθετήσει μια υπόσχεσή του, η σύζυγός του θα συμπεράνει: “Είναι ανάξιος εμπιστοσύνης”. Είναι βέβαια προτιμότερο για τους συντρόφους να αντιλαμβάνονται τα χαρακτηριστικά της ειλικρίνειας και της εμπιστοσύνης σ’ ένα συνεχές φάσμα παρά ως κάτι το απόλυτο, ως σημείο μιας κλίμακας παρά ως μια καθορισμένη κατηγορία. Έτσι, μια γυναίκα μπορεί να εξηγήσει τα ψέματα του συζύγου της ως μια ένδειξη ότι εκείνος δεν είναι τέλειος: δεν είναι απόλυτα ειλικρινής μαζί της, αλλά ούτε και ένας αιώνιος ψεύτης. Και ένας άντρας που προτιμά να εκ­φραστεί μέσω της στατιστικής θα βαθμολογήσει τη σύζυγό του ως 75 τοις εκατό ειλικρινή παρά σαν διαρκώς αναξιόπιστη.

Όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να είναι μόνιμα ειλικρινής. Δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια για κάτι. Μια κατάσταση έχει τόσες πτυχές, που, αναγκαστικά, κάποιος πρέπει να επιλέξει ορισμένες και να αποκλείσει κάποιες άλλες προκειμένου να δώσει μια ειλικρινή απάντηση σ’ ένα ερώτημα. Στην προσπάθειά μας να εκτιμήσουμε με ειλικρίνεια τα κίνητρά μας, για παράδειγμα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι πολύ συχνά τα συγχέουμε και είναι αδύνατον να τα διαχωρίσουμε με απόλυτη αντικειμενικότητα. Επιπλέον, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά μας μπορεί ν’ αλλάξουν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, και κάτι που πιστεύουμε ακράδαντα όταν είμαστε θυμωμένοι μπορεί να μην ισχύει το ίδιο αμέσως μόλις ηρεμήσουμε. Ακόμη, η διακριτικότητα και η ευαισθησία συχνά απαιτούν κάποια απόκρυψη δυσάρεστων γεγονότων.

Ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που και οι δυο σύζυγοι έχουν αγαθές προθέσεις, θέλουν να είναι καλοί και ευγενικοί, η ελαττωματική επικοινωνία και η λανθασμένη ερμηνεία των μηνυμάτων μπορούν να κάνουν αυτές τις προθέσεις να φαίνονται ψεύτικες, οδηγώντας τον ένα σύντροφο στο συμπέρασμα πως ο άλλος έχει ιδιοτελή κίνητρα απέναντι του. Και, από τη στιγμή που κάποιος, για παράδειγμα, πιστέψει πως ο/η σύζυγός του/της καθοδηγείται από το στενό, προσωπικό του/της συμφέρον, ο τρόπος με τον οποίο θα τον/την αντιμετωπίζει θα επισκιάζεται απ’ αυτή την αντίληψη.

Ας υποθέσουμε, ωστόσο, πως μια δυσαρεστημένη από το σύζυγό της γυναίκα είναι ικανή να πείσει τον εαυτό της: “Αν καί η συμπεριφορά του συζύγου μου δεν είναι σωστή και με πληγώνει, πιστεύω πως δεν έχει κακές προθέσεις και πως δε θέλει να με πληγώσει”. Αυτή η παραδοχή από μόνη της μπορεί να τη βοηθήσει να δει τη στάση του συζύγου της από μια άλλη οπτική γωνιά και, αντιπαραθέτοντας αυτή την οπτική γωνιά με την αρνητική κριτι­κή για το σύζυγό της, η γυναίκα αυτή ίσως μπορέσει να φτάσει σε πιο ήπιες εξηγήσεις για τη φαινομενική “κακία” του.

Φυσικά, η πίστη στις καλές προθέσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη και δεν είναι όλες οι προθέσεις καλές. Στην πραγματι­κότητα, μια γυναίκα μπορεί να είναι σε θέση να αναφέρει ζωντα­νά παραδείγματα για την εγωιστική ή εχθρική στάση του συζύγου της. Αλλά, επανεξετάζοντας όλη την προηγούμενη συμπεριφορά του -τα “καλά” (φροντίδα και ενδιαφέρον), καθώς και τα “κακά” στοιχεία του (αδιαφορία και εγωισμός)-, θα μπορέσει να αποκτή­σει μια πιο ισορροπημένη αντίληψη.

Αν το ζευγάρι παγιδευτεί σ’ έναν κύκλο επιθέσεων και αντεπιθέσεων, σύγκρουσης για επικράτηση, τότε η μεταξύ τους εχθρικότητα είναι αυτή που πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί πρώτα. Και, μόλις η εχθρικότητα υποχωρήσει κάπως, οι σύζυγοι θα συμφωνήσουν σ’ ένα τουλάχιστον σημείο: ότι έχουν καλή διάθεση ο ένας απέναντι στον άλλο και ότι θα τα πάνε πολύ καλύτερα αν μπορέσουν να την εκφράσουν. Αυτή η λειτουργική πα­ραδοχή θα συμβάλει στην ουδετεροποίηση της εχθρικότητας που πηγάζει από την αμοιβαία απόδοση κακοπροαίρετων προθέσεων, όπως συναντάται πολύ συχνά στους προβληματικούς γάμους.

Το όφελος της αμφιβολίας

Ο κάθε σύντροφος σ’ ένα γάμο μαθαίνει τις συγκεκριμένες ευαισθησίες του άλλου και αναγνωρίζει ότι με το να τις σέβεται απο­φεύγει τις περιττές συγκρούσεις. Τι συμβαίνει όμως όταν ο/η σύζυγός σας φέρεται ύποπτα; Ας υποθέσουμε πως μια γυναίκα γυρίζει σπίτι πολύ αργότερα απ’ ό,τι είπε στο σύζυγό της. Όταν φτά­νει, η εξήγηση που δίνει -ότι έπρεπε να σταματήσει σε μια τράπε­ζα για να εξαργυρώσει μια επιταγή έχει ένα κενό σημείο. Η εξήγηση μπορεί να είναι αληθινή, αλλά στο σύζυγό της φαίνεται αβάσιμη. Υποψιάζεται ότι άργησε γιατί επισκέφτηκε τη μητέρα της, ένα επίμαχο θέμα του παρελθόντος.

Ο σύζυγος έχει δυο επιλογές: μπορεί να της προσφέρει το όφελος της αμφιβολίας του ή μπορεί να την αντιμετωπίσει με τις υποψίες του. Τι πρέπει να κάνει; Γενικά, θα ήταν προτιμότερο να δεχτεί την εξήγηση της συζύγου του και να μη σχολιάσει άλλο το θέ­μα. Αν η εξήγηση είναι αληθινή, τότε η αμφισβήτησή της από μέρους του θα δημιουργήσει μια αμοιβαία δυσπιστία και θα την κά­νει να νιώθει ότι κατηγορήθηκε άδικα. Αν η αλήθεια είναι ότι πράγ­ματι επισκέφτηκε τη μητέρα της, τότε πάλι θα ήταν καλό να την αφήσει να κρατήσει το μυστικό της - είναι πολύ πιθανό να λέει ένα αθώο ψέμα για να αποφύγει μια ενδεχομένως καταστροφική αντιπαράθεση. Συνεπώς, πρέπει να δεχτεί την εξήγησή της - ακόμη κι αν με τον τρόπο αυτό την αφήνει να ξεφύγει με τη δικαιολογία της.

Η απαίτηση για απόλυτη ειλικρίνεια είναι αντιλειτουργική σ’ ένα γάμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που, όπως όλοι μας, μπορεί να κάνουν λάθη καθώς κυριαρχούνται από ευαισθησίες, εγωισμούς και επιθυμίες. Φυσικά, οι άνθρωποι συχνά έχουν ανάμεικτα κίνητρα για τις πράξεις τους - περισσότερο ή λιγότερο καλο­προαίρετα. Αλλά τα κίνητρα των συζύγων στην πραγματικότητα είναι πιο αγνά απ’ ό,τι φαίνονται. Έτσι, πιστεύοντας την πιο αθώα εξήγηση για την καθυστέρηση της συζύγου του, ο άντρας έχει περισσότερες πιθανότητες να νιώσει τρυφερότητα απέναντι της.

Το στοιχείο της υποψίας υπεισέρχεται σε μια ευρεία κατηγορία περιπτώσεων κατά τις οποίες ο/η σύζυγος μπορεί να είναι αλλά και να μην είναι ένοχος/η. Ένας από τους δυο μπορεί να ξέχασε να φέρει μια υποχρέωση σε πέρας γιατί ήταν απασχολημένος μ’ ένα επαγγελματικό πρόβλημα - και όχι γιατί δεν ενδιαφέρθηκε. Η σύ­ζυγος μπορεί να προσκάλεσε κάποιους καινούριους φίλους στο σπίτι χωρίς να ρωτήσει πρώτα το σύζυγο, πιστεύοντας πως εκεί­νος θα τους συμπαθούσε - και όχι από “απερισκεψία”.

Μετά απ’ όλα αυτά, πρέπει να παραδεχτώ ότι στους ιδανικούς γάμους οι σύζυγοι πρέπει να νιώθουν ελεύθεροι να εκφράζουν όλες τις υποψίες τους και, ακόμη, να αμφισβητούν ο ένας τα κίνητρα του άλλου. Ωστόσο, μια τόσο ιδανική κατάσταση είναι δύσκολο να δια­μορφωθεί, και το παράδειγμα αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να μειώσει την αξία μιας κατά τ’ άλλα αρμονικής σχέσης.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ