Μια μέρα στη ζωή του ναρκομανή Νίκου

19 Φεβρουαρίου 2014

"Μια πορτοκαλάδα θέλω, να, δείτε έσπασα και το χέρι μου", ήταν τα λόγια του Νίκου, σ' όποιον έμπαινε στο ψιλικατζίδικο της Βαλτετσίου. Στο διπλανό πεζούλι της πολυκατοικίας είχε αφήσει τα λιγοστά συμπράγκαλά του και κουτσαίνοντας, αλλά με καθαρή φωνή και βλέμμα, ζητούσε να ξεδιψάσει. Ο Νίκος, 44 ετών, είναι ναρκομανής. Έχει δώσει αγώνες χρόνων για ν' απεξαρτηθεί, όμως ακόμα ζητάει ψιλά απ' τους περαστικούς για τη δόση του. Τα τελευταία βράδια κοιμάται στην είσοδο παλιάς οικοδομής στην Μπενάκη. Τον συναντήσαμε στη Βαλτετσίου, περιμέναμε μαζί του για το επόμενο ψιλό, ήπιαμε μαζί χυμό.

H Βαλτετσίου είναι απ' τους ωραιότερους και πλέον χαρακτηριστικούς δρόμους των Εξαρχείων. Το καλοκαίρι γίνεται στέκι. Παρέες μαζεύονται σε πηγαδάκια και με 3-4 ευρώ στην τσέπη περνούν το βράδυ. 

Το πρώτο τσιγαράκι ο Νίκος το θυμάται στα 19 του. «Το χόρτο είναι αθώο, δεν σου κάνει τίποτα». Το 'χε δοκιμάσει από περιέργεια. «Μου άρεσε γιατί ξέφευγα». Από περιέργεια δοκίμασε όμως κάποια χρόνια αργότερα και τα πιο «βαριά». «Ήταν ένα τεράστιο λάθος». Περιγράφει την αίσθηση «σαν να σπινιάρεις πάνω στον πάγο», μόνο που αν είσαι φτωχός «κάποια στιγμή ο πάγος σπάει και όλα όσα νόμιζες ότι ήταν όμορφα καταστρέφονται». Αν όμως είσαι πλούσιος «τα ξεπερνάς. Δεν πονάς και κάνεις κι ό,τι θέλεις. Ο Μικ Τζάγκερ πώς αντέχει ακόμα νομίζεις;»

Τη ζωή του πριν τα ναρκωτικά τη θυμάται στα μοτοκρός. Κι αν τον πονάει κάτι είναι ότι πλέον δεν μπορεί να οδηγήσει, δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα απ’ αυτά που του αρέσουν. «Μέχρι τα 25 η ζωή μου ήταν όπως η δική σου ή αυτών που βλέπουμε και περνάμε. Με προβλήματα, αλλά και με χαρές. Μεγάλωσα στο Κιάτο και μετά ήρθα στην Αθήνα και την Αγία Παρασκεύη.»

Οι γονείς του είναι χωρισμένοι. Όπως λέει έχουν πάψει να τον βοηθούν. «Πάω στο χωριό κάτω και δεν βλέπω τη μάνα μου. Μάνα είναι αυτή; Τόσα λεφτά έχουν θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να ξεφύγω». Μένει σε ξαδέρφια του και φίλους, όμως κανείς δεν μπορεί να του έχει δωμάτιο για πάντα. «Η κατάστασή μου δεν το επιτρέπει», εξηγεί.

 


Μια παρέα σταματά μπροστά στο Νίκο. Του μιλούν σαν να τον γνωρίζουν χρόνια. Δεν επηρεάζονται από τα βρώμικα ρούχα του. Ο Νίκος τους έχει συναντήσει αρκετές φορές ακόμα στα Εξάρχεια. Η ευγένεια κι ο καλός του λόγος, φαίνεται πως τους κέρδισε. «Κάτι σπούδασα κι εγώ, μη με βλέπεις σ’ αυτά τα χάλια.»

Πάνε 20 χρόνια από τότε που έγινε χρήστης. «Έφτασα μια φορά κοντά στο να το ξεπεράσω. Δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Ένας στους χίλιους τη γλιτώνει. Αν αρρωστήσεις μια φορά, τελείωσε. Πιο εύκολο είναι ν’ ανεβούμε εμείς οι δύο στο Έβερεστ παρά να γίνει ένας ναρκομανής καλά». Εκείνος όμως ακόμα ελπίζει ότι μπορεί να ζήσει διαφορετικά. «Αν με βοηθούσαν κάποιοι συγγενείς, θα μπορούσα να παίρνω μεθαδόνη και σταδιακά, καθώς θα έπαιρνα και λιγότερα, θα οδηγούμουν στην απεξάρτηση. Έχω ακόμα όνειρα. Θέλω να οδηγήσω ξανά μοτοκρός, αλλά και να ζήσω μ’ έναν άνθρωπο που θ’ αγαπώ και θα μ’ αγαπά, όχι όμως τζάνκι. Θα κάνει κακό ο ένας στον άλλο.»

Όσο περνούσε η ώρα τα μάτια του Νίκου έκλειναν. Άρχιζε να τρέμει απ’ το κρύο, αν και «είναι από τις εύκολες βραδιές του χειμώνα». Αυτά που ήθελε να πει τα είπε. Φεύγοντας, μου ζήτησε μια κουβέρτα. «Θα ‘μαι στην οικοδομή, στη γωνία». Χαιρετηθήκαμε κι υποσχεθήκαμε ν’ ανταμώσουμε ξανά. Αισθάνθηκα ότι το πιο δύσκολο για τον Νίκο, εκτός απ’ το να κόψει τα ναρκωτικά, είναι να σταματήσει να ζητά βοήθεια, να πάψει να περιμένει...

 Πηγή: www.3pointmagazine.gr 

Kώστας Παπαντωνίου

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ